15 Ὅσιος Μακάριος γεννήθηκε στή Θεσσαλονίκη περί τό 1383 ἀπό εὐσεβεῖς καί ἐπιφανεῖς γονεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀπολάμβαναν τῆς αὐτοκρατορικῆς ἐκτιμήσεως. Παραδίδεται ἐπίσης ὅτι ὁ Μακάριος εἶχε Ἑβραϊκή καταγωγή, πληροφορία ἡ ὁποία ὡστόσο δέν ἐπιβεβαιώνεται ἀπό τόν βίο του καί ὀφείλεται προφανῶς σέ σύγχυση μέ τόν Μακάριο Ξανθόπουλο τόν «ἐξ Ἰουδαίων», πού μνημονεύεται ἀπό τόν Σφραντζῆ. Στή χειρόγραφη παράδοση τῶν ἔργων του, χρησιμοποιεῖται ἐπίσης καί ἡ προσωνυμία Ἀσπρόφρυς, ἡ ὁποία πρέπει νά θεωρηθεῖ μᾶλλον ὡς κάποιο οἰκογενειακό ἢ προσωπικό προσωνύμιο.
Ὁ Μακάριος ἔλαβε ἀπό τήν παιδική του ἡλικία τήν ἀπαιτούμενη μόρφωση. Ὁ ἀνώνυμος βιογράφος του ὑπογραμμίζει ὅτι σέ ἡλικία δώδεκα ἐτῶν τό μοναδικό ἀντιστάθμισμα στή μοναχική του κλίση ἦταν «ὁ ἔρως τῶν μαθημάτων», ἀλλά, ἐντέλει, σέ ἡλικία δέκα ὀκτῶ ἐτῶν (περί τό 1401), λίγο μετά τό θάνατο τῆς μητέρας του, πραγματοποίησε τήν ἐπιθυμία του νά ἀναχωρήσει γιά τόν Ἄθω καί νά μονάσει στή Μονή Βατοπαιδίου, κάτω ἀπό τήν καθοδήγηση ἐνός θεοφόρου γέροντος, τοῦ Ἀρμενόπουλου, ὁ ὁποῖος τόν ἔκειρε μοναχό. Ὁ Μακάριος παρέμεινε ὑπό τήν καθοδήγηση τοῦ γέροντός του γιά μία περίοδο δέκα ἐτῶν, κατά τήν ὁποία χειροτονήθηκε διάκονος καί πρεσβύτερος, ἐνῶ ταυτόχρονα ἀπέκτησε, μαζί μέ τίς μοναχικές ἀρετές, καί εὐρύτατη ἐγκύκλια μόρφωση.

Μετά τόν θάνατο τοῦ γέροντός του, ὁ Μακάριος κατέστη ὑποτακτικός ἐνός ἄλλου ἁγίου ἀσκητοῦ, τοῦ Δαυΐδ, πού συνδεόταν φιλικά καί μέ τόν αὐτοκράτορα Μανουήλ Β’ Παλαιολόγο (1391 – 1425). Μέσω τοῦ Δαυΐδ, γνώρισε ὁ Μανουήλ Β’ τόν Ἅγιο Μακάριο καί ἀντάλλασε μαζί του ἐπιστολές.
Μετά τόν θάνατο τοῦ πατέρα του, ὁ Ἅγιος Μακάριος μετέβη στή Θεσσαλονίκη, κατόπιν παροτρύνσεως τοῦ γέροντός του, γιά νά διευθετήσει τό ζήτημα τῆς πατρικῆς του περιουσίας καί στή συνέχεια ἐπέστρεψε στόν Ἄθω, ὅπου συνέχισε τόν ἀσκητικό του ἀγώνα, ἔχοντας ὡς ὑπόδειγμά του τόν αὐστηρό ἀναχωρητισμό τοῦ Ὁσίου Μαξίμου τοῦ Καυσοκαλυβίτου καί παραμένοντας ἔνθερμος ὀπαδός τοῦ Ἡσυχασμοῦ. Μέσα σ’ αὐτό τό ἀσκητικό περιβάλλον ὁ Ἅγιος Μακάριος, ἀκολουθώντας ἕναν αὐστηρό ἡσυχαστικό βίο, ἀξιώθηκε τῆς θέας τοῦ θείου φωτός, ὅπως ἀποκαλύπτει ὁ βιογράφος του.
Περί τό 1419 ὁ Ἅγιος Μακάριος προσεκλήθη μαζί μέ τόν Πνευματικό του Πατέρα ἀπό τόν αὐτοκράτορα Μανουήλ Β’ νά μεταβεῖ στήν Κωνσταντινούπολη, ὅπου παρέμειναν γιά ἕνα σύντομο χρονικό διάστημα δύο ἐτῶν καί στή συνέχεια ἐπέστρεψαν στήν προσφιλή τους ἡσυχία, πού βίωναν μέ θαυμαστό τρόπο στήν Ἀθωνική πολιτεία. Ὡστόσο, περί τά τέλη τοῦ 1421 ἣ ἀρχές τοῦ 1422, μετά τήν κοίμηση τοῦ γέροντός του, ὁ Μακάριος προσκλήθηκε πάλι στή Βασιλεύουσα ἀπό τόν αὐτοκράτορα Μανουήλ Β’ καί ἐγκαταβίωσε ἀρχικά στή Μονή Χαρσιανίτου, ὅπου μόναζε ἐκείνη τήν περίοδο καί ὁ Ἰωσήφ Βρυέννιος «ὁ διαφανής ἀστήρ καί διαπρύσιος τέττιξ, ὁ καί λόγῳ καί πράξει καί θεωρίᾳ τούς κατ’ αὐτόν ὑπερβαλών ἤδη, φημί δή τόν τῆς πόλεως ὀφθαλμόν καί κοινόν διδάσκαλον». Ἐκείνη τήν περίοδο ὁ Ἰωσήφ ἐξεφώνησε κατ’ ἐντολή τοῦ αὐτοκράτορα τίς περίφημες 21 Ὁμιλίες του περί Ἁγίας Τριάδος. Ὁ Ἅγιος Μακάριος, ὁ ὁποῖος τόν γνώριζε ἀπό πρίν, συνδέθηκε μαζί του καί διακατεχόταν ἀπό αἰσθήματα σεβασμοῦ καί θαυμασμοῦ πρός τό πρόσωπό του.
Ἡ αὐτοκρατορική πρόταση νά ἀναλάβει τήν Ἡγουμενία τῆς περίφημης Μονῆς Στουδίου, τόν βρῆκε ὅμως ἀντίθετο. Ὁ Ἅγιος Μακάριος ἀρνήθηκε τήν προβολή του στήν Ἡγουμενία τῆς Μονῆς καί ἀναχώρησε πάλι γιά τό Ἅγιο Ὄρος, ὅπου «περιενόστει τάς τῶν ἀναχωρητῶν πλησίον τοῦ Ἄθω καλύβας».
Μετά τήν παρέλευση μικροῦ χρονικοῦ διαστήματος, ὁ αὐτοκράτορας Μανουήλ Β’ Παλαιολόγος, μέ ἐπιστολές του τόν ἀνακάλεσε στήν Κωνσταντινούπολη, ὅπου μετά ἀπό ὀλιγόμηνη παραμονή του στή Μονή Χαρσιανίτου, ἐξελέγη ὕστερα ἀπό τήν πρόταση τοῦ Γεωργίου Σφραντζῆ, Ἡγούμενος τῆς Μονῆς Παντοκράτορος, ἡ ὁποία διήνυε μιά ἄσχημη οἰκονομική περίοδο.
Ὡς Ἡγούμενος ὁ Ἅγιος Μακάριος κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια γιά τήν Πνευματική ἄνθηση καί ὑλική εὐημερία τῆς Μονῆς του. Αὐτή τήν περίοδο, ὕστερα ἀπό δικές του ἐνέργειες, ἡ Μονή ἐνισχύθηκε οἰκονομικά ἀπό τό Σέρβο κράλη Στέφανο καί τέθηκε ὑπό τήν κηδεμονία τοῦ Ἕλληνα Μητροπολίτη Ρωσίας Φωτίου, ἐνῶ σύντομα συγκεντρώθηκε γύρω του μία ἀξιόλογη συνοδεία ἀπό δώδεκα Μοναχούς.
Ταυτοχρόνως ὁ Ἅγιος Μακάριος κατέστη καί Πνευματικός τοῦ αὐτοκράτορος, ὁ ὁποῖος τόν διόρισε στό ἀξίωμα τοῦ Μεγάλου Πρωτοσυγκέλλου.
Ἰδιαίτερη σπουδή ἐπέδειξε ὁ Ἅγιος καί στά σοβαρά ἐκκλησιαστικά προβλήματα τῆς ἐποχῆς του, διαδραματίζοντας πρωταγωνιστικό ρόλο. Συμμετεῖχε ἐνεργά καί διακρίθηκε κατά τήν τοπική Σύνοδο πού συγκροτήθηκε μεταξύ τῶν ἐτῶν 1426 καί 1429 στήν Κωνσταντινούπολη, μετά τήν ἐπίσκεψη πρεσβείας ἀπό τή Βοημία περί τῶν Ἁγίων Εἰκόνων καί ἄλλων ἐκκλησιαστικῶν ζητημάτων.
Περί τά τέλη τοῦ 1429 ὁ Μακάριος ἀπεστάλη ὡς ἐπικεφαλῆς τριμελοῦς πρεσβείας στόν Πάπα Μαρτίνο Ε’ στή Ρώμη, ενώπιον τοῦ ὁποίου ὑπερασπίσθηκε τά δόγματα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
Ὁ Ἅγιος Μακάριος ἐπρόκειτο νά συμμετάσχει καί σέ μία ἀκόμη πρεσβεία, τήν τέταρτη κατά σειρά αὐτῆς τῆς περιόδου, ἀλλά τή σχεδιαζόμενη ἀποστολή του, πού ἀφοροῦσε στόν καθορισμό τοῦ τόπου ὅπου θά συνερχόταν μία πιθανή Οἰκουμενική Σύνοδος, ἀπέτρεψε ἡ αἰφνίδια ἀσθένειά του, πού τόν ἀνάγκασε νά μεταβεῖ στή Χάλκη.
Ὁ Ἅγιος Μακάριος κοιμήθηκε μέ εἰρήνη στή νῆσο Χάλκη, τό ἔτος 1430, μετά ἀπό λοιμική νόσο καί τό τίμιο λείψανό του ἐνταφιάσθηκε στή Μονή Παντοκράτορος στήν Κωνσταντινούπολη.
Ἰδιαίτερα ἀξιόλογο εἶναι τό συγγραφικό ἔργο τοῦ Ὁσίου Μακαρίου, γιά τό ὁποῖο μᾶς παρέχει ἀρκετές πληροφορίες ὁ βίος του. Στή γραφίδα τοῦ Ἁγίου Μακαρίου ἀποδίδονται ἀρκετά ἔργα, ἐκ τῶν ὁποίων τά περισσότερα ἔχουν ἁγιολογικό περιεχόμενο.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Pin It
footer

Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ