AgiosSpiridon_11νήκει στήν ἱερή φάλαγγα τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας τῶν πρώτων αἰώνων.
Γεννήθηκε τό 270 μ.Χ. καί ἔζησε στά χρόνια του Μ. Κωνσταντίνου (306 – 337) καί τοῦ γιοῦ του Κωνστάντιου (337 – 361).
Γενέθλια πατρίδα του ὁ Ἅγιος Σπυρίδων εἶχε ὄχι τήν Τριμυθούντα τῆς Κύπρου, ὅπως γράφουν πολλοί καί πού σήμερα εἶναι ἕνα μικρό χωριό μέ τό ὄνομα Τρεμετουσία, ἀλλά τήν γειτονική της κωμόπολη Ἄσσια.
Αὐτό μᾶς λέγει ὁ Ἅγιος Τριφύλλιος, πρῶτος Ἐπίσκοπος τῆς Λευκωσίας καί μαθητής τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος. «Οὗτος οὒν ὁ Ἅγιος Σπυρίδων ἀγροῖκος μέν ἣν εἰπεῖν κατά τήν ἀνατροφήν, ἐν χωρίῳ Ἀσκία καλουμένω γεννηθεῖς εἰς τήν Κυπρίων ἐπαρχίαν». Τό χωριό Ἀσκία (πιό σωστά Ἄσκια) εἶναι ἡ γνωστή κωμόπολη τῆς Ἄσσιας, πού εἶναι κοντά στήν Τριμυθούντα. «Ἀγροῖκος» σημαίνει ἄνθρωπος ἁπλοϊκός, ἄνθρωπος πού δέν σπούδασε, δέν ἔμαθε νά γράφει καί νά διαβάζει καλά.
Ἄνθρωπος, ὅπως λέμε ἐμεῖς σήμερα τοῦ βουνοῦ καί τοῦ κάμπου. Ἄνθρωπος τῆς ὑπαίθρου· καί τέτοιος πραγματικά ἦταν ὁ Ἅγιός μας. Τέτοιοι ἦσαν καί οἱ γονεῖς του. Ἄνθρωποι ἀγρότες, φτωχοί, ἀλλά πολύ ἐνάρετοι καί πιστοί. Γι’ αὐτό καί τό παιδί τους τό ἀνέθρεψαν μέ προσοχή καί φόβο Θεοῦ. Τό ἀνέθρεψαν, ὅπως λέγει καί ὁ θεῖος Παῦλος γιά τόν μαθητή του Τιμόθεο, ὅτι τόν ἀνέθρεψε ἡ γιαγιά του Λωΐδα καί ἡ μητέρα του Εὐνίκη «ἐν παιδείᾳ καί νουθεσία Κυρίου».

Μόρφωση καί ζωή
Γράμματα ὁ Ἅγιος δέν ἔμαθε πολλά. Οὔτε φοίτησε σέ ἀνώτερες Σχολές, ὅπως οἱ ἄλλοι μεγάλοι ἱεράρχες τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἁγία Γραφή ὅμως, τό βιβλίο τοῦ Θεοῦ, ἦταν ὁ καθημερινός καί ἀχώριστος σύντροφός του. Ὅπου πήγαινε, μαζί του τήν ἔπαιρνε. Μαζί του στό σπίτι. Μαζί του καί ὅταν ὁδηγοῦσε τά πρόβατα στή βοσκή, γιατί ἦταν βοσκός. Μέσα στό σακίδιό του, τήν γνωστή κυπριακή βούρκα στήν ὁποία εἶχε βαλμένο τό λιτό του γεῦμα, εἶχε καί τό Εὐαγγέλιό του. Πόσο συγκινητική, μά καί ἀξιομίμητη ἀλήθεια ἦταν τούτη ἡ συνήθειά του! Νά τήν ἐξάρουμε; Μιλάει μόνη της. Τοῦτο προσθέτουμε:
Ἐκεῖ στόν κάμπο τόν πλατύ, ὅταν τά πρόβατα βοσκᾶνε, ὁ Σπυρίδων καθισμένος κάτω ἀπό τόν ἴσκιο κάποιου δένδρου ἢ πάνω σέ κάποιο ψήλωμα μελετοῦσε μ’ εὐφροσύνη τά λόγια τοῦ Θεοῦ καί σάν τόν Δαβίδ ἔψαλλε καί δοξολογοῦσε τά μεγαλεῖα του. Πολλές φορές ἀκόμη καλοῦσε κοντά του τούς ἄλλους βοσκούς καί μέ στοργή καί ἀγάπη παραδειγματική τούς δίδασκε τοῦ Θεοῦ τόν νόμο, καί ἀγωνιζόταν ὦρες νά ὁδηγήσει τίς ψυχές τους στά χλοερά λιβάδια τῆς χριστιανικῆς πίστης.
Ἀπό τά πρῶτά του βήματα τό λουλούδι αὐτό τοῦ Οὐρανοῦ καί ὄργανο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος φρόντιζε νά σκορπίσει παντοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας τά ἀρώματα. Κάθε μέρα πού περνοῦσε, ὁ ζῆλος του γιά τήν σωτηρία τῶν γύρω του, μά καί ἡ ἀγάπη καί ἡ ταπείνωσή του, τόν ἀνέβαζε καί σέ ψηλότερες βαθμίδες ἀρετῆς καί ἠθικῆς τελειώσεως. Καί γινόταν γιά τίς δύσκολες ἡμέρες τῆς ἐποχῆς του, ἐποχῆς σκληρῶν διωγμῶν καί εἰδωλολατρίας, πρότυπο θάρρους καί χριστιανικῆς ὁμολογίας. Στόν διωγμό, πού ἐξαπέλυσε ἐνάντια στούς χριστιανούς ὁ Μαξιμίνος (308 – 313) συνελήφθη καί ὁ ἱερός Σπυρίδων. Ὁ φλογερός καί ὑπέρμαχος τῆς χριστιανικῆς ἀλήθειας τοῦ Θεοῦ ἐπίσκοπος δέν μποροῦσε νά ἀγνοηθεῖ. Τά βασανιστήρια πολλά. Σ’ ἕνα ἀπ’ αὐτά ὅπως μᾶς λέγει κάποιος συναξαριστής, εἶχε ἐξαρθρωθεῖ καί τό πόδι του καί εἶχε βλαφθεῖ καί τό ἕνα του μάτι.
Τούς παλμούς τῆς καρδιᾶς του καί τήν ἀγάπη του ὅμως στόν Χριστό τίποτα δέν μπόρεσε νά μειώσει. Μιά εὐφροσύνη πλημμύριζε ὁλόκληρο τό εἶναι του, σάν σκεφτόταν ὅτι ἔπασχε γιά τήν πίστη του στόν Σωτήρα Χριστό. «Οὐκ ἄξια τά παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρός τήν μέλλουσαν δόξαν ἀποκαλυφθῆναι εἰς ἡμᾶς». (Ρωμ. η’ 18), ἔλεγε καί ἐπαναλάμβανε ἀπό μέσα του, σάν δεχόταν τά ραπίσματα καί τούς ἄλλους ἐξευτελισμούς.

Ὁ Ἅγιος δημιουργεῖ οἰκογένεια
Μά καί στίς ἡμέρες τῆς εὐτυχίας καί τῆς οἰκογενειακῆς θαλπωρῆς πού ἀπολάμβανε μετά τήν ἀπελευθέρωσή του, πού ἔγινε πιθανόν ὕστερα ἀπό τήν κυκλοφορία τοῦ διατάγματος τῶν Μεδιολάνων, ἡ φλόγα τῆς πίστεώς του στόν Χριστό ἔμεινε ἀμείωτη καί ἡ ἀγάπη του πάντα ὑποδειγματική.
Εἶπα στίς ἡμέρες τῆς οἰκογενειακῆς θαλπωρῆς, γιατί νέος ὁ Ἅγιός μας, κατόπιν πιέσεως τῶν γονιῶν του δημιούργησε οἰκογένεια. Δυστυχῶς ὅμως πολύ νωρίς ἔχασε τήν προσφιλή του σύντροφο. Τήν κάλεσε ὁ Κύριος κοντά του. Ἔτσι ὁ Σπυρίδων ἔμεινε μόνος μέ συντροφιά τήν χαριτωμένη κόρη του, τήν Εἰρήνη του. Ὁ πόνος ὑπῆρξε μεγάλος. Ὅμως, ποτέ δέν παραπονέθηκε. Τά λόγια τοῦ πολύαθλου Ἰῶβ ἦταν πάντα στό στόμα του. «Ὁ Κύριος ἔδωκεν, ὁ Κύριος ἀφείλατο. Ὡς τῷ Κυρίῳ ἔδοξεν, οὕτω καί ἐγένετο. Εἴη τό ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον εἰς τούς αἰώνας» (Ἰῶβ α’ 21). Παρηγοριά στήν θλίψη του βρῆκε πάλι στά λόγια τοῦ Θεοῦ. Γιατί μόνο τά λόγια τοῦ Θεοῦ τίς στιγμές αὐτές εἶναι ἱκανά νά ξεκουράσουν ψυχικά τόν ἄνθρωπο καί νά τόν ὁδηγήσουν στήν σωτηρία.
Ἡ πανθομολογουμένη ἀπό ὅλους εὐσέβεια καί ἀρετή του κατέστησε τόν Ἅγιο σεβαστό καί ἀγαπητό, ὄχι μονάχα στήν πόλη του, μά καί στά γύρω χωριά. Σ’ αὐτόν ἔβρισκαν καταφύγιο οἱ δυστυχισμένοι. Αὐτόν εἶχαν προστάτη οἱ πονεμένοι. Αὐτόν ἔβλεπαν πατέρα τά ὀρφανά. Σέ κάθε ἀνάγκη σ’ αὐτόν κατέφευγαν ὅλοι, γιατί στό πρόσωπό του ἦταν βέβαιοι πώς θά βρίσκανε αὐτό πού ἤθελαν, αὐτό πού ποθοῦσαν. Τήν παρηγοριά καί τήν ἀνακούφιση.

Ὁ Σπυρίδων ποιμένας ψυχῶν
Ἔτσι, ὅταν κάποτε πέθανε ὁ ἱερέας τοῦ τόπου ἐκείνου, μικροί καί μεγάλοι μ’ ἕνα στόμα τόν Σπυρίδωνα κάλεσαν καί τόν ἔπεισαν νά χειροτονηθεῖ ποιμένας τῶν ψυχῶν τους. Ἀργότερα κλῆρος καί λαός μέ τίς παρακλήσεις τους πάλι ἀνέδειξαν τόν Ἅγιο πρῶτο Ἐπίσκοπό τῆς Τριμυθοῦντος. Καί τήν θέση αὐτή τίμησε καί δόξασε ὅσο κανένας ἄλλος ὁ ἁπλοϊκός βοσκός. Τήν τίμησε καί τήν δόξασε, γιατί ἦταν ὁ πράος καί ταπεινός. Τά λόγια τοῦ Θείου Διδασκάλου «μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι πράος εἰμί καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ» (Ματθ. ια’ 29) ἦταν γι’ αὐτόν σύνθημα ζωῆς, ἦταν καθημερινό βίωμα.
Ὁ Σπυρίδων ἦταν ἀκόμη ἡ προσωποποίηση τῆς ἀγάπης καί καλοσύνης. Ἡ πόρτα τοῦ σπιτιοῦ του ἦταν πάντα ἀνοιχτή γιά κάθε ξένο καί περαστικό, καί γιά κάθε ὁδοιπόρο. Τά λόγια τοῦ θείου Παύλου «τήν φιλοξενίαν διώκετε» ἦταν γι’ αὐτόν τρόπος ζωῆς. Ὁ Ἅγιος ἀγαποῦσε τόν κάθε ἄνθρωπο. Ὅποιος ἐρχόταν σπίτι του ἔπρεπε νά καθίσει νά ξεκουραστεῖ, νά διανυκτερεύσει, νά φάει καί νά πιεῖ. Πολλές φορές ὁ ἴδιος ὁ Ἐπίσκοπος μιμούμενος τόν Κύριο ἔφερνε νερό καί ἔπλενε μέ ἀγάπη τά πόδια τῶν κουρασμένων στρατοκόπων γιά νά τούς ξεκουράσει. Σέ ὅλες τίς ἐκδηλώσεις τῆς ζωῆς του ὁ ταπεινός καί πράος ἐκπρόσωπος τῆς νέας πίστεως ἦταν ὁ γνήσιος ἀκόλουθος Ἐκείνου, πού ἦταν καί εἶναι «ἡ ὁδός καί ἡ ἀλήθεια καί ἡ ζωή». Ἡ ἁγιότητά του ὑπῆρξε θαυμαστῆ. Γι’ αὐτό καί ὁ Πανάγαθος Θεός πλούσια τόν ἀντάμειψε ἀπό τόν καιρό πού ἦταν ἀκόμη στή ζωή. Ἄπειρα εἶναι τά θαύματα πού ἔκαμε μέ τή βοήθεια τοῦ Χριστοῦ. Θαύματα μεγάλα, ἀναμφισβήτητα, συγκινητικά. Δίκαια ἡ Ἐκκλησία τοῦ ἔδωκε τήν προσωνυμία τοῦ Θαυματουργοῦ. Μερικά ἀπό τά θαύματα θά ἀναφερθοῦν καί ἐδῶ. Ἀξίζει νά δοῦμε καί νά γνωρίσουμε ὅλοι οἱ χριστιανοί, πόσο χαριτώνει ὁ Κύριος ἐκείνους, πού μέ σταθερότητα καί εἰλικρίνεια ἀληθινή τοῦ δίδουν τήν καρδιά τους.

Θαύματα
1. Κάποτε ἡ Κύπρος ὑπέφερε ἀπό ἀνομβρία. Πείνα μεγάλη καί ἀρρώστιες πολλές μάστιζαν κυριολεκτικά τόν δυστυχισμένο τόπο. Πολλοί πέθαιναν κάθε μέρα. Ἡ κατάσταση ἦταν τραγική. Ἕνας Ἠλίας ἢ κάποιος ἄλλος ὅμοιός του χρειαζόταν τίς στιγμές ἐκεῖνες, γιά νά ἀνοίξει τούς καταρράκτες τοῦ οὐρανοῦ. Καί σάν τέτοιος βρέθηκε ὁ Ἅγιός μας. Ὁ πόνος τοῦ λαοῦ του τόν ἔσπρωξε σέ βαθιά καί κατανυκτική προσευχή. Τό ἀποτέλεσμα ὑπῆρξε ἄμεσο. Βροχές πολλές καί εὐεργετικές ἄρχισαν νά πέφτουν σ’ ὅλο τόν τόπο. Καί ὅταν αὐτές συνεχίζονταν μέ κίνδυνο τό κακό νά γίνει μεγαλύτερο παρά τήν ἀνομβρία, τότε καί πάλι οἱ προσευχές τοῦ Ἁγίου τίς σταμάτησαν. Τό πονεμένο νησί ἀνέπνευσε. Γεννήματα ὅλων τῶν εἰδῶν πλημμύρισαν τούς κάμπους. Καί οἱ ἄνθρωποι δόξασαν τόν Μεγάλο Πατέρα, πού τόσο γρήγορα καί μέ τόση σπουδή τούς λύτρωσε ἀπό τά δεινά.
Ἰδιαίτερα ἡ ἀγάπη τοῦ Ἁγίου ἐκδηλωνόταν γιά τούς πτωχούς καί τούς δυστυχισμένους. Σ’ αὐτούς ἦταν ἀδύνατο ὁ φιλάνθρωπος Ἐπίσκοπος νά ἀρνηθεῖ τήν βοήθεια καί τήν προστασία του.
2. Κάποτε πάλι μεγάλη ἀκαρπία καί δυστυχία κτύπησε τό πολύπαθο νησί. Οἱ πλούσιοι καί ὅσοι εἶχαν γεννήματα στίς ἀποθῆκες ἔτριβαν τά χέρια ἀπό χαρά. Εὐκαιρία ἔλεγαν νά αὐξήσουμε τά πλούτη μας. Ἕνας φτωχός μέ πολυμελή οἰκογένεια κατέφυγε σ’ ἕναν τέτοιο πλούσιο καί μέ δάκρυα τόν παρακαλοῦσε νά τοῦ δανείσει λίγο σιτάρι γιά νά θρέψει τήν οἰκογένειά του καί νά τοῦ τό ἐπιστρέψει ἢ νά τοῦ τό πληρώσει μόλις μπορέσει. Ὁ σκληρός πλούσιος στά δάκρυα καί τίς παρακλήσεις τοῦ πτωχοῦ ἔμεινε ἀσυγκίνητος. Καμιά συμπάθεια, καμιά συμπόνια δέν ἔδειξε ἡ πέτρινη καρδιά του. Συντετριμμένος ὁ φτωχός σηκώθηκε καί κατευθύνθηκε στό σπίτι τοῦ Ἁγίου. Μέ πόνο ψυχῆς τοῦ ἀνέφερε τό πρόβλημά του καί τοῦ διηγήθηκε τήν στάση τοῦ πλουσίου ἀπέναντί του. Ὁ Ἅγιος, ἀφοῦ τόν ἤκουσε, τόν ἐνίσχυσε καί τοῦ εἶπε νά κάνει ὑπομονή μέχρι τήν ἑπομένη ἡμέρα. «Αὔριο, τοῦ εἶπε προφητικά, αὐτός πού ἀρνήθηκε πρό ὀλίγου νά σέ βοηθήσει, θά σέ παρακαλεῖ ὁ ἴδιος νά σοῦ δώσει ὅσο σιτάρι θέλεις. Καί τό σπίτι σου θά γεμίσει ἀπό γεννήματα».
Μέ τοῦτα τά λόγια τοῦ προανήγγελλε ὁ Ἅγιος αὐτά, πού θά γινόντουσαν τή νύκτα. Τά μεσάνυκτα βροχή καταρρακτώδης ἄρχισε νά πέφτει σέ ὅλη τήν περιοχή. Οἱ ἀποθῆκες τοῦ πλουσίου γκρεμίστηκαν καί τά γεννήματά του πλημμύρισαν τούς δρόμους. Κλαίοντας ὁ πλούσιος ἔτρεχε καί παρακαλοῦσε τούς πτωχούς νά πάρουν ὅσα θέλουν.
— «Πάρτε, ἀδελφοί μου, τούς ἔλεγε. Πάρτε νά περάσετε. Δέν θέλω χρήματα».
Τά λόγια τοῦ Ἁγίου ἐπαλήθευσαν. Οἱ πτωχοί πῆραν καί δόξασαν τόν Θεό γιά τήν εὐσπλαχνία του. Πῆρε καί ὁ πτωχός μας καί εὐχαρίστησε καί αὐτός τόν Μεγάλο Πατέρα πού κανένα δέν ἐγκαταλείπει, ἀλλά γιά ὅλους μεριμνᾶ. Ἡ χαρά ξαναγύρισε στίς πονεμένες καρδιές. Οἱ μορφές ἄλλαξαν. Μόνον τῶν πλουσίων ἡ καρδιά ἔμεινε ἡ ἴδια σκληρή καί ἀνάλγητη.
3. Μιά μέρα, ἕνας ἄλλος πτωχός μέ πολυμελή οἰκογένεια κτύπησε τήν πόρτα τῆς ἐπισκοπῆς του. Πλησίασε τόν Ἅγιο καί μέ δάκρυα τοῦ ζήτησε ἕνα δάνειο. Τό ἤθελε γιά νά πληρώσει κάποιο χρέος του σ’ ἕναν πλούσιο, πού ἀπειλοῦσε νά τοῦ πωλήσει τό σπίτι του. Ποῦ νά βρεῖ ὅμως ὁ Ἅγιος ἕνα τόσο μεγάλο ποσό; Στόν πόνο πού τοῦ δημιουργοῦσαν τά πικρά δάκρυα τοῦ πτωχοῦ, πού ἀπό τήν θλίψη σπάραζε, ὁ στοργικός ἐπίσκοπος καταστενοχωρημένος ἄρχισε νά βηματίζει. Ξάφνου ἐκεῖ μπροστά του πῆρε τό μάτι του ἕνα φίδι νά σέρνεται μέσα στήν πρασινάδα. Σάν ἀστραπή πέρασε ἀπό τόν νοῦ του τό ραβδί τοῦ Ἀαρῶν, πού στό παλάτι τοῦ Φαραώ τ’ ἀφῆκε νά πέσει στή γῆ καί ἔγινε φίδι. «Ἂς ἦταν, Κύριε, τό φίδι αὐτό νά γινόταν χρυσάφι γιά τόν πτωχό αὐτόν οἰκογενειάρχη, εἶπε σιγανά. Ναί, Κύριε. Ἂς γινόταν χρυσάφι, γιά νά βοηθηθεῖ τό δυστυχισμένο αὐτό πλάσμα σου», ξανάπε καί σήκωσε τό χέρι. Τό φίδι σταμάτησε. Καί ὁ Ἅγιος ἔσκυψε καί τό πῆρε. Στό χέρι του τό σιχαμερό ἑρπετό μεταμορφώθηκε καί ἄστραψε τώρα χρυσαφένιο.
- Πάρτο, παιδί μου, εἶπε ὁ Ἅγιος μέ καλοσύνη. Πάρτο νά κάμεις τήν δουλειά σου.
Καί ὁ πτωχός γεμάτος χαρά πῆρε τό χρυσάφι καί ἔτρεξε καί τό ἔδωκε ἐνέχυρο στόν πλούσιο δανειστή. Ὅταν ἀργότερα μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ πλήρωσε τό χρέος του, ὁ δανειστής τοῦ ἐπέστρεψε τό χρυσαφένιο ἐνέχυρο. Καί ὁ πτωχός τό πῆρε καί μέ δάκρυα εὐγνωμοσύνης τό γύρισε στόν Ἅγιο. Αὐτός, ἀφοῦ τό ἔλαβε στά χέρια, ἔστρεψε τά μάτια στόν οὐρανό, δόξασε τόν Θεό γιά τήν ἄπειρη φιλανθρωπία του καί ὕστερα τό ἔριξε στή γῆ. Καί ὦ τοῦ θαύματος! Τό χρυσάφι ἔγινε καί πάλι φίδι καί ἔφυγε ἀπό μπροστά τους.
4. Τήν ἀπέραντη ἀγάπη τοῦ Ἁγίου γιά τά λογικά του πρόβατα καί τό ἐνδιαφέρον του γι’ αὐτά, μᾶς τήν δείχνει καί τοῦτο τό γεγονός.
Κάποτε ἕνας καλός καί ἐνάρετος χριστιανός, πού ἦταν καί στενός φίλος τοῦ Ἁγίου, συκοφαντήθηκε ἀπό μερικούς κακούς ἀνθρώπους, πού τόν φθονοῦσαν, στόν ἄρχοντα τῆς πόλεως. Ἡ συκοφαντία ἦταν βαριά. Καί ὁ ἄρχοντας, μόλις τήν ἄκουσε ἔσπευσε νά ἐπιβάλει στόν ἄνθρωπο σάν τιμωρία τόν θάνατο. Ἡ εἴδηση ἔφτασε καί στ’ αὐτιά τοῦ Ἁγίου, πού ἤξερε ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἦταν ἀθῶος. Τί κάμνει; Χωρίς νά χάσει καιρό, ξεκινᾶ νά πάει νά βρεῖ τόν φίλο του καί νά δεῖ, ἂν μπορεῖ νά τόν ἐλευθερώσει. Ἦταν, ὅμως, χειμώνας. Μιά δυνατή βροχή, πού εἶχε πέσει πρίν λίγη ὥρα ἔκαμε νά ξεχειλίσει ἕνας χείμαρρος, πού βρισκόταν στή μέση τοῦ δρόμου. Ἀπό κανένα μέρος δέν ὑπῆρχε πέρασμα. Τά θολά νερά τοῦ ποταμοῦ κυλιόνταν μέ πολλή ὁρμή. Ὁ Ἅγιος, πού ἤξερε νά τά ἀναθέτει ὅλα στόν Θεό, δέν τά ἔχασε. Ἐκεῖ πού στεκόταν καί συλλογιζόταν τί νά κάμει, ἦρθε στόν νοῦ του ἡ περίπτωση τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ, ὅταν πέρασε καί αὐτός τόν Ἰορδάνη μέ τήν Κιβωτό τῆς Διαθήκης καί τόν λαό. Σήκωσε στή στιγμή τά χέρια, ψιθύρισε μία θερμή προσευχή καί ὕστερα μέ φωνή δυνατή φώναξε κι εἶπε:
— Ποτάμι στάσου. Ὁ Δεσπότης Χριστός μέ καλεῖ νά πάω νά γλυτώσω τόν φίλο μου. Στάσου, λοιπόν, νά περάσω.
Τήν ἴδια ὥρα τά ὁρμητικά νερά τοῦ χείμαρρου, πού λές καί κτυποῦσαν σ’ ἕνα στέρεο βράχο, σταμάτησαν. Ἔπαψαν νά κυλοῦνε. Οἱ φυσικοί νόμοι παραμέρισαν, καί ἕνας δρόμος ἄνοιξε μπροστά τους. Τά πλήθη, πού στέκονταν ἐκεῖ καί μέ ἀγωνία περίμεναν πότε νά καλμάρουν τά νερά, γιά νά περάσουν καί αὐτοί στήν ἄλλη μεριά, μπροστά στά ὅσα ἔβλεπαν, συγκλονίστηκαν. Ἔκαμαν τόν σταυρό τους καί ἀκολούθησαν τόν Ἅγιο, πού προχώρησε καί πέρασε πρῶτος. Ὅταν ἔφθασαν στήν πόλη, διηγήθηκαν μέ ἐνθουσιασμό τά ὅσα εἶδαν. Ὅσοι τ’ ἄκουσαν ἔμειναν κατάπληκτοι καί δοξολογοῦσαν τόν Θεό, πού χαρίτωσε τόσο πλούσια τόν Ἅγιό τους. Τήν εἴδηση ἔμαθε καί ὁ ἄρχοντας. Μεγάλη ἔκπληξη δοκίμασε καί αὐτός. Καί ὅταν ὁ Ἅγιος τόν πλησίασε, ἔσπευσε μέ συγκίνηση καί χαρά ν’ ἀφήσει ἐλεύθερο τόν θανατοποινίτη φίλο του καί μαζί γύρισαν στήν πόλη. Τί ὡραία ἀλήθεια, ἂν ὅλοι οἱ πνευματικοί ποιμένες δείχνανε παρόμοιο ἐνδιαφέρον γιά τά λογικά πρόβατά τους! Πόσο διαφορετικός, ὁπωσδήποτε θά ἦταν ὁ κόσμος!
Ὁ Ἅγιος πῆρε ἀπό τόν Θεό καί τό χάρισμα νά διαβάζει τίς μυστικές σκέψεις τῶν ἀνθρώπων. Τά ἀκόλουθα δυό περιστατικά εἶναι ἀρκετά νά βεβαιώσουν καί τούτη τήν ἀλήθεια.
Κάποτε ὁ Ἅγιος, συνοδευόμενος ἀπό τόν φίλο καί μαθητή του Τριφύλλιο, τόν πρῶτο Ἐπίσκοπο τῆς Λευκωσίας (τότε Λήδρας), ξεκίνησαν γιά τήν Κερύνεια. Πήγαιναν ἐκεῖ γιά κάποια ἐργασία. Ὁ δρόμος περνοῦσε ἀπό τήν Κυθρέα. Ἦταν ἄνοιξη καί ἡ φύση γύρω μιά ἀληθινή ζωγραφιά. Τά δένδρα ἀνθισμένα. Τά πουλιά χαρούμενα κελαηδοῦσαν γλυκά καί πετοῦσαν ἀπό κλαδί σέ κλαδί. Στό βουνό τά κοπάδια βοσκοῦσαν λαίμαργα τό πλούσιο χορτάρι μέ τά μύρια λουλουδάκια, πού μέ τήν εὐωδία πού σκορποῦσαν λές καί δοξολογοῦσαν καί Αὐτόν τόν Δημιουργό. Ἐκεῖ πού βάδιζαν ἀργά – ἀργά, γιατί ἦταν ἀνηφορικό τό μονοπάτι, σέ κάποια καμπή ὁ Τριφύλλιος στάθηκε καί θαυμάζοντας τόν πανοραμικό κάμπο, πού ἁπλωνόταν καταπράσινος κάτω ἀπό τά πόδια τους, ἄρχισε νά κάμνει κάποιες σκέψεις:
Τί ὡραία, σκεφτόταν νοερά, νά εἶχα γιά τήν ἐπισκοπή μου μερικά ἀπό αὐτά τά κτήματα, πού βρίσκονται σ’ αὐτόν τόν τόπο. Θά μοῦ ἔδιναν ἕνα καλό εἰσόδημα γιά νά ἀντιμετωπίζω τόσες ἀνάγκες.
– Τί σκέπτεσαι, ἀδελφέ μου; τοῦ εἶπε ὁ Σπυρίδων. Γιατί ἀφήνεις τό μυαλό σου τούτη τήν ὥρα νά ἀσχολεῖται μέ τόσο μάταια πράγματα;
– Γέροντά μου, μά διάβασες τίς σκέψεις μου;
– Ἀδελφέ μου, «οὗ γάρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλά τήν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν» (Ἑβρ. ιγ’ 14). Δέν ἔχουμε ἐδῶ στήν γῆ μόνιμη καί διαρκή πατρίδα καί πόλη, μέ πόθο βαθύ ποθοῦμε καί ζητοῦμε τήν μέλλουσα, τήν οὐράνια Ἱερουσαλήμ. Μάταια εἶναι ὅλα τά γήϊνα ἀγαθά. Στήν καρδιά σου φρόντισε νά ἔχεις πάντα ἕναν πόθο. Τήν ἀπόκτηση τῶν οὐρανίων, τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν. Τά γήϊνα ἀγαθά εἶναι ὅλα προσωρινά καί ἀπατηλά. Σήμερα εἶναι δικά μας. Αὔριο θά γίνουν κτῆμα κάποιου ἄλλου. Καί οὐδέποτε τίνος.
— Πατέρα μου, συγχώρησε μέ. Νικήθηκα ἀπό τήν θεωρία. Δεήσου καί ἐσύ τοῦ Κυρίου μας νά μέ συγχωρήσει.
– Ναί, τέκνον μου, πρόσεχε. Ὁ διάβολος χρησιμοποιεῖ καί τά πιό ἀθώα πράγματα, γιά νά μᾶς παρασύρει καί νά μᾶς σκανδαλίζει. Ἀντί μέ τή θεωρία νά ἀφήνει τό μυαλό μας νά στρέφεται καί νά δοξάζει τόν Δημιουργό, πού ὅλα τά ἔκαμε γιά τήν δική μας ἀγάπη καί εὐτυχία, ἀντίθετα τό σπρώχνει νά ποθεῖ τά μάταια καί νά ζητᾶ τρόπους, γιά νά τά ἀποκτήσει, νά τά κάμει κτῆμα του.
Πόση σοφία στά λόγια τοῦ θεοφώτιστου ἐπισκόπου. Ἀντί ὁ ἄνθρωπος μπροστά στά τόσα μεγαλεῖα τοῦ Παντοδύναμου Δημιουργοῦ νά ἀφήνει τήν σκέψη του μέ εὐγνώμονα διάθεση νά ὑμνεῖ καί νά δοξάζει τόν Ποιητή καί Πλάστη Του, αὐτός ἕνα μόνο κατά κανόνα σκέπτεται καί ποθεῖ, τήν ἀπόκτηση καί ἀπόλαυση ὅλων αὐτῶν τῶν ἐπίγειων ἀγαθῶν.
5. Κάποια ἄλλη φορά ὁ Ἐπίσκοπος, ὕστερα ἀπό μακρινή ὁδοιπορία γιά διδαχή τοῦ λαοῦ του μπῆκε κουρασμένος στό σπίτι ἐνός ἀπό τούς πιστούς του, γιά νά ξεκουραστεῖ. Στό ἄκουσμα τῆς εἴδησης κόσμος πολύς ἀπό τά γειτονικά σπίτια στήν ἀρχή καί ἔπειτα ἀπό ὅλη τήν κοινότητα ἔτρεξαν νά τόν συναντήσουν καί νά πάρουν τήν εὐλογία του. Ἀνάμεσα στά πλήθη ἦταν καί μία ἁμαρτωλή γυναίκα, πού ἦρθε καί αὐτή νά δεῖ τόν Ἅγιο. Κάποια στιγμή μάλιστα ἔπεσε καί κάτω, γιά νά ἀσπασθεῖ τά πόδια του. Μέ τή χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος ὁ Ἅγιος, σάν τήν κοίταξε, γνώρισε ἀμέσως τήν ἁμαρτία της. Χωρίς νά τόν ἀκούσει κανένας, μέ τρόπο γλυκύ καί ταπεινό, ψιθύρισε στή γυναίκα:
– «Κυρά μου, μή μέ ἐγγίσεις». Ἐκείνη ὅμως ἐπέμενε. Καί τότε ὁ Ἅγιος μέ αὐστηρότητα φανέρωσε μπροστά σέ ὅλους τήν ἁμαρτία της. Ἡ γυναίκα θαύμασε καί μέ συντριβή καρδιᾶς ἔσκυψε καί ἄρχισε μέ δάκρυα νά ζητᾶ τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Μπροστά στήν μετάνοιά της ὁ στοργικός πατέρας τῆς εἶπε μέ συγκίνηση τά λόγια ἐκεῖνα, πού κάποτε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἀπηύθυνε σέ μία τέτοια ἁμαρτωλή: «Θάρσει, θύγατερ. Ἀφέωνται σοί αἱ ἁμαρτίαι». Πήγαινε στό καλό καί πρόσεχε μελλοντικά. Μέ τόν τρόπο του ὁ Ἅγιος βοήθησε τήν ἁμαρτωλή ἐκείνη γυναίκα νά μετανοήσει. Ἀλλά καί ἔδωκε ἕνα μάθημα σέ ὅλους. Μόνο ἡ μετάνοια ἡ εἰλικρινής ξεπλένει τήν ψυχή καί ἀποκαθιστᾶ τόν ἄνθρωπο στή θέση τήν τιμητική, νά εἶναι παιδί τοῦ Θεοῦ.
6. Ὁ Ἅγιος κατά τή Μεγάλη Σαρακοστή συνήθιζε νά νηστεύει ἀπόλυτα. Δέν ἔτρωγε τίποτα, οὔτε αὐτός οὔτε καί ἡ κόρη του. Κάποια βραδιά, σέ περίοδο νηστείας, ἕνας ἄγνωστος ὁδοιπόρος κτύπησε τήν πόρτα τῆς ἐπισκοπῆς του. Ὁ Ἅγιος ἔσπευσε μέ προθυμία νά τοῦ ἀνοίξει καί νά τόν ὑποδεχθεῖ. Τοῦ πρόσφερε νερό νά ξεπλυθεῖ καί πῆγε νά βρεῖ κάτι, γιά νά τοῦ δώσει νά δειπνήσει. Κοίταξε παντοῦ, μά τίποτα δέν βρῆκε. Οὔτε ψωμί δέν εἶχε. Στήν ἀμηχανία του ὁ Ἅγιος θυμήθηκε πώς σέ κάποια γωνιά βρισκόταν κρεμάμενο ἕνα κομμάτι διατηρημένο χοιρινό κρέας ἀπό τίς ἡμέρες τῆς κρεοφαγίας. Χωρίς νά χάσει καιρό, φώναξε τήν κόρη του νά ψήσει λίγο γιά τόν φιλοξενούμενό τους. Ἡ κόρη ἑτοίμασε τό τραπέζι.
Ἔβαλε πάνω τό ψητό κρέας καί κάλεσαν τόν ξένο νά φάγει. Ὁ ξένος, σάν εἶδε τό προσφερόμενο, ἀρνήθηκε νά τό δοκιμάσει λέγοντας:
– Δέσποτά μου, συγχώρεσε μέ. Νηστεύω. Εἶμαι χριστιανός.
– Ναί! παιδί μου, εἶπε ὁ Ἅγιος. Καί ἐγώ νηστεύω. Εἶμαι καί ἐγώ χριστιανός. Μά μία καί δέν ἔχουμε τίποτε ἄλλο στό σπίτι καί ἐσύ πρέπει νά τονωθεῖς ὕστερα ἀπό τήν τόση ὁδοιπορία, θά φᾶς ἀπό αὐτό πού βρίσκεται. Νά! ἐγώ καταλύω πρῶτος τή νηστεία. Φάγε, παιδί μου, νά τονωθεῖς.
Καί ὁ Ἅγιος, γιά νά ἐνθαρρύνει τόν ξένο, ἔφαγε καί ἔδωσε καί σ’ ἐκεῖνον λέγοντάς του. «Πάντα καθαρά τοῖς καθαροῖς, ὁ θεῖος ἀπεφήνατο Λόγος». Τήν ἄλλη μέρα φυσικά συνέχισε καί πάλι τή νηστεία του. Τό περιστατικό αὐτό δείχνει τήν πλατιά ἀντίληψη τοῦ Ἁγίου γιά τή νηστεία, πού εἶναι καί ἡ μόνη ὀρθή. «Τό Σάββατον ἐγένετο διά τόν ἄνθρωπον οὒχ ὁ ἄνθρωπος διά τό Σάββατον». (Μάρκ. β’ 27).
7. Λίγα γράμματα ἔμαθε ὁ Ἅγιος, ὅπως εἴδαμε. Τοῦτο, ὅμως, δέν τόν ἐμπόδισε ἀπό τοῦ νά προσέλθει καί νά λάβει μέρος στήν Α’ Οἰκουμενική Σύνοδο πού συνεκάλεσε ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος τά 325 μ.Χ., γιά νά ἀποστομώσει καί καθαιρέσει τόν Ἀρεῖο. Ὁ τρομερός αὐτός αἱρετικός, ὅπως ξέρουμε, δίδασκε ὅτι ὁ Χριστός δέν εἶναι Θεός, ἀλλά δημιούργημα καί πλάσμα τοῦ Θεοῦ. Καί ἡ αἱρετική του αὐτή διδασκαλία εἶχε προκαλέσει ἀληθινό σάλο καί εἶχε συνταράξει ὁλόκληρη τήν Χριστιανική Ἐκκλησία.
Στήν σύνοδο αὐτή ἀπό τή μία μεριά εἶχε παραταχθεῖ ὁ Ἀρεῖος μέ τούς ἱκανούς ρήτορες καί ὀπαδούς του ἐπισκόπους. Καί ἦταν αὐτοί ὁ Νικομήδειας Εὐσέβιος, ὁ Νικαίας Θεαγένης καί ὁ Χαλκηδόνος Μακάριος. Μαζί μ’ αὐτούς, μέ τήν ἄδεια τοῦ Βασιλιά, προσῆλθαν καί παρεκάθισαν στήν σύνοδο καί ἀρκετοί φιλόσοφοι ὁμοϊδεάτες τοῦ Ἀρείου καί ὑπερασπιστές του. Ἀνάμεσα σ’ αὐτούς ξεχώριζε καί ἕνας Ἕλληνας φιλόσοφος, ὁ Εὐλόγιος, πού στή διαλεκτική τέχνη, τήν εὐστροφία τοῦ λόγου καί τά σοφίσματα ἐθεωρεῖτο ἀνίκητος.
Στήν παράταξη τῶν ὀρθοδόξων εἶχαν συγκεντρωθεῖ 317 σεβάσμιοι ἀρχιερεῖς καί κληρικοί. Μεταξύ αὐτῶν διακρίνονταν, οἱ Ἅγιοι Νικόλαος καί Ἀλέξανδρος, ἱερέας ἀκόμη, ὁ ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας Εὐστάθιος, ὁ Παφνούτιος ἀπό τήν Θηβαΐδα, ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, διάκονος τότε τῆς Ἀλεξανδρινῆς Ἐκκλησίας, ὁ Ἐπίσκοπος Τριμυθοῦντος Σπυρίδων καί ἄλλοι πολλοί. Ὁ τελευταῖος φυσικά δέν διακρινόταν γιά τήν μόρφωσή του. Διακρινόταν, ὅμως, γιά τήν ἁπλότητα καί τήν ταπείνωσή του. Ἦταν ἕνα δοχεῖο ἀκένωτο ἀπό οὐράνιους θησαυρούς. Ἦταν ἕνα κατοικητήριο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀπό τήν στιγμή πού μπῆκε στήν αἴθουσα τῆς συνόδου ἡ καρδιά του κτυποῦσε δυνατά καί μέ βαθιά πίστη προσευχόταν νοερά νά φωτίσει, ὁ Θεός, ὥστε στό τέλος νά λάμψει ἡ ἀλήθεια.
«Πάτερ, δόξασόν σου τόν Υἱόν», ἔλεγε καί ἐπαναλάμβανε μέ δάκρυα στά μάτια. Ἡ ἀγάπη του στόν λατρευτό μας Σωτῆρα Χριστό τοῦ φλόγιζε ὅλο τό κορμί καί τόν γέμιζε μέ ἀκαταμάχητη δύναμη.
Στήν συζήτηση, πού εἶχε ἀνάψει ὁ τρομερός Ἀρεῖος μέ τήν φιλοσοφική του μόρφωση, τήν πανουργία καί τήν εὐγλωττία του, ἀλλά καί τούς ὀπαδούς του ρήτορες, πού τόν ἐνίσχυαν ἀφάνταστα, πετοῦσε κυριολεκτικά κεραυνούς ἐνάντια στήν ἀλήθεια καί τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Οἱ ὧρες περνοῦσαν, χωρίς ἕνα θετικό ἀποτέλεσμα. Κάποια στιγμή μάλιστα ἕνας ἀπό τούς πιό δεινούς ρήτορες τοῦ Ἀρείου, ὁ Ἕλληνας σοφός Εὐλόγιος εἶχε προβάλει τέτοια ἐπιχειρήματα καί μέ τόση μαεστρία πού εἶχε νομισθεῖ ὅτι τό δίκαιο βρισκόταν μέ τό μέρος τους. Οἱ ὑπερασπιστές τῆς χριστιανικῆς ἀλήθειας, καί αὐτός ὁ Μ. Ἀθανάσιος, σώπασαν. Νεκρική σιγή εἶχε ἁπλωθεῖ γιά μερικά δευτερόλεπτα στή μεγάλη αἴθουσα τῆς συνόδου. Ἐκείνη τήν ὥρα σηκώθηκε ἀπό τήν θέση του ὁ Ἅγιος μας καί ζήτησε νά μιλήσει. Ἀργά προχωρεῖ πρός τό βῆμα. Οἱ ὀπαδοί τοῦ αἱρεσιάρχη χαμογέλασαν, σάν τόν εἶδαν. Οἱ ἄλλοι πατέρες στενοχωρήθηκαν. Γνώριζαν πώς ὁ Ἅγιος ἦταν ἁγνός καί ἐνάρετος. Ἦταν ὅμως, καί ὁ ἄνθρωπος ὁ ἁπλοϊκός, μέ τά λίγα γράμματα καί χωρίς αὐτό πού λέμε κατά κόσμο σοφία καί γνώση. Πῶς θά μποροῦσε λοιπόν ὁ ταπεινός βοσκός νά τά βγάλει πέρα μ’ ἕναν ρήτορα σοφό καί διεστραμμένο; Γι’ αὐτό στενοχωρήθηκαν καί μερικοί ἀγωνίζονταν νά τόν ἐμποδίσουν νά ὁμιλήσει. Φοβόντουσαν μήπως ὁ τραχύς καί ἀδιάντροπος ρήτορας ζητήσει νά τόν ἐκθέσει καί νά τόν γελοιοποιήσει. Ὁ Σπυρίδωνας, ὅμως, ἐπέμενε. Καί ὁ Βασιλιάς ἔδωκε τόν λόγο.
Σιγή καί πάλι νεκρική ἁπλώθηκε στήν αἴθουσα. Οἱ φίλοι τοῦ Ἀρείου μέ δυσκολία συγκρατοῦν τήν περιφρόνησή τους, ἐνῶ οἱ πατέρες μέ αἰσθήματα σεβασμοῦ μά καί ἀπορίας κοιτοῦνε τόν γέροντα. Κάποια στιγμή ὁ μέγας Σπυρίδων διακόπτοντας τήν σιωπή στρέφεται πρός τόν φιλόσοφο καί μέ φωνή σταθερή ἀρχίζει νά τοῦ λέγει τοῦτα τά λόγια:
– Ἄκουε, σοφέ. Ἕνας εἶναι ὁ Θεός. Αὐτός μέ τόν Λόγο Του καί τό Πνεῦμά Του δημιούργησε ὅλον τόν κόσμο. Καί αὐτά πού βλέπουμε, μά καί ἐκεῖνα πού δέν βλέπουμε. Αὐτός ἔπλασε καί τό θαυμαστό καί ὑπέροχο δημιούργημα, τόν ἄνθρωπο. Αὐτός ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι Υἱός τοῦ Θεοῦ ἀληθής καί ὁμοούσιος μέ τόν Πατέρα. Γιά τήν ἰδική μας σωτηρία, πιστεύουμε ὅτι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἔγινε καί ἄνθρωπος καί γεννήθηκε ἀπό μία κόρη, τήν Παρθένο Μαρία. Μεγάλωσε σάν ἄνθρωπος ἐκεῖ στή Ναζαρέτ, δίδαξε ἐπί τρία χρόνια καί ὕστερα σταυρώθηκε καί τάφηκε σάν ἄνθρωπος. Ἔπειτα ἀναστήθηκε σάν Θεός μετά τρεῖς μέρες καί συνανέστησε καί ἐμᾶς καί μᾶς χαρίζει ἄφθαρτη καί αἰώνια ζωή. Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ παρέμεινε στή γῆ μετά τήν Ἀνάστασή Του ἐπί σαράντα ἡμέρες, ἀναλήφθηκε ὕστερα στόν οὐρανό ἀπό ὅπου καί ἔστειλε στήν γῆ μετά δέκα μέρες τό Πανάγιο Πνεῦμα τό ὁποῖο ἀπό τότε παραμένει στήν Ἐκκλησία. Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ πιστεύουμε ἀκόμη, πώς θά ξανάρθει κάποια ἡμέρα γιά νά κρίνει τόν κόσμο ὅλο. Ἡμεῖς δέ, θά ἀναστηθοῦμε καί θά παρουσιαστοῦμε μπροστά Του, γιά νά ἀπολογηθοῦμε σ’ Αὐτόν γιά ὅλα τά ἔργα, τά λόγια καί τά ἐνθυμήματά μας.
– Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ὁμοούσιος μέ τόν Πατέρα, Σύνθρονος, Ὁμότιμος καί Ὁμόδοξος. Ἕνας εἶναι ὁ Θεός· Τρία Πρόσωπα ὅμως, τρεῖς Ὑποστάσεις, Πατήρ, Υἱός καί Ἅγιο Πνεῦμα. Τά τρία αὐτά Πρόσωπα, ὁ ἕνας Θεός, ἡ μία Οὐσία εἶναι γιά τόν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου κάτι τό ἄρρητο καί ἀκατάληπτο. Ὅπως εἶναι ἀδύνατο νά βάλει κανείς ὅλα τά νερά τῆς θάλασσας σ’ ἕνα ποτήρι, ἔτσι εἶναι ἀδύνατο καί τό πεπερασμένο μυαλό τοῦ ἀνθρώπου νά χωρέσει καί νά κατανοήσει τό ἄπειρο τῆς Θεότητος. Γιά νά δώσω ὅμως μία ἐξήγηση τῶν λόγων μου, ἂς μέ συγχωρήσει ὁ Πανάγαθος πού θά χρησιμοποιήσω αὐτό τό χειροπιαστό παράδειγμα.
Τότε ὁ ἅγιος ἔβαλε τό ἀριστερό χέρι στήν τσέπη του καί ἔβγαλε ἕνα κεραμίδι καί δείχνοντάς το, ἔκαμε μέ τό δεξί του τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ καί εἶπε:
— «Εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός».
Κι ἕσφιξε τό κεραμίδι. Οἱ πατέρες πού παρακολουθοῦν τήν σκηνή, συγκλονίζονται κυριολεκτικά. Γιατί μέ τίς λέξεις τοῦ Ἁγίου, ἡ φωτιά μέ τήν ὁποία ψήθηκε τό κεραμίδι ἀνέβηκε πάνω.
- «Καί τοῦ Υἱοῦ»,
Πρόσθεσε. Τότε τό νερό μέ τό ὁποῖο ζυμώθηκε τό ξερό κεραμίδι, ἔτρεξε κάτω.
— «Καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».
Συμπλήρωσε ὁ πρακτικός καί θεοφώτιστος διδάσκαλος. Τό χῶμα ἔμεινε στό χέρι του.
– Ἀδελφοί καί πατέρες μου, συνέχισε ὁ θαυματουργός· ὅπως τό κεραμίδι ἀποτελεῖ ἕνα πράγμα μιᾶς οὐσίας καί μιᾶς φύσεως, ἀλλά εἶναι τρισύνθετο - φωτιά, νερό, χῶμα, ἔτσι καί ὁ Ἅγιος Θεός. Ἂν καί δέν πρέπει νά παρομοιάσουμε τήν Ἄκτιστο καί Ὑπερούσια αὐτή Φύση μέ κτιστό καί φθαρτό δημιούργημα, ἐν τούτοις γιά νά κάνουμε τά ἀκατάληπτα καταληπτά, – ἂς μας συγχωρήσει τό ἄπειρο ἔλεός Του – λέμε καί τονίζουμε:
– Ὁ Θεός εἶναι ἕνας κατά τήν οὐσία καί τήν φύση. Ἀλλά κατά τά πρόσωπα ἢ τίς ὑποστάσεις εἶναι Τριαδικός: Πατήρ, Υἱός καί Ἅγιο Πνεῦμα.
Τά λόγια τοῦ Ἁγίου κατέπληξαν τούς παριστάμενους. Ἡ αἴθουσα ἀντήχησε ἀπό τίς δοξολογίες πρός τόν Θεό καί τίς ἐπευφημίες τῶν Πατέρων. «Τίς Θεός μέγας ὡς ὁ Θεός ἡμῶν. Σύ εἶ ὁ Θεός ὁ ποιῶν θαυμάσια μόνος». (Ψαλμ. ος’ 14 – 15). Ψάλλουν καί δοξολογοῦν τόν Κύριο. Ὁ Ἀρεῖος καί οἱ ὀπαδοί του καταντροπιάστηκαν πραγματικά. Ὁ φιλόσοφος ταπεινωμένος ἀναγνωρίζει καί ὁμολογεῖ φανερά τήν ἥττα του:
– Τά λόγια σου μέ ἔπεισαν, ἅγιε γέροντα, καί τό θαῦμα μέ βεβαίωσε, ὅτι ἔχεις δίκαιο. Πιστεύω τώρα. Πιστεύω μέ ὅλη τήν δύναμη τῆς ψυχῆς μου, ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι Υἱός τοῦ Θεοῦ, Θεός ἀληθινός καί Αὐτός, ὁμοούσιος μέ τόν Πατέρα.
Δάκρυα χαράς ἔτρεξαν ἀπό τά μάτια ὅλων καί πρῶτα – πρῶτα ἀπό τά μάτια τοῦ φιλοσόφου, πού ἔσπευσε νά δεχθεῖ τό βάπτισμα καί νά γίνει χριστιανός.
Ἡ ἀλήθεια γιά μία ἀκόμη φορά θριάμβευσε. Καί ἐπεβλήθη «οὐκ ἐν πειθοῖς ἀνθρωπίνης σοφίας λόγοις, ἀλλ’ ἐν ἀποδείξει Πνεύματος καί δυνάμεως» (Α’ Κορ. στ’ 4). Δηλαδή ὄχι μέ συναρπαστικά λόγια ἀνθρώπινης σοφίας, ἀλλά μέ ἀπόδειξη θείας δυνάμεως, πού μέ τό θαῦμα πού ἔγινε ἐπιβεβαίωσε τήν διδασκαλία. Νά ποιός ἦταν ὁ Ἅγιος μας. Φλογερός, ζηλωτής στήν πίστη, θεοφώτιστος.
8. Ὅταν ὁ Ἅγιος ἐπέστρεψε στήν Κύπρο, μέ πολλή θλίψη ἔμαθε, πώς ἡ κόρη του Εἰρήνη εἶχε πρό πολλοῦ ἀποθάνει. Ὁ πιστός ἐπίσκοπος δέχτηκε καί τούτη τήν δοκιμασία μέ παραδειγματική καρτερία καί ὑπομονή. Μερικές μέρες ὑστερότερα μία γυναίκα ἦρθε σ’ αὐτόν καί μέ κλάματα τοῦ ζήτησε ἕνα πολύτιμο πράγμα, ἕνα κόσμημα. Τό εἶχε δώσει στήν κόρη του νά τό φυλάξει, λίγο πρίν πεθάνει. Ὁ Ἅγιος σηκώθηκε καί μέ προσοχή ἐρεύνησε ὅλο τό σπίτι, γιά νά βρεῖ τό ξένο πράγμα. Δυστυχῶς, ὅμως, πουθενά δέν τό βρῆκε. Τότε χωρίς καμιά ἀναβολή τράβηξε γιά τόν τάφο τῆς κόρης του. Σάν ἔφτασε, στάθηκε, ἀνέπεμψε μία θερμή προσευχή, καί ὕστερα, ἀφοῦ ἔσκυψε πάνω ἀπό τόν τάφο, κάλεσε τή νεκρή κόρη του νά τοῦ πεῖ, ὡς νά ἦταν ζωντανή, πού εἶχε βάλει τό πράγμα πού τῆς ἔδωκαν. Τήν ἴδια στιγμή μία φωνή ἀπό τά βάθη τοῦ τάφου ἀκούστηκε νά τοῦ λέει:
– Πατέρα μου, στόν τάδε τόπο τό ἔχω φυλαγμένο.
Τότε καί ὁ Ἅγιος τῆς εἶπε:
– Κοιμήσου, κόρη μου, ἥσυχα. Κοιμήσου μέχρι τήν ἡμέρα ἐκείνη, πού ὁ Κύριος μας θά σέ ἀναστήσει στήν κοινή ἀνάσταση ὅλων μας.
Ὅσοι ἦταν ἐκεῖ τρόμαξαν καί ἔμειναν σκεφτικοί. Συλλογίζονταν τήν δύναμη, μέ τήν ὁποία ὁ Πανάγαθος Θεός χαρίτωσε τόν ἁπλοϊκό μά ἅγιο ἐπίσκοπό τους. Τόν ποιμένα τόν καλό, πού ἔσπευδε νά κάμει τό καθετί γιά τήν ὠφέλεια καί τήν ἐξυπηρέτηση τῶν χριστιανῶν του.
9. Στά 337 μ.Χ. πέθανε ὁ δημιουργός τῆς Βυζαντινῆς μας αὐτοκρατορίας Κωνσταντῖνος ὁ Μέγας. Στόν δοξασμένο θρόνο τοῦ Βυζαντίου ἀνέβηκε τώρα ὁ γιός του Κωνστάντιος. Αὐτός ξανάκτισε καί τήν Σαλαμίνα τῆς Κύπρου, πού εἶχε καταστραφεῖ ἀπό σεισμό τό 343. Ἀπό τό ὄνομά του ὅμως ἡ νέα πόλη ὀνομάστηκε Κωνστάντια.
Ὁ Κωνστάντιος κυβέρνησε τό κράτος τοῦ Βυζαντίου 23 περίπου χρόνια (337 – 360 μ.Χ.). Κατά τήν περίοδο αὐτή – δέν ξέρουμε πότε ἀκριβῶς – ὁ αὐτοκράτορας ἐπισκέφθηκε τήν πρωτεύουσα τῆς Συρίας τήν Ἀντιόχεια καί ἀναγκάστηκε νά παραμείνει ἐκεῖ γιά καιρό, γιατί ἀρρώστησε βαριά. Οἱ καλύτεροι γιατροί μπαινόβγαιναν στό παλάτι, χωρίς νά μποροῦν νά προσφέρουν τίποτα.
Στίς δύσκολες ἐκεῖνες ὧρες τόσο ὁ Κωνστάντιος, ὅσο καί οἱ δικοί του κατέφυγαν ἰδιαίτερα στήν προσευχή. Μιά βραδιά, ἐκεῖ πού ὁ βασιλιάς προσευχόταν, βλέπει μπροστά του ἕναν ἄγγελο, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ τοῦ ἔδειξε μία χορεία ἁγίων ἐπισκόπων ἀνάμεσα στούς ὁποίους ξεχώριζαν δύο, τοῦ εἶπε, πώς τήν ἀρρώστια του μόνο αὐτοί θά μποροῦσαν νά τοῦ τήν θεραπεύσουν. Ὁ βασιλιάς, χωρίς νά χάσει καιρό ἔστειλε καί κάλεσε στό παλάτι ὅλους τούς ἐπισκόπους. Ἀνάμεσα σ’ αὐτούς, ὅμως, πού ἦλθαν δέν εἶχε ἀναγνωρίσει τά δυό πρόσωπα πού τοῦ εἶχε δείξει ὁ ἄγγελος. Οἱ ἐπίσκοποι προσευχήθηκαν καί ζήτησαν ἀπό τόν Μέγα Ἰατρό τήν θεραπεία τοῦ ἄρχοντα, ἄλλα τίποτα δέν κατόρθωσαν. Στίς δύσκολες ἐκεῖνες ὧρες κάποιοι ὑπέδειξαν ὅτι ἀπό τήν ἐκεῖ χορεία ἔλειπε ὁ Σπυρίδων τῆς Κύπρου. Χωρίς καθυστέρηση ὁ βασιλιάς ἔστειλε στή νῆσο ἄνθρωπο δικό του καί τόν κάλεσε. Ὁ ταπεινός ἱεράρχης, πού κατά παραχώρηση Θεοῦ γνώριζε τά τῆς ἀρρώστιας τοῦ Βασιλιά, πῆρε μαζί του τόν μαθητή του Τριφύλλιο, πού ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ προόριζε γιά μελλοντικό ἀρχιερέα, καί τόν διάκονό του Ἀρτεμίδωρο καί ξεκίνησε γιά τήν Ἀντιόχεια. Ὅταν ἔφτασε στήν πόλη αὐτή, ὕστερα ἀπό ἕνα πολύ κουραστικό ταξίδι, ὁ Σπυρίδων κατευθύνθηκε μέ τήν συνοδεία του στό παλάτι. Στήν εἴσοδο τοῦ παλατιοῦ ὁ φρουρός πού τούς εἶδε ἔτσι φτωχικά ντυμένους ζήτησε νά τούς ἐμποδίσει νά εἰσέλθουν. Τόν Σπυρίδωνα μάλιστα, πού εἶχε ἤδη προχωρήσει μπροστά, ὁ φρουρός, νομίζοντάς τον γιά κανένα ζητιάνο, τόν ἅρπαξε ἀπό τό χέρι καί τοῦ ἔδωσε καί ἕνα χαστούκι στό πρόσωπο. Ὁ πράος ἱεράρχης, χωρίς καθόλου νά θυμώσει ἔστρεψε καί τήν ἄλλη πλευρά τοῦ προσώπου του λέγοντας ὅτι ὁ βασιλιάς τόν κάλεσε. Ὅταν ὁ φρουρός ἀντιλήφθηκε, ὅτι μπροστά του δέν εἶχε ζητιάνο, ἀλλά ἕναν ἀρχιερέα καί μάλιστα τόν ὀνομαστό τῆς Κύπρου ἀρχιερέα Σπυρίδωνα, ἔπεσε μπροστά του καί μέ δάκρυα τόν παρακαλοῦσε νά τόν συγχωρήσει. Ὁ Ἅγιος, πού ἤξερε νά σκορπᾶ τριγύρω του μονό τήν καλοσύνη, τόν πῆρε ἀπό τό χέρι καί ἀφοῦ τόν νουθέτησε, τοῦ ἔδωκε τίς πατρικές εὐλογίες του.
Οἱ ἄνθρωποι τοῦ βασιλιά παρέλαβαν τόν Ἅγιο καί τόν ὁδήγησαν μέ τήν συνοδεία του μπροστά στόν ἄρχοντα. Στό ἀντίκρισμά τους ὁ βασιλιάς ἀναγνώρισε ἀμέσως τά δυό πρόσωπα, πού τοῦ εἶχε δείξει τήν πρώτη φορά ὁ ἄγγελος, καί μέ τόν πόνο τῆς ἀρρώστιας ζωγραφισμένο στό πρόσωπο σηκώθηκε ἀπό τόν βασιλικό θρόνο καί προχώρησε πρός τόν Ἅγιο. Συγκινητική ἡ σκηνή! Ὁ ἐπίγειος ἄρχοντας μέ ταπείνωση σκύβει μπροστά στόν ἀντιπρόσωπο τοῦ Οὐρανίου Βασιλέως, γιά νά ζητήσει τό ἔλεος καί τήν χάρη Του. Ὁ ταπεινός ἀρχιερέας, πλημμυρισμένος ἀπό ἀγάπη καί συμπόνια στόν ἀνθρώπινο πόνο σηκώνει τό σεπτό καί ἅγιο χέρι του καί τό ἀποθέτει στό κεφάλι τοῦ ἄρχοντα προφέροντας τήν ἴδια ὥρα θερμή καί ἅγια προσευχή. Τό ἀποτέλεσμα; Θαυμαστό!
Σέ μία στιγμή ἡ ἀρρώστια ὑποχωρεῖ καί χάνεται καί ἡ ὑγεία ὁλοκληρωτικά ἀποκαθίσταται καί παίρνει τήν θέση της στό βασιλικό κορμί.
Οἱ καρδιές κτυποῦν δυνατά ἀπό συγκίνηση καί εὐγνωμοσύνη στόν Θεό γιά τήν δωρεά Του. Ὁ Ἅγιος μετά τή θεραπεία εἶπε καί μερικά πνευματικά λόγια, πού ἀφοροῦσαν στήν ψυχική σωτηρία τοῦ ἐπίγειου ἄρχοντα:
— Νά θυμᾶσαι πάντοτε, βασιλιά, ὅτι κάθε ἐξουσία προέρχεται ἀπό τόν Θεό. Γι’ αὐτό καί ὁ κάθε ἄρχοντας ἔχει ὑποχρέωση νά ἀσκεῖ τήν ἐξουσία πρός τό συμφέρον τοῦ λαοῦ του. Ὁδηγός στήν ζωή τοῦ καθενός μας ἂς εἶναι ἡ ἀγάπη, ἡ καλοσύνη, ἡ φιλανθρωπία. Ὅποιος ἔχει ἀγάπη μέσα του δέν μπορεῖ παρά νά κάμνει τό καλό στόν συνάνθρωπό του. Μέ τήν ἀγάπη τηρεῖ καί ξεπληρώνει ἕνας, ὅλο τόν νόμο. Φύλαττε ἀκόμη, βασιλιά μου, τήν εὐσέβεια καί μή δεχθεῖς στήν Ἐκκλησία καμιά διδασκαλία ἀντίθετη μέ τά ὅσα διδάσκει ἡ Ἁγία Γραφή καί ἡ ἱερά Παράδοση.
Αὐτά εἶπε ὁ Ἅγιος καί ξεκίνησε νά φύγει. Καί ὅταν ὁ βασιλιάς γιά νά ἐκδηλώσει σ’ αὐτόν τήν εὐγνωμοσύνη καί τήν ἀγάπη του, τοῦ πρόσφερε χρήματα, πολλά χρήματα, ὁ Ἅγιος ἀρνήθηκε νά τά δεχθεῖ, λέγοντας πώς πιό πάνω ἀπό τά χρήματα εἶναι ἡ ἀγάπη. Καί ὅταν ὁ βασιλιάς ἐπέμενε, ὁ Ἅγιος, γιά νά μή θεωρηθεῖ ὑπερήφανος καί ἀκατάδεχτος, δέχτηκε τά δῶρα καί προτοῦ νά φύγει ἀπό τό παλάτι τά διαμοίρασε στούς αὐλικούς.
Τήν πράξη αὐτή τοῦ Ἁγίου σάν ἔμαθε ὁ βασιλιάς τόν εὐλαβήθηκε ἀκόμη περισσότερο, λέγοντας: «Τώρα ἐξηγῶ καί καταλαβαίνω γιατί ὁ Πανάγαθος Θεός τόν ἔχει τόσο χαριτώσει». Ἐνθυμούμενος δέ τίς νουθεσίες του φρόντισε στή ζωή του νά κάμνει πολλές φιλανθρωπίες σέ κάθε φτωχό καί πονεμένο. Καί ἀκόμη, γιά τήν ἀγάπη τοῦ Ἅγιου Σπυρίδωνος, πρῶτος αὐτός ἀπ’ ὅλους τους βασιλεῖς νομοθέτησε, ὥστε οἱ κληρικοί νά μή πληρώνουν κανένα φόρο. «Εἶναι ἄτοπο καί ντροπή, ἔλεγε, οἱ ὑπηρέτες καί ἀντιπρόσωποι τοῦ Οὐράνιου Βασιλιά νά πληρώνουν φόρους σέ ἐπίγειους καί θνητούς ἄρχοντες».

Ἡ ἐκδημία τοῦ Ἁγίου
Ἦλθε ὅμως ὁ καιρός, ἡ εὐλογημένη αὐτή ζωή, μιά ζωή ὑποδειγματικῆς πραότητας καί ταπεινοφροσύνης, μιά ζωή ἄδολης ἀγάπης καί καλοσύνης, μιά ζωή γεμάτη ἀπό θεία χάρη νά ἐγκαταλείψει τόν μάταιο τοῦτο κόσμο καί νά μεταπηδήσει ἀπό τό ἐπίγειο στό οὐράνιο θυσιαστήριο τοῦ Κυρίου, γιά νά συνεχίσει ἐκεῖ τίς ὑπηρεσίες του. Αὐτό ἔγινε τό 348 μ.Χ. μέ τόν θάνατο τοῦ Ἁγίου στήν ἐπισκοπή του στήν Τριμυθούντα. Ἔφυγε ὁ καλός ποιμήν. Ἔφυγε ἀπό τό ποίμνιό του. Ἡ ἀγάπη ὅμως καί τό ἐνδιαφέρον του γιά τά λογικά πρόβατα τοῦ Χριστοῦ πού ζητᾶνε τήν μεσιτεία του καί τίς πρεσβεῖες του πρός τόν Κύριο, δέν σταμάτησαν. Συνεχίζονται ὡς σήμερα. Καί θά συνεχίζονται μέχρι πού θά θέλει ὁ Τριαδικός Θεός.
Τά πνευματικά του παιδιά θρήνησαν γιά καιρό τήν κοίμησή Του. Τό λείψανό του στήν ἀνακομιδή πού ἔγινε μετά ἀπό πολλά χρόνια εἶχε μείνει ἄφθαρτο καί εὐωδίαζε. Γι’ αὐτό καί οἱ κάτοικοι τῆς προνομιούχου πόλεως, πού τόν εἶχε ποιμένα ψυχῶν, τό ἔβαλαν σέ μία μαρμάρινη λάρνακα, πού ἔστησαν δίπλα στήν εἴσοδο τοῦ ναοῦ ἀπό τόν νάρθηκα, γιά νά εἶναι προσκύνημα τῶν πιστῶν.
Ἡ λάρνακα βρίσκεται ἀκόμη στό ἴδιο μέρος ἀλλά χωρίς τόν θησαυρό. Χωρίς τό Ἅγιο Λείψανο. Ὅταν ἄρχισαν οἱ ἀραβικές ἐπιδρομές οἱ ἐπιδρομές τῶν Σαρακηνῶν (648 μ.Χ.) τό Λείψανο γιά ἀσφάλεια μεταφέρθηκε ἀπό τόν αὐτοκράτορα Ἰουστινιανό Β’ στήν Κωνσταντινούπολη. Ἀπό ἐκεῖ λίγο καιρό πρίν νά πέσει ἡ βασιλίδα τῶν πόλεων στά χέρια τῶν Τούρκων, ἕνας ἱερέας πού ὀνομαζόταν Γρηγόριος Πολύευκτος, τό πῆρε ἀπό τόν Ναό πού φυλασσόταν μαζί μέ τό Λείψανο τῆς Αὐγούστας Θεοδώρας καί τό μετέφερε μέσον τῆς Θράκης, Μακεδονίας καί Σερβίας στήν Παραμυθιά τῆς Ἠπείρου καί ὕστερα στήν Κέρκυρα γύρω στό 1460. Ἐπί τρία ὁλάκερα χρόνια ὁ εὐσεβής ἐκεῖνος ἱερέας περιπλανιόταν ἀπό τόπο σέ τόπο μέχρις ὅτου φτάσει στήν Κέρκυρα. Σ’ ὅλο αὐτό τό διάστημα τά δυό λείψανα τά εἶχε κρυμμένα σέ δυό σακιά ἄχυρα γιά τά ὁποία, σάν τόν ρωτοῦσε κανείς ἔλεγε, πώς τά ἄχυρα ἐκεῖνα ἦταν τροφή γιά τό ὑποζύγιό του.

Τό Λείψανο τοῦ Ἁγίου στήν Κέρκυρα
Τά Ἐπτάνησα τήν ἐποχή αὐτή βρισκόντουσαν κάτω ἀπό τήν ἐξουσία τῶν Ἐνετῶν. Γι’ αὐτό καί ὁ Πολύευκτος κατέφυγε σ’ ἕνα ἀπό αὐτά, τήν Κέρκυρα, γιατί πίστευε, πώς ἐδῶ ὁ θησαυρός πού μετέφερε θά ἦταν ἀσφαλισμένος. Καί πραγματικά τά τίμια Λείψανα ὑπῆρξαν ἐδῶ ἀσφαλισμένα. Στήν Κέρκυρα ὁ ἱερέας Γρηγόριος Πολύευκτος βρῆκε ἕνα πρόσφυγα, τόν ἱερέα Γεώργιο Καλοχαιρέτη ἄλλοτε συμπολίτη του καί τοῦ κληροδότησε τό Ἱερό Λείψανο. Ἀπό αὐτό λείπει τό δεξί χέρι. Τοῦτο βρισκόταν στή Ρώμη στό ναό τοῦ τάγματος τοῦ Φ. Νέρι (Ὀρατοριανῶν) μέχρι τόν Νοέμβριο τοῦ 1984. Κατά τό ἔτος αὐτό, παραμονές τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου, μετά ἀπό ἔντονες ἐνέργειες τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Κερκύρας καί Παξῶν κ. Τιμοθέου, ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης δέχτηκε καί πρόσφερε στήν Ἐκκλησία τῆς Κερκύρας τό ὡς ἄνω Ἱερό Λείψανο. Τοῦτο πῆγε καί παρέλαβε ὁ ἴδιος ὁ Σεβασμιώτατος Κερκύρας καί τό μετέφερε ἀεροπορικῶς στήν εὐλογημένη νῆσο. Ἔτσι τό ἱερό ὀστοῦν τοῦ δεξιοῦ χεριοῦ τοῦ Ἁγίου, πού γιά αἰῶνες φυλασσόταν στή Ρώμη ἀπό τότε βρίσκεται στήν προνομιοῦχο νῆσο καί κάθε φορά λιτανεύεται μαζί μέ τό ἱερό σκήνωμα τοῦ Ἁγίου. Τό ἀριστερό διατηρεῖται ἀκέραιο μαζί μέ τό Ἁγιο Λείψανο. Ἐπίσης καί τά μάτια τοῦ Ἁγίου κατά παραχώρηση τοῦ Θεοῦ, διατηρήθηκαν ἀλώβητα μέσα στόν τάφο. Τῆς Ἁγίας Θεοδώρας τό λείψανο φυλάσσεται στόν Μητροπολιτικό Ναό τῆς Θεοτόκου τῆς Σπηλαιώτισσας. Εἶναι ἀκέφαλο καί ἑορτάζεται ἡ μνήμη της στίς 11 Φεβρουαρίου. Ἡ Ἁγία Θεοδώρα εἶναι αὐτή πού ἀναστήλωσε μαζί μέ τόν Πατριάρχη Μεθόδιο τίς ἁγίες εἰκόνες τήν πρώτη Κυριακή τῶν Νηστειῶν τοῦ 843. Τήν ἀναστήλωση ἔκαμε μετά τόν θάνατο τοῦ συζύγου της Θεοφίλου. Ὁ κόσμος τοῦ νησιοῦ μέ βαθύτατο σεβασμό ὑποδέχθηκε τόν ἀνεκτίμητο Θησαυρό. Χιλιάδες πιστοί κάθε χρόνο ἀπ’ ὅλα τά μέρη τοῦ κόσμου ἐπισκέπτονται τόν περίπιστο Ναό τοῦ Ἁγίου, πού ἡ εὐλάβεια τοῦ Κερκυραϊκοῦ λαοῦ ἀνήγειρε πρός τιμή του. Τό Ἅγιο Λείψανο φυλάσσεται ἐδῶ σέ πολυτελή λάρνακα καί διατηρεῖται ἄφθαρτο καί ἀκέραιο ἐνάντια στούς ἀμετάθετους τῆς φύσεως ὅρους. Ἄφθαρτο καί ἀκέραιο μένει, γιά νά διακηρύττει στούς αἰῶνες τό λόγιο, τό προφητικό. «Τοῖς ἁγίοις τοῖς ἐν τῇ γῇ αὐτοῦ ἐθαυμάστωσεν ὁ Κύριος» (Ψαλμ. ιε’ 3).
Πολλά θαύματα ἔγιναν καί ἐδῶ στήν Κέρκυρα καί γίνονται κάθε χρόνο σέ ὅσους μέ πραγματική πίστη καταφεύγουν στήν χάρη του καί μέ συντριβή καρδιᾶς καί ταπείνωση ἐκζητοῦν τίς πρεσβεῖες του, γιατί «ὁ θαυματουργός κἂν τέθνηκε Σπυρίδων, τοῦ θαυματουργείν οὐκ ἔληξεν εἰσέτι». Δηλαδή, ὁ θαυματουργός Σπυρίδων καί ἂν ἀπέθανε, δέν ἔπαψε ὅμως καί ἀπό τοῦ νά θαυματουργεῖ. Στόν Ἅγιο αὐτόν ἐπαναλήφθηκε πραγματικά ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. «Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῆ δέ ἐν ἐμοί Χριστός». (Γαλ. στ’ 20).
Ἄπειρα εἶναι τά θαύματά του. Γι’ αὐτό καί δεκάδες πολλές τά χρυσά κανδήλια, δῶρα εὐλαβῶν ψυχῶν πού κρέμονται πάνω καί γύρω ἀπό τήν λάρνακα, πού φιλοξενεῖ τό Ἅγιο Λείψανό του. Ὅλα αὐτά δείχνουν καί μαρτυροῦν τήν βαθιά ἐκτίμηση καί εὐλάβεια στό πρόσωπο τοῦ Ἁγίου μας ἀπό μέρους τῶν εὐεργετηθέντων. Ὀγδόντα Ναοί στήν Ἑλλάδα μας διακηρύττουν τόν σεβασμό τοῦ φιλόθρησκου Ἑλληνικοῦ λαοῦ στή μνήμη του. Ἀπό ὅλα τά μέρη τοῦ κόσμου χιλιάδες πιστοί ἀναλαμβάνουν ταξίδια μακρινά κάθε χρόνο γιά νά πᾶνε στήν χάρη του, νά προσκυνήσουν τό Ἅγιο Σκήνωμά του καί νά παρακολουθήσουν τίς συγκινητικές καί θεαματικές λιτανεύσεις του. Τέτοιες λιτανεύσεις γίνονται τέσσερις τόν χρόνο. Μιά κατά τό Μ. Σάββατο σέ ἀνάμνηση τῆς ἀπαλλαγῆς τῆς νήσου ἀπό τή σιτοδεία. Δεύτερη κατά τήν Κυριακή τῶν Βαΐων σέ ἀνάμνηση τῆς ἀπαλλαγῆς τῆς νήσου ἀπό τήν τρομερή ἐπιδημία τῆς πανώλης (πανούκλας). Τρίτη ἡ λιτανεία τῆς 11ης Αὐγούστου γιά ἀνάμνηση τῆς σωτηρίας τῆς νήσου ἀπό τήν τουρκική ἐκστρατεία. Καί τέταρτη κάθε πρώτη Κυριακή τοῦ Νοεμβρίου γιά νά θυμοῦνται τήν δεύτερη θαυμαστή ἀπαλλαγή τῆς νήσου ἀπό τήν πανώλη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τοῦ λίθου σφραγισθέντος.
Τῆς Συνόδου τῆς πρώτης ἀνεδείχθης ὑπέρμαχος, καί θαυματουργός θεοφόρε, Σπυρίδων Πατήρ ἡμῶν· διό νεκρᾷ σύ ἐν τάφῳ προσφωνεῖς, καί ὄφιν εἰς χρυσοῦν μετέβαλες· καί ἐν τῷ μέλπειν τάς ἁγίας σου εὐχάς, Ἀγγέλους ἔσχες συλλειτουργοῦντάς σοι ἱερώτατε. Δόξα τῷ σέ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σέ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διά σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τά ἄνω ζητῶν.
Τῷ πόθῳ Χριστοῦ, τρωθείς ἱερώτατε, τόν νοῦν πτερωθείς, τῇ αἴγλῃ τοῦ Πνεύματος, πρακτικῇ θεωρίᾳ τήν πρᾶξιν εὗρες θεόληπτε, θυσιαστήριον θεῖον γενόμενος, αἰτούμενος πᾶσι θείαν ἔλλαμψιν.

Ἕτερον Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Ὡς θησαυρόν τῆς συμπαθείας ἀδαπάνητον
Καί τῶν θαυμάτων κρήνην ὄντως πολυχεύμονα
Μακαρίζομεν Σπυρίδων σε Ἱεράρχα.
Ἀλλ’ ὡς ῥύστης τῶν καλούντων σε ὀξύτατος
Ἐκ παντοίων ἀπολύτρωσαι κακώσεων
Τούς βοῶντάς σοι, χαίροις Πάτερ πανεύφημε.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις τῶν θαυμάτων ὁ ποταμός· χαίροις ἀσθενούντων, καί πασχόντων ὁ ἰατρός· χαίροις τῶν λογίων, τοῦ Πνεύματος ὁ σπόρος, Σπυρίδων Τριμυθοῦντος ποιμήν τρισόλβιε.

Pin It
footer

Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ