B 104Κατά τήν ἀπόδοσιν τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ὁ Σεβ. Ποιμενάρχης μας κ. Χρυσόστομος προέστη τῶν Ἱερῶν Ἀκολουθιῶν στήν πανηγυρίζουσα Ἱερὰ Μονὴν Παναγίας Πορταΐτισσας Κορνοφωλιᾶς Σουφλίου, ἡ ὁποία εἶναι παλαιὸν Μετόχιον τῆς Ἁγιορειτικῆς Μονῆς τῶν Ἰβήρων. Τό ἑσπέρας τῆς Πέμπτης 22ας Αὐγούστου χοροστάτησε στόν Μέγα Πανηγυρικόν Ἑσπερινόν, συμπαραστατούμενος ἀπό τόν Πανοσ. Καθηγούμενον τῆς κυριάρχου Ἱ. Μονῆς τῶν Ἰβήρων Ἀρχιμ. Ναθαναήλ καί ἑτέρων Πατέρων αὐτῆς.

Τήν ἑπομένην κυριώνυμον ἡμέρα τῆς ἑορτῆς, χοροστάτησε στόν Ὄρθρον καί τέλεσε τήν Θεία Λειτουργία ὁμοίως μετά τοῦ Πανοσιολ. Καθηγουμένου καί τῶν λοιπῶν Πατέρων, μέ τήν ἀθρόα συμμετοχήν τοῦ Λαοῦ τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος πάντοτε ἀξιοποιεῖ τίς λατρευτικές εὐκαιρίες τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας, γιά νά ἐκδηλώσει τά αἰσθήματα εὐλαβείας καί σεβασμοῦ πρός τήν Μεγάλη Μητέρα μας τήν Ὑπεραγία Θεοτόκον.

Δραττόμενοι τῆς εὐκαιρίας, ἀναφέρουμε ὀλίγα τινα περί τῆς ἐννοίας τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ὅρου τῆς «ἀποδόσεως» μιᾶς ἑορτῆς καί ἐν προκειμένῳ αὐτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Παναγίας μας.

Ὀκτὼ ἡμέρες μετὰ τὴ μεγάλη ἑορτὴν τῆς 15ης Αὐγούστου, δηλαδὴ τήν 23η τοῦ ἰδίου μηνός, γίνεται ἡ «ἀπόδοσις» τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, δηλαδὴ ἡ πανηγυρικὴ λήξις τοῦ ἑορτασμοῦ, ἀφοῦ ἀποδίδουμε καί πάλιν στόν Δωρεοδότην Κύριον τήν ἑορτήν, τήν ὁποία μᾶς παρεχώρησε καί μᾶς ἀξίωσε νά ἑορτάσουμε στήν στρατευομένην Ἐκκλησίαν Του κατά τό παρόν ἐκκλησιαστικόν ἔτος. Ἡ εὐλαβὴς αὐτή συνήθεια, ἀποτελεῖ λειτουργική παράδοση τῆς Ὀρθόδοξου Ἐκκλησίας πού ἰσχύει καὶ γιὰ ὅλες τίς μεγάλες Δεσποτικές καί Θεομητορικές ἑορτές τοῦ λειτουργικοῦ ἐτησίου κύκλου. Κάθε τέτοια ἑορτὴ ἄλλωστε τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ ἑορτολογίου ἔχει τρία σταδία, τήν προεόρτια περίοδο, τὴν κυρίως ἑορτὴ καὶ τή μεθεόρτια περίοδο. Ἐν προκειμένῳ τήν 23η Αὐγούστου ἡ Ἐκκλησία ἀφοῦ παρέτεινε τήν διάρκεια τῆς ἑορτῆς, κλείνει μέ τὴν ἀπόδοσή της πανηγυρικά τίς καθημερινές ὑμνολογικές ἀναφορές τῆς Κοιμήσεως καὶ τῆς Μεταστάσεως τῆς Παναγίας.

Ἡ καθιέρωσις ἀρχικῶς τῆς ἀποδόσεως τῶν ἑορτῶν προέρχεται ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ὅπου μέ ρητὴ διάταξη τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου, οἱ μεγάλες ἰσραηλιτικὲς ἑορτὲς διαρκοῦσαν ὀκτώ ἡμέρες. (Ἐξ. Β΄,15-19, Λευιτ. ΚΓ΄,36-39 καὶ Ἀρ. ΚΘ΄,35). Στήν σημερινή ἐκκλησιαστική πρακτική, ἡ τυπικὴ διάταξη τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν προβλέπει ὅτι κατὰ τὴν ἑορτὴ τῆς ἀποδόσεως, ποὺ κλείνει ὁ κύκλος ἑορτασμοῦ τῆς ἑορτῆς, τελεῖται ἀπαραλλάκτως ἡ ἴδια Ἀκολουθία μὲ αὐτὴν τῆς κυριωνύμου ἡμέρας.

Τέλος ἡ θεολογική ἔννοια σχετίζεται μέ τήν ὑπέρβαση τοῦ παρόντος χρόνου καί ἀποτελεῖ πρόγευση τῆς αἰωνιότητος, ἡ ὁποία, κατά τόν Ἀπόστ. Παῦλο, θὰ εἶναι μία ἀτέρμονη «πανήγυρις πρωτοτόκων» (Ἑβρ. ΙΒ΄,23) τῆς ἀχρόνου Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, διά τῶν ἀνυστάκτων Πρεσβειῶν τῆς Ὑπεραγίας ἡμῶν Θεοτόκου καί ἀειπαρθένου Μαρίας.

Pin It
footer

Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ