OsiosIlarion11ίγα χιλιόμετρα πιό πάνω ἀπό τήν Κερύνεια καί σέ ὕψος δυό χιλιάδες περίπου πόδια ἀπό τήν ἐπιφάνεια τῆς θάλασσας ὀρθώνεται ἕνα γιγαντιαῖο ὕψωμα ἀποκομμένο ἀπό τήν ὑπόλοιπη ὀροσειρά τοῦ Πενταδάκτυλου. Στήν κορυφή τοῦ ὑψώματος αὐτοῦ μέ τήν πανοραμική θέα εἶναι κτισμένο ἀπό χρόνια ἕνα φρούριο, τό γνωστό φρούριο τοῦ Ἁγίου Ἰλαρίωνα.
Ὁ ἰσάγγελος αὐτός Ἅγιος, σύγχρονος τῶν Μεγάλων Βασιλέων καί Ἰσαποστόλων Κωνσταντίνου καί Ἑλένης, γεννήθηκε στήν κωμόπολη τῆς Παλαιστίνης τήν Θαβαθᾶ, πού βρίσκεται πέντε περίπου μίλια μακριά ἀπό τήν ἀρχαία πόλη τῶν Φιλισταίων, τήν Γάζα. Οἱ γονεῖς του, πλούσιοι εἰδωλολάτρες φρόντισαν ἀπό νωρίς νά δώσουν στό παιδί τους μιά ξεχωριστή μόρφωση. Γι’ αὐτό καί ἀπό μικρό ἔσπευσαν νά τόν ἀποχωρισθοῦν καί νά τόν στείλουν στήν Ἀλεξάνδρεια, πού ἦταν τότε ἕνα μεγάλο κέντρο Ἑλληνικῶν σπουδῶν. Σέ μία ἀπό τίς ὀνομαστές Σχολές τῆς πόλεως αὐτῆς φρόντισε ὁ μικρός Ἱλαρίων νά ἐγγραφεῖ καί μ’ ἐνδιαφέρον νά παρακολουθήσει τά μαθήματά της. Ὁ πόθος του ὅμως νά γνωρίσει τήν ἀλήθεια ὁδήγησε κάποτε τά βήματά του καί σέ χριστιανικές συγκεντρώσεις.
Ἡ ζωή τῶν χριστιανῶν, ἡ εὐγένεια καί ἡ καλοσύνη τους, τό ἐνδιαφέρον τους νά ἐξυπηρετήσουν τούς ἄλλους μέ κάθε ἀνιδιοτέλεια καί προθυμία τοῦ ἔκαμαν ἀπ’ τήν πρώτη στιγμή ξεχωριστῆ ἐντύπωση. Ἀλλά καί τά ἁγνά ἤθη κι ἔθιμά τους καί ἡ ὅλη τους ἀρετή τοῦ σκλάβωσαν τήν ψυχή καί ἄναψαν μέσα του θερμό τόν ζῆλο νά γνωρίσει καλύτερα τήν πηγή τῆς τροφοδοσίας τους. Ἔτσι ὁ φιλομαθής νέος ἐπεδίωξε νά ἔρθει σ’ ἐπαφή μέ σημαίνοντας χριστιανούς καί ἀπό ὑπεύθυνα πρόσωπα νά μάθει τίς ἐπιταγές τῆς νέας πίστεως. Ὁ ἐνθουσιασμός του γιά ὅσα ἄκουε καί ὁ ζῆλος του νά γνωρίσει περισσότερα, προχωροῦσε μέρα μέ τή μέρα γιά νά καταλήξει κάποτε στήν ἀποδοχή τῆς νέας θρησκείας καί νά βαπτισθεῖ.
Ἡ χαρά καί ἡ εὐτυχία τοῦ ἁγνοῦ νέου τήν ἡμέρα ἐκείνη, πού φόρεσε τόν λευκό χιτώνα τοῦ βαπτίσματος, ὑπῆρξε ἀφάνταστα μεγάλη. Μιά ἀπόδειξη τούτης τῆς χαρᾶς εἶναι καί ἡ πλούσια χρηματική προσφορά του γιά χάρη τῶν πτωχῶν ἀδελφῶν τοῦ Χριστοῦ.

Μέ τήν εἴσοδό του στήν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ ὁ νεοπροσήλυτος χριστιανός ρίχτηκε μέ πιό πολύ κέφι στόν ἀγώνα. Ἡ Ἁγία Γραφή γίνηκε ὁ ἀγαπημένος του σύντροφος καί ἡ ζωή τῶν ἐνάρετων ἀνδρῶν, πού μελετοῦσε στά ἱερά κείμενα, ἦταν ἐκείνη πού προσπαθοῦσε καί ὁ ἴδιος νά μιμηθεῖ καί ἀκολουθήσει. Ἡ πνευματική ζωή τόν συνεῖχε κυριολεκτικά. Πόθος του ἕνας:
Ν’ ἀποχωρισθεῖ ἀπό καθετί πού θά τόν κρατοῦσε δεμένο μέ τά ὑλικά, τά γήινα καί ἐλεύθερος νά τραβήξει τόν δύσκολο, μά εὐλογημένο δρόμο, πού φέρει τόν ἄνθρωπο στόν οὐρανό.
Αὐτή τήν ἐποχή στήν Ἀλεξάνδρεια καί σ’ ὅλη τήν Αἴγυπτο κυριαρχοῦσε ἡ φήμη τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου. Μορφωμένοι καί ἀγράμματοι μιλοῦσαν μέ σεβασμό γιά τή θεοσέβεια τοῦ ξακουστοῦ ἀσκητῆ. Κοντά σ’ αὐτόν ὁ ζηλωτής νέος ἐπιθύμησε νά μαθητεύσει ἔστω καί γιά λίγο.
Χωρίς νά χάσει καιρό ἕνα πρωί ἄφησε τήν πολυθόρυβη πόλη καί τράβηξε στήν ἔρημο. Βρῆκε τόν Ἅγιο ἐρημίτη καί ἔμεινε κοντά του ἀρκετό καιρό. Στό διάστημα αὐτό σάν τή μέλισσα ρούφηξε ἀπό τόν καθηγητή τῆς ἀσκήσεως ὅτι καλό μπόρεσε νά δεῖ καί ν’ ἀκούσει μέ ἀποτέλεσμα ἡ καρδιά του νά σκλαβωθεῖ ἀκόμη περισσότερο ἀπό τήν ἀγάπη τῆς ἄλλης, τῆς μακαρίας ζωῆς.
Πλησίον στόν πολύπειρο ἀγωνιστή τοῦ καλοῦ καί τῆς ἀρετῆς ἔμαθε ὁ ἁγνός νέος νά ζεῖ σέ μία θεϊκή ἀνάταση. Ἡ ζωντανή προσευχή, ἡ προσεκτική μελέτη, ἡ ἀνάλογη περισυλλογή καί ὁ αὐστηρός αὐτοέλεγχος ἦταν ἡ καθημερινή ἀπασχόλησή του. Μέ τά μέσα τοῦτα τά πνευματικά ὁ ζηλωτής νέος ἀγωνίστηκε ν’ αὐξήσει τίς διανοητικές του δυνάμεις καί νά ἀποκτήσει σιγά – σιγά τά ἐφόδια πού χρειαζόταν γιά τούς κατοπινούς του ἀγῶνες. Ἐδῶ συνήθισε ἀκόμη ν’ ἀξιοποιεῖ τόν χρόνο του καί νά ἱεραρχεῖ τίς ἀνάγκες του. Ἔτσι ἔγινε ἕνας θεοκεντρικός ἄνθρωπος. Κύριο σκοπό τῆς ὑπάρξεώς του ἔβαλε ν’ ἀρέσει στόν Θεό. Καί ὅλες του οἱ δυνάμεις, ὅλες του οἱ προσπάθειες, ὅλοι του οἱ ἀγῶνες σέ τοῦτο καί μόνο στράφηκαν: Στό πῶς νά καλλιεργήσει μέσα του τό «κατ’ εἰκόνα», γιά νά ἐπιτύχει «τό καθ’ ὁμοίωσιν». Στό πῶς ν’ ἀναπτύξει τά χαρίσματα μέ τά ὁποῖα τόν ἐπροίκισε ὁ Πανάγαθος Θεός, γιά νά ἐπιτύχει νά γίνει κάποια μέρα γνήσια εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Ἕνας ἀληθινός ἄνθρωπος ἀρετῆς. Ἕνας Ἅγιος.
Μέ τούτη τήν ἀπόφαση καί τοῦτο τόν πόθο καί σκοπό ὡς θησαυρό πολύτιμο στήν ψυχή του ἀποχαιρέτησε κάποιο πρωινό τόν πνευματικό του πατέρα καί καθοδηγητή τῆς ἐρήμου Ἀντώνιο καί πῆρε τόν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς στήν πατρίδα του. Ποθοῦσε νά δεῖ τούς γονεῖς του, γιατί ἔμαθε πώς δέν ἦσαν καλά στήν ὑγεία. Καί ἀκόμη ἤθελε νά τακτοποιήσει καί μερικά περιουσιακά στοιχεῖα, πού ἦσαν ἐκκρεμῆ.
Σάν ἔφθασε, πῆγε καί κτύπησε τήν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ του. Κάποιος γείτονας πού ἄκουσε τό κτύπημα, βγῆκε καί τοῦ εἶπε πώς τόσο ὁ πατέρας ὅσο καί ἡ μητέρα του εἶχαν ἐδῶ καί ἀρκετό καιρό φύγει ἀπό τοῦτο τόν κόσμο. Λυπημένος ὁ φιλόστοργος νέος καί ἀκολουθούμενος ἀπό τόν γείτονα τράβηξε πρός τό κοιμητήριο. Πάνω ἀπό τό χῶμα τοῦ τάφου πού σκέπαζε τ’ ἀγαπημένα πρόσωπα, γονάτισε. Γιά ὦρες ἔμεινε ἐκεῖ προσευχόμενος μέ ἱερή κατάνυξη.
Στήν πατρίδα του ὁ ἐραστής τῆς ἀγγελικῆς ζωῆς δέν στάθηκε γιά πολύ. Ἀφοῦ μοίρασε τήν πατρική περιουσία στούς πτωχούς καί ἀποχαιρέτησε τούς γνωστούς, ἀνεχώρησε. Γεμάτος ἀποφασιστικότητα προχώρησε γιά τήν ἐκπλήρωση τοῦ ἱεροῦ σκοποῦ του. Τά λόγια τοῦ θείου Παύλου «ἐμοί κόσμος ἐσταύρωται καί ἐγώ τῷ κόσμῳ» (Γαλατ. στ’ 14) ἀντηχοῦσαν δυνατά μέσα του καί τοῦ γέμιζαν τήν ψυχή ἀπό ἀληθινή εὐτυχία. Ὅλος ὁ κόσμος μέ τίς δόξες καί τίς τιμές μά καί τά Πλούτη καί τίς ἡδονές καί ὅλα τά θέλγητρά του σταυρώθηκαν καί νεκρώθηκαν γιά τόν εὐγενικό νέο. Τίποτα ἀπ’ αὐτά δέν μποροῦσε νά τόν τραβήξει ἢ νά τόν συγκινήσει. Μά καί κανένα ἄλλο ἀπό ἐκεῖνα πού λέγονται ἀγαθά τοῦ κόσμου τούτου, δέν ἦταν δυνατό νά τόν δελεάσει καί νά τοῦ μεταλλάξει τήν ἀγάπη καί τήν ἀφοσίωσή του στόν Σωτήρα Χριστό. Καύχηση καί χαρά του ἦταν μόνο Αὐτός, πού πέθανε πάνω στόν σταυρό γιά τίς ἁμαρτίες του, μά καί γιά τίς ἁμαρτίες ὅλων ἐκείνων πού θά πίστευαν σ’ Αὐτόν. Τό ὄνομά Του ἀνέλαβε νά κηρύξει. Καί τό κηρύττει παντοῦ.
«Οὐκ ἐστίν ἐν ἄλλῳ οὐδενί ἡ σωτηρία, οὐδέ γάρ ὄνομα ἐστίν ἕτερον ὑπό τόν οὐρανόν τό δεδομένον ἐν ἀνθρώποις ἐν ὢ δεῖ σωθῆναι ἡμᾶς» (Πράξ. δ’ 12). Κανένα ἄλλο πρόσωπο δέν μπορεῖ νά μᾶς ἐξασφαλίσει τήν σωτηρία. Κανένα ἄλλο ὄνομα δέν ἔχει δοθεῖ ἀπό μέρους τοῦ Θεοῦ, πού νά μπορεῖ νά μᾶς σώσει. Μόνο ὁ Χριστός εἶναι ὁ ἀληθινός Σωτήρ. Σ’ Αὐτόν ἂς πιστέψουμε ὅλοι. Αὐτά μέ παρρησία καί ζωντάνια κηρύττει παντοῦ ὁ νέος Ἱεραπόστολος. Καί τό κήρυγμά του συγκινεῖ καί ἐνθουσιάζει. Μά καί πείθει καί οἰκοδομεῖ. Ἕνα μεγάλο ποσοστό ἀπό τούς εἰδωλολάτρες πού κατοικοῦσαν στίς περιοχές ἐκεῖνες τῆς Γάζας καί τῆς Νότιας Παλαιστίνης δέχτηκαν τό κήρυγμα τῆς σωτηρίας χάρη στόν Ἅγιο καί ἔγιναν χριστιανοί. Ἀλλά καί οἱ αἱρετικοί πού ζοῦσαν στά μέρη ἐκεῖνα, στό πρόσωπο τοῦ Ὁσίου βρῆκαν τόν σθεναρό καί ἀκαταμάχητο πρόμαχο τῆς Ὀρθοδοξίας.
Ἀφοῦ γιά ἕνα χρονικό διάστημα ὁ ζηλωτής ἐργάτης τοῦ Εὐαγγελίου ἀσχολήθηκε μέ τό ἱεραποστολικό ἔργο, κατόπιν ἀποσύρθηκε στήν ἀγαπημένη του ἔρημο. Ἐκεῖ κοντά στό λιμάνι τοῦ Μαϊουμᾶ προχώρησε καί ἔστησε τό ἡσυχαστήριό του. Τριάντα ἑπτά χρόνια πέρασε στό μέρος αὐτό. Τριάντα ἑπτά ὁλόκληρα χρόνια αὐστηρῆς ἀσκήσεως.
Ἕνας τρίχινος σάκος, πού ταλαιπωροῦσε τό κορμί του, ἦταν τό φόρεμά του χειμώνα – καλοκαίρι. Στόν λαιμό ἔφερε μία δερμάτινη λωρίδα, δῶρο τοῦ πνευματικοῦ του πατέρα, τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου. Κατοικία του εἶχε μία σπηλιά μ’ ἕνα στενότατο κελί. Καί τροφή του λίγα ξερά σύκα καί μερικά ἄγρια χόρτα. Μέ τήν αὐστηρή του τούτη ἐγκράτεια, ἀλλά καί τήν θερμή καί ἀδιάλειπτη προσευχή καί τήν συνεχή μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἀγωνιζόταν κάθε μέρα γιά ἕνα πράγμα μόνο:
Στό πῶς νά ἀρέσει στόν Θεό.
Σάν τό χρυσάφι πού δοκιμάζεται στή φωτιά, ἔτσι καί αὐτός δοκιμάστηκε τοῦτο τόν καιρό ἀπό τούς ποικίλους πειρασμούς πού ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐπέτρεψε νά τοῦ ἔρθουν γιά προσωπική του ὠφέλεια καί δοκιμή. Ὅμως μέ τό νά ἔχει τήν σκέψη του στραμμένη στό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί τήν καρδιά του καθαρή ἀπό κάθε ἀκάθαρτο λογισμό κατόρθωσε καί τούς πειρασμούς νά ξεπεράσει καί αὐτός ἀπρόσβλητος νά μένει. Κάτι περισσότερο. Πέτυχε νά γίνει ἡ ψυχή του κατοικητήριο Αὐτοῦ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὥστε τίποτα στόν κόσμο νά μήν τόν φοβίζει καί νά μή τόν ταράσσει.
Τό παρακάτω περιστατικό εἶναι ἐνδεικτικό του θάρρους καί τῆς τόλμης πού διέκρινε τόν Ὅσιο.
Κάποτε ἐκεῖ στήν ἐρημιά, στήν ἀρχή πού πῆγε, μιά συμμορία ἀπό ληστές τόν εἶχε ἐπισημάνει καί τόν πλησίασε μέ κακές διαθέσεις.
- Τί θά ἔκαμνες, καλόγηρε, ἂν ἐδῶ στήν ἐρημιά πού εἶσαι μόνος, σοῦ ἐπετίθεντο ληστές; τόν ρώτησε μέ προσποιητή ἀφέλεια ὁ ἀρχηγός τους.
- Τί ἔχει νά φοβηθεῖ ἕνας γυμνός σάν καί έμένα; ἀπήντησε μέ πραότητα κι ἀταραξία ὁ ἐρημίτης.
- Καί ἂν σέ σκοτώσουν; πρόσθεσε ὁ ληστής.
- Ὁ θάνατος δέν φοβίζει ἐκεῖνον, πού εἶναι ἕτοιμος νά πεθάνει, ξανάπε ὁ ἐρημίτης. Ὁ θάνατος κλείει τούτη τήν ζωή τήν προσωρινή. Μά ἀνοίγει τήν ἄλλη, τήν αἰώνια, τήν πραγματική. Σ’ αὐτήν βαδίζουμε ὅλοι
.
Τά λόγια του αὐτά καί ὁ τρόπος μέ τόν ὁποίο τά εἶπε ἔκαμαν τούς ληστές σκεφτικούς. Ἀπομακρύνθηκαν σιωπηλοί, γιά νά ξαναγυρίσουν σέ λίγο. Κάθισαν μπροστά στό κελί του καί ἄρχισαν νά ζητοῦν ἀπό αὐτόν πιό πολλές ἐξηγήσεις. Στό τέλος ὁμολόγησαν τόν σκοπό τους καί μέ δάκρυα γονάτισαν μπροστά του καί ζήτησαν συγχώρηση. Ὁ Ἅγιος τούς συγχώρησε καί ἐξακολούθησε τήν διδασκαλία του. Ἀπό τήν ἡμέρα ἐκείνη συνεχίστηκαν οἱ ἐπισκέψεις μέ ἀποτέλεσμα στό τέλος νά πιστέψουν καί νά βαπτιστοῦν ὄχι μονάχα αὐτοί, ἀλλά καί ἄλλοι ὁμοεθνείς τους πού κατοικοῦσαν στήν πόλη τῆς Ἰδουμαῖας, Ἐλούζη. Ἔτσι ὁ Ἅγιος πῆρε τόν τίτλο: Ἀπόστολος τῶν Σαρακηνῶν.
Ἡ φήμη τῆς ἁγιότητας τοῦ ὁσίου διαδόθηκε τόσο πολύ, ὥστε νωρίς πλήθη ἀπό μοναχούς συγκεντρώθηκαν γύρω του, γιά ν’ ἀκοῦνε τά λόγια του καί νά ἔχουν τήν πνευματική καθοδήγησή του. Μέ τόν τρόπο αὐτό πολλά μοναστήρια φύτρωσαν σέ ὅλη ἐκείνη τήν περιοχή. Γιά τοῦτο δίκαια θεωρεῖται ὁ ἱερός ἀσκητής ὡς ὁ εἰσηγητής τοῦ μοναχισμοῦ στήν Παλαιστίνη, καθώς καί ὁ Μέγας Ἀντώνιος εἰσηγητής τοῦ μοναχισμοῦ στήν Αἴγυπτο.
Στή μεγάλη φήμη τοῦ Ἱλαρίωνα, πολύ συνέβαλε καί τό θαυματουργικό του χάρισμα. Πολλά, πάρα πολλά θαύματα ἀναφέρονται σ’ αὐτόν. Θεραπεῖες διαφόρων ἀσθενειῶν καί δαιμονισμένων.
Ἡ ἀγάπη του σέ ὅσους ἔπασχαν ἀπό κάτι ἦταν συγκινητική. Ἕνα πράγμα δέν ἀνεχόταν ὁ καλοκάγαθος ἐρημίτης: Τήν πλεονεξία καί τή φιλαργυρία στούς μοναχούς.
Σάν παρατηροῦσε μία τέτοια ἀδυναμία σέ κάποιον, τότε ὁ Ἅγιος φρόντιζε νά καλέσει ἐκεῖνον τόν μοναχό κοντά του καί νά τόν συμβουλέψει. Ὅταν ὅμως ἐκεῖνος περιφρονοῦσε τίς συμβουλές του καί συνέχιζε νά διατηρεῖ τό πάθος του, τότε κι αὐτός ἔσπευδε νά διακόψει κάθε σχέση καί ἐπαφή μαζί του. Κάτι περισσότερο. Ἀρνιόταν καί νά τόν δεχθεῖ νά πάρει κάτι, πού προερχόταν ἀπό τόν κῆπο του. Ἕνα λάχανο, γιά παράδειγμα ἢ ἕνα καρπό.
Μιά φορά ἕνας τέτοιος φιλάργυρος μοναχός, πού παρά τίς ὑποδείξεις τοῦ Ἁγίου, συνέχιζε νά μένει ἀδιόρθωτος, ἔστειλε λάχανα σ’ αὐτόν ἀπό τόν κῆπό του, γιά νά τόν ἐξευμενίσει.
Στόν μαθητή του Ἠσύχιο πού ἔφερε τό δῶρο γιά νά τό δείξει σ’ αὐτόν καί νά τό καμαρώσει, ὁ συνεπής στίς ἀρχές του ἀσκητής εἶπε:
Βρωμοῦν αὐτά τά λάχανα, Ἠσύχιε, βρωμοῦν...
– Τά ἔχω πλύνει καλά, Ἀββᾶ, ἐξήγησε ὁ μαθητής.
– Καί ὅμως σέ βεβαιώνω πώς βρωμοῦν, ἐπανέλαβε ὁ Ἅγιος. Βρωμοῦν ἀπό φιλαργυρία!

Καί δέν τά ἄγγισε. Ναί! δέν δέχτηκε νά τ’ ἀγγίσει.
Ὑπερβολική αὐστηρότης ή συνέπεια; Συνέπεια! Τό στοιχεῖο πού λείπει ἀπό τήν ζωή τῶν συγχρόνων χριστιανῶν. Ἡ ἀρετή πού πρέπει νά προσεχθεῖ ἰδιαίτερα σήμερα καί νά γίνει ἀχώριστος σύντροφος τῆς ὅλης ζωῆς μας, ἂν θέλουμε νά μή νοθευτεῖ περισσότερο καί νά καταντήσει ἀγνώριστη ἡ Ὀρθόδοξη Πίστη μας μέ τίς συνεχείς ὑποχωρήσεις μας καί τίς σκοπιμότητές μας.
Οἱ καθημερινές ἐπισκέψεις στό κελί τοῦ Ἁγίου γιά θεραπεία καί συνομιλία μ’ αὐτόν εἶχαν γίνει τόσες πολλές μέ τόν καιρό, πού ὁ μακάριος ἀσκητής πῆρε τήν ἀπόφαση νά φύγει ἀπό τόν τόπο ἐκεῖνο. Καί τό ἔκαμε.
Παρά τίς παρακλήσεις τῶν γνωστῶν του, πού μέ δάκρυα τόν προέπεμψαν στό τέλος, ὁ Ἱλαρίων στήν ἡλικία τῶν 63 περίπου χρόνων ἔφυγε ἀπό τήν Παλαιστίνη. Στήν ἀρχή κατευθύνθηκε στήν Αἴγυπτο. Μέ συνοδεία μερικούς μαθητές του προχώρησε καί ἔφτασε στό ἀναχωρητήριο τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου. Ὁ μεγάλος ἐρημίτης εἶχεν ἤδη πεθάνει. Δύο μαθητές του ἀνέλαβαν τήν ξενάγησή τους. Μέ βαθιά συγκίνηση ὁ Ἱλαρίων καί οἱ συνοδοί του ἐπισκέφθηκαν καί στάθηκαν στά μέρη πού ὁ θεμελιωτής τῆς ἀγγελικῆς ζωῆς συνήθιζε νά προσεύχεται, νά ἐργάζεται, νά ἀπασχολεῖται...
Ὕστερα ἀπό λίγες μέρες παραμονή τους στόν τόπο ἐκεῖνο, ὁ Ἅγιος προχώρησε μέ τήν συνοδεία του καί ἀπό τή μία ἔρημο στήν ἄλλη κατέβηκε σέ μία παραλιακή πόλη τῆς Λιβύης, τήν Ἄβασσο.
Τήν ἐποχή αὐτή στόν θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀνέβηκε ὁ Ἰουλιανός ὁ Παραβάτης (361 – 363). Οἱ Ἀρειανοί πού ἀναθάρρησαν ἀπό τή στάση τοῦ αὐτοκράτορα ἄρχισαν ν’ ἀναζητοῦν τόν Ἅγιο γιά νά τόν κακοποιήσουν. Ὁ Ἱλαρίων σάν τό ἔμαθε, ἔφυγε καί ἀπό ἐκεῖ καί μέ πλοῖο πέρασε στήν Σικελία καί μετά στήν Δαλματία.
Τά πολλά θαύματα, πού μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ ἔκανε στά μέρη πού περνοῦσαν, προσείλκυαν καθημερινά στόν τόπο πού διέμενε πλήθη ἀνθρώπων, πού ἔπασχαν ἀπό διάφορες ἀρρώστιες. Τοῦτο ὅμως ἐμπόδιζε τόν Ὅσιο νά χαρεῖ τή θεόγνωστη ἡσυχία πού διψοῦσε. Γι’ αὐτό, κάποια μέρα πού βρῆκε ἕνα πλοῖο πού ταξίδευε στήν Κύπρο, μπῆκε μέσα γιά τό νησί.
Στό ταξίδι ἕνα πλοῖο ληστρικό τούς κυνήγησε. Οἱ ταξιδιῶτες, πού τό εἶδαν, τρόμαξαν κυριολεκτικά καί ἄρχισαν νά κλαῖνε. Ὁ Ἅγιος ὅμως τούς ἐνίσχυσε καί στό τέλος τούς ἔσωσε. Τήν ὥρα πού τό ἐχθρικό πλοῖο τούς πλησίαζε καί ἑτοιμαζόταν νά τούς κτυπήσει, ὁ Ἱλαρίων ἔριξε μία πέτρα ἀνάμεσα στά δυό πλοῖα. Ἕνα τεῖχος ὀρθώθηκε μπροστά στούς ληστές πού δέν τούς ἄφησε νά προχωρήσουν. Ἔτσι ἀσφαλισμένο πιά τό πλοῖο μέ τόν Ἅγιο συνέχισε τό ταξίδι του καί ἔφτασαν στήν Πάφο.
Ἡ πόλη, ὅπως μᾶς ἀναφέρει ὁ Ἅγιος Νεόφυτος, ἦταν τότε καταστρεμμένη ἀπό σεισμούς ἐξ αἴτιας τῆς ἀσέβειας τῶν κατοίκων της. Ἔξω ἀπό αὐτή καί ἀνάμεσα στά ἐρείπια συνέχισε ὁ Ἅγιος τους ἀσκητικούς του ἀγῶνες. Ἐπειδή ὅμως καί στό μέρος αὐτό ἄρχισαν νά τόν ἐπισκέπτονται πολλοί γιά θεραπεία, δυό χρόνια μόνο ἔμεινε στόν τόπο ἐκεῖνο. Ἀπό ἐκεῖ προχώρησε καί ἔφτασε στό μεγάλο καί δύσβατο βουνό, μέ τά πανύψηλα δένδρα καί τά πολλά νερά. Μά καί τόν εἰδωλολατρικό ναό πού ἦταν ἀφιερωμένος κατά τήν παράδοση στήν «θεά τοῦ ἔρωτα». Στόν τόπο αὐτό ἔστησε ὁ Ἅγιος τό ἡσυχαστήριό του. Πέντε χρόνια ἔζησε ἐκεῖ. Χρόνια δημιουργικά, εὐλογημένα.
Μέ τήν διδασκαλία του τήν ζωντανή καί τά πολλά τοῦ θαύματα σιγά – σιγά ἡ λατρεία τῶν εἰδώλων ἐκτοπίσθηκε καί τήν θέση της πῆρε ἡ ἀληθινή θρησκεία τοῦ γλυκύτατου Ἰησοῦ.
Στήν ἡλικία τῶν ὀγδόντα χρόνων ὁ θαυματουργός ἀσκητής ἀρρώστησε. Ἀφοῦ κάλεσε κοντά του τά πνευματικά του παιδιά καί τά συνεβούλεψε νά μένουν πιστά μέχρι θανάτου στήν διδασκαλία τοῦ Κυρίου, τά εὐλόγησε καί ἀφῆκε τήν ἁγνή ψυχή του νά μεταπηδήσει στούς πάμφωτους κόσμους τοῦ οὐρανοῦ (371 μ.Χ.).
Οἱ Κύπριοι θρήνησαν μέ τήν καρδιά τους τόν ἀγαπημένο τους ἐρημίτη καί ἔθαψαν μέ μεγάλες τιμές τό σκήνωμά του στόν χῶρο ἐκεῖνο.
Δυστυχῶς τό λείψανο τοῦ μεγάλου θαυματουργοῦ δέν ἔμεινε γιά καιρό στό νησί μας. Οἱ χριστιανοί τῆς Παλαιστίνης, σάν ἔμαθαν τόν θάνατο τοῦ Ὁσίου, ἔστειλαν ἐδῶ τόν μαθητή του Ἠσύχιο, ὁ ὁποῖος μέ τρόπο ἀνέσκαψε τόν τάφο. Χωρίς νά τόν ἀντιληφθεῖ κανένας πῆρε τά ἱερά λείψανα καί τά μετέφερε στήν Παλαιστίνη. Ἐκεῖ οἱ χριστιανοί τά ἐναπέθεσαν μέ ξεχωριστές τιμές στή Μονή τοῦ Μαϊουμᾶ.
Ὅμως ἂν τά ἱερά λείψανα τοῦ μεγάλου ἀσκητή ἀφαιρέθηκαν καί μεταφέρθηκαν μακριά ἀπό τό φιλόξενο νησί τῆς Κύπρου, πού ὁ ἴδιος διάλεξε γιά ἐπίγεια κατοικία του, ἡ πνευματική παρουσία τοῦ Ἁγίου παραμένει. Παραμένει μέ τά θαύματα πού γίνονται ἀκόμη καί σήμερα στόν τόπο ὅπου θάφτηκε ἀρχικά. Παραμένει ἀκόμη μέ τούς ναούς πού ἔχουν ἀφιερωθεῖ στήν χάρη του καί τίς πάμπολλες εἰκόνες του πού εἶναι ἐγκατεσπαρμένες στό νησί.
Ὅλα αὐτά ἀποτελοῦν μία ζωντανή πνευματική παρουσία τοῦ Ἁγίου. Γιατί ὅλα αὐτά μιλοῦν γιά τόν φλογερό καί ἀκατάβλητο ἀγωνιστή τοῦ καλοῦ καί τῆς ἀρετῆς. Τόν ἀγωνιστή μέ τήν Ἁγία ζωή, τήν ζωή τῆς συνέπειας καί τοῦ ἡρωισμοῦ. Τόν ἀγωνιστή πού πάλεψε καί νίκησε τήν σάρκα καί τόν κόσμο τῆς ἁμαρτίας. Ἀλλά καί τόν ἀγωνιστή πού ζητάει καί θέλει μιμητές. «Μιμηταί μου γίνεσθε καθώς καγῶ Χριστοῦ» μας φωνάζει.
Ταίς τοῦ Ἁγίου Ἱλαρίωνος πρεσβείαις ὁ Θεός, ἐλέησον καί σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Ἐγκρατείας τῇ αἴγλῃ λαμπρυνθείς τήν διάνοιαν, ἤστραψας θαυμάτων ἀκτῖνας Ἱλαρίων Πατήρ ἡμῶν, καί γέγονας φωστήρ περιφανής, καί στῦλος εὐσεβείας θεαυγής, καταυγάζων τῇ ἐνθέῳ σου βιοτῇ, τούς πίστει προσιόντας σοι. Δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σέ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διά σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος.
Ὡς φωστῆρα ἄδυτον, τοῦ νοητοῦ σε Ἡλίου, συνελθόντες σήμερον, ἀνευφημοῦμεν ἐν ὕμνοις· ἔλαμψας, τοῖς ἐν τῷ σκότει τῆς ἀγνωσίας, ἅπαντας, ἀναβιβάζων πρός θεῖοv ὕψος, Ἱλαρίων τούς βοῶντας· χαίροις ὦ Πάτερ, τῶν Ἀσκητῶν ἡ κρηπίς.

Μεγαλυνάριον.
῎Ωφθης ὡς ἐλαία καρποτελής, ἐν οἴκῳ Κυρίου, Ἱλαρίων Πατῆρ ἡμῶν, ἔργων σου ἐλαίῳ, φαιδρῶς καθιλαρύνων, Χριστοῦ τήν Ἐκκλησίαν, σέ μεγαλύνουσαν.

Pin It
footer

Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ