OsiosGeorgios_Hozevitis16ολύ γνωστό τό ὄνομά του στόν χριστιανικό κόσμο. Γνωστό καί τό μοναστήρι στήν Παλαιστίνη πού ἀσκήτεψε. Βρίσκεται σέ μία ἐρημική καί ἄγρια χαράδρα καί εἶναι κοντά στήν ἀρχαία Ρωμαϊκή ὁδό, πού ὁδηγεῖ ἀπό τά Ἱεροσόλυμα στήν Ἱεριχῶ. Στήν Ἁγία Γραφή ἡ τοποθεσία αὐτή λέγεται χείμαρρος Χορράθ καί εἶναι συνδεδεμένη μέ πολλά ἱστορικά γεγονότα.
Σ’ αὐτό τό μέρος εἶναι ἡ σπηλιά στήν ὁποία εἶχε κάποτε κρυβεῖ ὁ προφήτης Ἠλίας (910 π.Χ.) γιά νά γλιτώσει ἀπό τήν καταδίωξη τοῦ ἀσεβέστατου βασιλιά Ἀχαάβ καί τῆς εἰδωλολάτριδας συζύγου του, τῆς Ἰζάβελ.
Σ’ αὐτή τήν σπηλιά ὁ ζηλωτής προφήτης ἔμεινε μῆνες καί τρεφόταν κατά ἕνα θαυμαστό τρόπο. Μερικά κοράκια τοῦ ἔφερναν πρωί καί βράδυ ψωμί καί κρέας.
Νερό ἔπινε ἀπό τόν χείμαρρο. Ὅταν ὅμως καί ἀπό ἐδῶ ἔλειψε τό νερό, ἐξ αἰτίας τῆς ἀνομβρίας, ὁ προφήτης ἀναχώρησε κατ’ ἐντολήν τοῦ Θεοῦ στά Σάρεπτα τῆς Σιδῶνος.
Στήν σπηλιά αὐτή ὕστερα ἀπό χρόνια ἦρθε καί κλείστηκε καί ὁ θεοπάτορας Ἰωακείμ. Σαράντα μερόνυχτα ἔμεινε ἐδῶ νηστεύοντας καί προσευχόμενος νά τοῦ χαρίσει ὁ Θεός ἕνα παιδί, γιατί ἦταν ἄτεκνος. Σ’ αὐτό τό διάστημα καί ἡ σύζυγός του Ἄννα εἶχε παραμείνει στό σπίτι της καί προσευχόταν θερμά. Μέ δάκρυα παρακαλοῦσε καί ζητοῦσε νά τῆς λύσει ὁ Πανάγαθος Θεός τήν ἀτεκνία της.

Πολύ συγκινητική εἶναι ἡ προσευχή τοῦ Ἰωακείμ στή σπηλιά, ὅπως μᾶς τήν διέσωσε ἀρχαία παράδοση: «Οὗ καταβήσομαι», ἔλεγε μονολογώντας ὁ εὐσεβής Ἰωακείμ, «οὔτε ἐπί ποτόν, ἕως ὅτου ἐπισκέψεταί με Κύριος ὁ Θεός μου καί ἔσται μου ἡ εὐχή βρῶμα καί πόμα».
Καί δέν κινήθηκε ἀπό ἐκεῖ, παρά μονάχα, ὅταν ὁ φιλάνθρωπος Θεός πού ἀκούει πάντα τίς προσευχές τῶν εὐσεβῶν παιδιῶν του, εἰσήκουσε τήν δέησή του καί μ’ ἕναν ἄγγελο τοῦ διεμήνυσε τό χαρμόσυνο μήνυμα, πώς θά ἀποκτοῦσε παιδί. Καί πραγματικά. Τήν ἑπόμενη χρονιά ὁ Ἰωακείμ καί ἡ Ἄννα ἀξιωνόντουσαν νά ἀποκτήσουν τήν κεχαριτωμένη Μαρία, τήν Μητέρα τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτό καί τό ὄνομα Θεοπάτορες, δηλαδή πρόγονοι κατά σάρκα τοῦ Σωτῆρος μας Χριστοῦ, τοῦ Θεοῦ μας.
Ἀπό μία τυπική διάταξη τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων μανθάνουμε, πώς ὁ χείμαρρος ἦταν κτῆμα τοῦ Ἰωακείμ, τοῦ πατέρα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Ἐδῶ ὑπῆρχε καί κῆπος τοῦ ἰδίου καί ἐδῶ ἀργότερα κτίστηκε καί Ἐκκλησία ἐπ’ ὀνόματι τῆς Παναγίας στήν ὁποία διάφορες μέρες τοῦ χρόνου γίνονταν μεγαλόπρεπες πανηγύρεις. Σέ τοῦτο τό μέρος κτίστηκε καί ἡ μονή τῆς Παναγίας τοῦ Χοζεβᾶ, πού θεωρεῖται μία ἀπό τίς ἀρχαιότερες μονές τῆς Παλαιστίνης. Στήν ἱερά αὐτή Μονή ἔζησαν τήν ἀγγελική ζωή τῆς πλήρους ἀφιερώσεως, χιλιάδες εὐλαβεῖς ψυχές. Σ’ αὐτή πέρασε καί ὁ Ἅγιος Γεώργιος ἀπό τή νῆσο Κύπρο, πού εἶναι γνωστός μέ τό ἐπώνυμο Χοζεβίτης, τά περισσότερα χρόνια τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς του.
Ἡ ὅλη περιοχή διακρίνεται γιά τήν ἀγριότητά της. Καί αὐτή τήν περιοχή χωρίς ἄλλο θά εἶχε ὑπ’ ὄψη ὁ Κύριος, ὅταν ἔλεγε τήν παραβολή τοῦ ἀνθρώπου πού περιέπεσε στούς ληστές καί εἶναι γνωστή σάν παραβολή τοῦ καλοῦ Σαμαρείτη.
Καθ’ ὅλη τή διαδρομή τοῦ χειμάρρου ὑπάρχουν πολλά σπήλαια, τά ὁποία ἀπό ἐνωρίς προσείλκυσαν πολλούς ἀναχωρητές. Σ’ ἕνα ἀπό αὐτά, πού βρίσκεται ἀπό πάνω ἀπό τή Μονή, εἶχε ἐγκατασταθεῖ κάποτε ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θαυματουργός, πού εἶχε διατελέσει ἐπίσκοπος τῆς Καισαρείας καί ὕστερα ἐγκατέλειψε τήν ἐπισκοπή καί ἦρθε στό μέρος αὐτό νά μονάσει. Ὁ μεγάλος αὐτός Ἅγιος καί Θαυματουργός ἔκτισε τήν ἐκκλησία καί τή Μονή στό ὄνομα τῆς Παναγίας καί καλλώπισε τόν χῶρο ἐκεῖνο ἔτσι, πού σέ λίγο καιρό χιλιάδες φιλέρημες ψυχές ἦρθαν νά ζήσουν τήν ἀγγελική ζωή. Τήν ἀκμή τῆς Μονῆς, στήν ὁποία πολλά θαύματα γίνονταν ἀπό τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, ἀλλά καί τῶν γύρω ἀσκητηρίων, πού στίς ἀρχές τοῦ ἑβδόμου αἰώνα φιλοξενοῦσαν πιό πολλές ἀπό πέντε χιλιάδες ψυχές, ἀνέκοψαν οἱ περσικές ἐπιδρομές. Σάν καταιγίδα ἀληθινή εἶχαν ἐνσκήψει οἱ ἄγριες αὐτές ὀρδές, πού ἔσφαζαν, ἔκαιαν, ἐρήμωναν τά πάντα ἀπό ἐκεῖ πού περνοῦσαν. Αὐτή τήν ἐποχή καταστράφηκε καί ὁ ἅγιος ναός τῆς Ἀναστάσεως καί ὅλοι οἱ ναοί καί τά μοναστήρια τῆς Παλαιστίνης (614 μ.Χ.)
Αὐτό τόν καιρό ἔζησε καί ὁ Ὅσιος Γεώργιος ὁ Χοζεβίτης πού ἀπ’ τόν καιρό πού ἦταν παιδί τό ὄνομά του ἔγινε συνώνυμο μέ τήν ἀρετή.
Γεννήθηκε σ’ ἕνα χωριό τῆς Κύπρου ἀπό πολύ εὐσεβεῖς καί εὐκατάστατους γονεῖς. Τά πολλά ἀγαθά ὅμως πού ἡ εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ τούς εἶχε χαρίσει, δέν τούς ἐμπόδισαν νά ζοῦνε μέ ἀπόλυτη ὑποταγή στό θέλημά Του. Μέ τοῦ Χριστοῦ τά λόγια μεγάλωσαν καί τά δυό παιδιά τους, τόν Ἡρακλείδη καί τόν Γεώργιο. Οἱ εὐλαβεῖς γονεῖς ἀπ’ αὐτήν ἀκόμη τή βρεφική ἡλικία φρόντισαν νά ἐνσταλάξουν στήν ψυχή καί τῶν δύο παιδιῶν τους τόν σεβασμό πρός τό ἅγιο Ὄνομα τοῦ Θεοῦ, μά καί τήν ὑπακοή, τήν τυφλή ὑπακοή στό θέλημά Του. Καί οἱ κόποι τους ὄχι μόνο δέν πῆγαν χαμένοι, ἀλλά καί πλούσια εὐλογήθηκαν ἀπό τόν φιλάνθρωπο Πατέρα.
Ὁ Ἡρακλείδης πού ἦταν καί ὁ πιό μεγάλος, ὅταν ἐνηλικιώθηκε, πῆρε τήν εὐχή τῶν γονιῶν του καί πῆγε νά προσκυνήσει τούς τόπους πού γεννήθηκε, μεγάλωσε καί ἔζησε ὁ Χριστός μας. Ἡ εὐγενική καί φιλόθρησκη ψυχή τοῦ νέου, σάν ἔφτασε στήν Ἁγία Γῆ καί ἐπισκέφθηκε τόν Γολγοθᾶ καί τόν Πανάγιο Τάφο τοῦ Χριστοῦ, τόσο γοητεύθηκε, πού πῆρε τήν ἀπόφαση νά μείνει πιά στά μέρη ἐκεῖνα γιά ὅλη του τή ζωή. Καί πραγματικά. Ὁ πιστός καί φιλόθεος νέος, ἀφοῦ γύρισε διάφορα μέρη, κατέβηκε καί στόν Ἰορδάνη. Περπάτησε μέ συνεπαρμένη ψυχή στόν τόπο πού κατά τήν παράδοση ὁ προφήτης τῆς ἐρήμου βάπτισε τόν Κύριο καί ἀπό ἐκεῖ προχώρησε στή Λαύρα τοῦ Καλαμώνος, ὅπου καί παρέμεινε ἀγωνιζόμενος τόν ἀγώνα τόν καλό, τῆς ἀρετῆς τόν ἀγώνα. Ὁ ἀδελφός του Γεώργιος, μικρός ἀκόμη παρέμεινε κοντά στούς γονεῖς του καί ξεχώριζε ἀπ’ ὅλους τούς συνομήλικούς του στή φρονιμάδα καί τή σεμνή ζωή.
Στά χρόνια τά δύσκολα, τῆς ἐφηβείας τά χρόνια, μεγάλη δοκιμασία τόν κτύπησε. Οἱ γονεῖς του ἀρρώστησαν καί πέθαναν σέ λίγο διάστημα ὁ ἕνας μετά τόν ἄλλο. Ἐκεῖνος ὅμως, πού βεβαιώνει μέ τό Πανάγιο Πνεῦμα Του πώς τό ὀρφανό καί τήν χήρα τά παίρνει πάντα ὑπό τήν ἰδιαίτερη προστασία Του, δέν ἐγκατέλειψε τό πιστό παιδί. Ἕνας θεῖος του φρόντισε καί πῆρε τό παιδί κοντά του μέ ὅλα τά πράγματα καί τήν κληρονομιά του μέ σκοπό σάν μεγαλώσει νά τόν συζεύξει μέ τήν ἐπίσης μικρή καί μονάκριβη θυγατέρα του. Ἐπειδή ὅμως ὁ Γεώργιος ἀπεστρέφετο τήν κοσμική ζωή καί ἡ ψυχή του λαχταροῦσε μία ἀνώτερη ζωή, τήν ἀγγελική ζωή, ἕνα πρωί ἔφυγε ἀπό τό σπίτι καί πῆγε σ’ ἕναν ἄλλο θεῖο του, πού ἦταν ἡγούμενος σ’ ἕνα μοναστήρι. Ὅταν ὁ πρῶτος θεῖος ἔμαθε τί ἔγινε, πῆγε στό μοναστήρι μέ σκοπό νά ξαναπάρει τόν Γεώργιο καί νά τόν φέρει πίσω στό χωριό. Στήν προσπάθειά του μάλιστα νά ἐπιτύχει τόν σκοπό του, δέν δυσκολεύθηκε νά φιλονικήσει καί μέ τόν ἀδελφό του τόν μοναχό. Αὐτός ὅμως μέ ἡρεμία καί πραότητα τοῦ ἀπήντησε:
«Ἀδελφέ μου, οὔτε ἔφερα τόν νέο ἐδῶ, οὔτε καί τόν διώχνω. Ἂς ἀποφασίσει μόνος του ὅ,τι θέλει. Ἡλικίαν ἔχει...».
Ὅταν ὁ νέος ἔμαθε τήν φιλονικία τῶν θείων του γιά τό πρόσωπό του, σηκώθηκε κρυφά καί ἔφυγε ἀπό τό μοναστήρι καί ἀπό τήν Κύπρο καί τράβηξε πρός τήν ἁγία πόλη, τήν Ἱερουσαλήμ. Ἐκεῖ σάν ἔφτασε, πῆγε καί γονάτισε καί μέ εὐλάβεια προσκύνησε τά πάνσεπτα προσκυνήματα τῆς εὐλογημένης πόλεως, καί ὕστερα κατέβηκε πρός τόν Ἰορδάνη. Τό ἄδολο γάλα τῆς πίστεως μέ τό ὁποῖο ἀπό τῆς βρεφικῆς ἡλικίας τόν πότισαν οἱ εὐσεβεῖς γονεῖς του, τόν σπρώχνει νά βρεῖ τόν ἀδελφό του. Ἡ ψυχή του ποθεῖ τή μακαρία ζωή, τήν ἀγγελική ζωή. Οἱ κίνδυνοι τῆς ἁμαρτίας πού ἀντίκριζε γύρω του, τοῦ ἔφερναν στ’ αὐτιά καθαρά τόν ἀπόηχο τῆς φωνῆς τῶν ἀγγέλων πρός τόν Λῶτ: «Σώζων σῶζε τήν σ’ ἑαυτοῦ ψυχήν» (Γεν. ιθ’ 17). Δηλαδή κοίταξε πώς θά σώσεις τήν ψυχή σου. Ἡ ματαιότητα τῶν φθαρτῶν αὐτοῦ τοῦ κόσμου συνετάραττε τό εἶναι του. Πάντα ματαιότης τά ἀνθρώπινα σκεπτόταν καί ἐπανελάμβανε μόνος του. Ὁδηγούμενος ἀπό τό προσκλητήριο διάγγελμα τοῦ Κυρίου «ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθείν ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθεῖται μοι», προχώρησε καί τράβηξε πρός τή Λαύρα τοῦ Καλαμώνος στήν ὁποία, ὅπως εἶχε μάθει, βρισκόταν ὁ ἀδελφός του.
Ἡ Λαύρα τοῦ Καλαμώνα βρισκόταν κοντά στό σημερινό μοναστήρι τοῦ Ἀββᾶ Γερασίμου ἐκεῖ στόν Ἰορδάνη.
Χωρίς κανένα ἐνδοιασμό σάν τόν συνάντησε ἔπεσε στά πόδια του καί τοῦ φανέρωσε τόν πόθο καί τήν ἀπόφασή του νά μείνει κοντά του. Ἐκεῖνος παρά τή μυστική χαρά πού δοκίμασε γιά τήν ἁγία διάθεση τοῦ ἀδελφοῦ του, βλέποντάς τον τόσο νεαρό, φοβήθηκε νά τόν κρατήσει κοντά του καί τόν συνώδευσε στή Μονή τῆς Παναγίας τοῦ Χοζεβᾶ στόν ἐκεῖ ἡγούμενο, πού ἦταν καί φίλος του καί τοῦ τόν παρέδωσε. Αὐτός δέ ἐπέστρεψε στό μοναστήρι του.
Ὁ ἡγούμενος ἀπό τήν πρώτη στιγμή ἐξετίμησε τόν ἔνθεο ζῆλο τοῦ νεαροῦ Γεωργίου καί τόν κατηύθυνε μέ φόβο Θεοῦ στῆς ἀσκητικῆς ζωῆς τά σκαλοπάτια. Ἡ βαθιά ταπείνωση τοῦ νέου, ἡ ὑπακοή καί ἡ προθυμία του νά ἐκτελεῖ πάσαν ἐργασία τῆς μονῆς, ἐνεθάρρυναν τόν ἡγούμενο, ὥστε σέ λίγο καιρό νά προχωρήσει στήν κουρά τοῦ νέου, σέ μοναχό καί νά τόν ἀναθέσει σ’ ἕνα προκομμένο γέροντα σάν συμβοηθό του στό διακόνημα τοῦ νεοκηπίου πού εἶχε.
Μέ ἀχώριστο σύντροφο τόν ἐνθουσιασμό ὁ νεαρός μοναχός περνάει τήν καθημερινή ζωή του ἀνάμεσα σέ νηστεῖες, ἀγρυπνίες καί πολύωρες προσευχές. Ἐμπνεόμενος ἀπό τόν φλογερό ζῆλο του ὑποβάλλει τόν ἑαυτό του σέ πολλούς κόπους γιά τελειότερη ζωή. Δυστυχῶς ὁ γέροντάς του παρά τίς πολλές του ἀρετές δέν τόν βοηθάει καί πολύ στήν εὐγενική του προσπάθεια. Ἦταν ἄνθρωπος σκληρός καί μέ τό «ψύλλου πήδημα» τόν ἀπόπαιρνε σέ βαθμό ἀποκαρδιωτικό.
Κάποια μέρα μάλιστα ὁ γέροντας ἔστειλε τόν ὑποτακτικό του στόν χείμαρρο νά φέρει νερό. Ἐπειδή ὅμως τό νερό ἦταν μαζεμένο καί τά καλάμια καί τά ξύλα πού ἤσαν μπροστά ἦταν πολύ πυκνά καί ὁ νέος ἦταν ντυμένος τά ἐνδύματά του, δέν μπόρεσε νά περάσει μέ τό δοχεῖο τοῦ νεροῦ καί ἐπέστρεψε ἄπρακτος. Ὁ γέροντας σάν εἶδε τόν νέο χωρίς τό νερό θύμωσε καί τοῦ εἶπε νά βγάλει τό ἱμάτιό του, νά φορέσει μόνο τό ἐπάνω ράσο του καί χωρίς νά ἀντείπει ὑπάκουσε καί πῆγε. Ἐπειδή ὅμως αὐτός ἄργησε καί στό μεταξύ κτύπησε ὁ κώδωνας γιά τό τραπέζι, ὁ γέροντας ἔκρυψε τό ἱμάτιο τοῦ παιδιοῦ καί πῆγε στό φαγητό. Ὅταν ὁ νέος ἐπέστρεψε καί δέν βρῆκε οὔτε τό ἱμάτιό του, οὔτε τόν γέροντα, πῆγε στή μονή χωρίς τό ζωστικό καί κτύπησε τήν πόρτα. Ὅταν ὁ μοναχός πού ἦρθε νά τοῦ ἀνοίξει τόν εἶδε ἔτσι γυμνό, τόν ρώτησε τί τοῦ συνέβη. Καί ὅταν ὁ νεαρός τοῦ ἐξήγησε, πῆγε καί τοῦ ἔφερε ἕνα ἱμάτιο, τό ὁποῖο φόρεσε καί μπῆκε στό μοναστήρι. Τήν στιγμή πού ἔμπαινε, ὁ γέροντας πού τόν εἶδε ἐκεῖ μπροστά ἀπό τούς τάφους τῶν ἁγίων πέντε Πατέρων, χωρίς οἶκτο καί μέ θυμό ἀδικαιολόγητο τοῦ ἔδωκε ἕνα δυνατό ράπισμα λέγοντάς του:
– Γιατί ἄργησες;
Τήν ἴδια στιγμή τό χέρι τοῦ γέροντα ξηράνθηκε ὁλόκληρο καί δέν κουνιότανε καθόλου. Συντετριμμένος ὁ ἀββᾶς ἀπό τήν τιμωρία πού τόν βρῆκε, ἔπεσε μπροστά στά πόδια τοῦ νεαροῦ ὑποτακτικοῦ του καί τόν παρακαλοῦσε λέγοντας:
— Παιδί μου, συγχώρεσέ με καί μή μέ φανερώσεις. Ἔφταιξα. Πολύ ἔφταιξα. Μή μέ διαπομπεύσεις, ἀλλά παρακάλεσε τόν Θεό νά μέ συγχωρήσει καί νά μέ κάμει καλά.
Ὁ νεαρός μοναχός βαθιά λυπημένος γιά τό πάθημα τοῦ γέροντα, τοῦ εἶπε μέ ταπείνωση καί συντριβή:
— Πήγαινε, πάτερ, ἐκεῖ στούς τάφους τῶν ἁγίων Πατέρων, βάλε μετάνοια καί αὐτοί θά σέ θεραπεύσουν.
Ὁ γέροντας ὅμως ἐπέμενε.
Παιδί μου, σέ σένα ἔφταιξα. Σύ παρακάλεσε τόν Θεό νά μέ σπλαγχνιστεῖ καί νά μέ συγχωρήσει.
Τότε ὁ νεαρός, ἀφοῦ πῆρε ἀπό τό χέρι τόν γέροντα, τόν ὁδήγησε ἐκεῖ στούς τάφους καί ἀφοῦ ἔβαλαν βαθιά μετάνοια, προσευχήθηκαν καί τό θαῦμα ἔγινε. Τό χέρι ξαναγύρισε στή φυσική του κατάσταση. Μά καί ἡ ψυχή τοῦ γέροντα μαλάκωσε. Ὁ θυμός παραμέρισε καί ἡ πραότητα μαζί μέ τή συγκατάβαση στήσανε στήν καρδιά του τόν θρόνο τους.
Παρά τήν ἀποχώρηση τοῦ νεαροῦ μοναχοῦ ἀπό τή σκηνή τοῦ θαύματος, τοῦτο ἔγινε γρήγορα γνωστό σ’ ὅλη τήν ἀδελφότητα. Ἀπό τήν στιγμή ἐκείνη ὅλοι οἱ μοναχοί μέ ἰδιαίτερη ἐκτίμηση καί σεβασμό ἄρχισαν νά περιβάλλουν τόν νέο καί γιά τό θαῦμα του νά μιλοῦν. Καί αὐτός ἀπό φόβο μήπως πιαστεῖ στά δίχτυα τῆς ὑπερηφάνειας, σηκώθηκε μία βραδιά καί ἐγκατέλειψε τό μοναστήρι καί τράβηξε στή Λαύρα πού βρισκόταν ὁ ἀδελφός του.
Ἐκεῖ, μέ αὐστηρή ἐγκράτεια στόλισε τήν ζωή του καί μέ τή νηστεία καί τή σκληρή ἄσκηση νέκρωσε τό σῶμα του, ὥστε οἱ προσβολές τοῦ ἐχθροῦ νά μή μποροῦν νά τόν ἐπηρεάσουν. Καμιά ὑστεροβουλία ἢ ἰδιοτέλεια δέν ὑπεισερχόταν στίς σκέψεις του. Τό θέλημα τοῦ Κυρίου σάν φωτεινός φάρος πρόβαλλε πάντα μπροστά του καί τοῦ φώτιζε τόν δρόμο του. Ζοῦσε ὅμως σάν οὐράνιος ἄνθρωπος, μά καί ἐπίγειος ἄγγελος. Ζωή «πλήρης χάριτος καί ἀληθείας» (Ἰωάννη α’ 14) εἶχε καταντήσει ἡ ζωή του. Πηγή ἀκένωτη θαυμάτων. Θαυμάτων πού προκαλοῦν στ’ ἀλήθεια κατάπληξη.
Ἕνα τέτοιο θαῦμα ἦταν καί τοῦτο. Κάποια μέρα ἕνας γεωργός ἀπό τήν Ἱεριχῶ, γνωστός καί φίλος τῶν δυό ἀσκητῶν, ἦρθε στή Λαύρα, μέ ἕνα ζεμπίλι ἀπό διάφορους καρπούς πού γεωργοῦσε καί κτύπησε τήν θύρα τοῦ κελιοῦ τους. Ὁ Γεώργιος πῆγε καί ἄνοιξε τήν πόρτα καί τόν προσκάλεσε νά μπεῖ μέσα. Ὁ ἐπισκέπτης μόλις μπῆκε ἔβαλε μία μετάνοια καί ἀφοῦ τοποθέτησε τό ζεμπίλι μέ τά δῶρα παρακάλεσε θερμά τούς ἀβάδες νά εὐλογήσουν τούς καρπούς ὁπότε κάτω ἀπό αὐτούς μέ μεγάλη ἔκπληξη τί βλέπουν; Ἕνα νήπιο νεκρό. Ἦταν τό νεογέννητο παιδί τοῦ ἐπισκέπτη πού εἶχε ἀποθάνει καί αὐτός τό ἔφερε στούς ἀβάδες μέ τή γλυκιά ἐλπίδα πώς αὐτοί θά μποροῦσαν νά τό ἀναστήσουν καί νά τοῦ τό ξαναδώσουν ζωντανό. Ὁ ἀβάς Ἡρακλείδης σάν τό εἶδε μέ τρόμο καί ταραχή εἶπε στόν ἀδελφό του: «Πήγαινε καί κάλεσε τόν ἄνθρωπο νά ἔρθει νά πάρει τό ζεμπίλι μέ τά πράγματα πού ἔφερε. Μᾶς βάζει, πές του σέ μεγάλο πειρασμό. Κύριε, ἀναφώνησε, ἐλέησέ μας τούς ἁμαρτωλούς».
Ὁ ἀβάς Γεώργιος ὅμως πού ἦταν τότε σαράντα περίπου χρόνων, ἔβαλε στόν ἀδελφό του μετάνοια καί μέ σεβασμό τοῦ εἶπε:
Πάτερ μου, μή στενοχωρεῖσαι καί μή ταράττεσαι. Ἀλλά ἔλα νά παρακαλέσουμε μέ πίστη τόν Πολυεύσπλαχνο καί Πανοικτίρμονα Θεό νά κάμει τό θαῦμα του. Καί ἄν μᾶς ἀκούσει ἡ εὐσπλαγχνία του καί ἀναστήσει τό παιδί, εὐλογημένο ἂς εἶναι στούς αἰῶνες τό Πανάγιο Ὄνομά Του. Τότε καλοῦμε τόν πατέρα καί τοῦ δίνουμε τό παιδί του, ὅπως πίστεψε. Ἂν ὅμως ἡ ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ δέν θελήσει, γιά λόγους πού γνωρίζει Ἐκεῖνος, νά γίνει τό θαῦμα, τότε πάλι καλοῦμε τόν πατέρα καί τοῦ ἐξηγοῦμε, πώς καί ἐμεῖς ἁμαρτωλοί ἄνθρωποι εἴμεθα καί δέν ἔχουμε τέτοια παρρησία, ὥστε νά ἐπιτύχουμε αὐτό πού ποθεῖ τόσο ἐκεῖνος, ὅσο καί ἐμεῖς. Στά λόγια τοῦ Γεωργίου ὁ ἀβάς Ἡρακλείδης πείσθηκε. Τότε καί οἱ δύο οἱ πατέρες ἀφοῦ γονάτισαν, μέ δάκρυα στά μάτια καί καρδιά ραγισμένη ἄρχισαν νά προσεύχονται. Δέν πέρασε πολλή ὥρα καί τό θαῦμα ἔγινε. Ὁ φιλάνθρωπος Θεός πού ἀκούει πάντα τίς προσευχές τῶν παιδιῶν του πού γίνονται μέ πίστη, ἄκουσε καί τῶν πιστῶν ἀβάδων τήν παράκληση. Τό νεκρό παιδί κάποια στιγμή ἄνοιξε τά μάτια καί ἀφῆκε ἕνα ἐλαφρό κλαψούρισμα. Οἱ εὐλαβεῖς ἀσκητές μέ τήν ψυχή πλημμυρισμένη ἀπό εὐγνωμοσύνη ἄνοιξαν τήν πόρτα καί κάλεσαν μέσα τόν πατέρα τοῦ παιδιοῦ καί τοῦ εἶπαν:
– Ἀδελφέ μας, ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, κατά τήν πίστη πού ἔδειξες σ’ Αὐτόν, σοῦ δίνει τό παιδί σου πίσω ζωντανό. Πάρε το καί δόξαζέ τον μέ ὅλη σου τήν ψυχή, ἀλλά καί μήν ἀναφέρεις σέ κανένα τίποτα ἀπό ὅτι ἔγινε.
Ὁ εὐλαβής πατέρας μέ δάκρυα χαράς πῆρε στήν ἀγκαλιά του τό ἀγαπημένο του παιδί καί βγῆκε δοξολογώντας ἀπό τά βάθη τῆς ψυχῆς του τόν φιλάνθρωπο Θεό. Ἔφυγε καί ἀφῆκε πίσω τούς ἀβάδες νά συνεχίζουν τόν ἀγώνα τους. Ἀγώνα κουραστικής σκληραγωγίας τοῦ κορμιοῦ, ἀγώνα συνεχούς προσευχῆς.
Ἔτσι περνοῦσε κάθε μέρα ἡ ζωή τους μέ εὐλάβεια καί εἰρήνη καί ταπείνωση καί ζηλευτή γενικά ἀρετή. Ποτέ τους δέν καταδέχτηκαν νά ἀντιμιλήσουν ὁ ἕνας στόν ἄλλο ἢ νά λυπήσουν κανένα. Ὁ ἀβάς Ἡρακλείδης εἶχε πολλή πραότητα καί ὑπομονή καί ταπείνωση. Καί αὐτές τίς ἀρετές τίς κράτησε μέ παραδειγματικό ζῆλο καί προσοχή μέχρι τῆς ἡμέρας πού ὁ μεγάλος Πατέρας τόν κάλεσε νά ἀφήσει τοῦτο τόν κόσμο καί νά μεταπηδήσει στή χώρα τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς αἰώνιας εὐτυχίας καί χαράς. Κοιμήθηκε γύρω στά ἑβδομῆντα του χρόνια καί τάφηκε ἐκεῖ στούς τάφους τῶν ὁσίων Πατέρων. Στόν οὐρανό τώρα πρεσβεύει γιά ὅλο τόν κόσμο καί ἰδιαίτερα γιά τήν πατρίδα, τή μαρτυρική Κύπρο μας.
Ὕστερα ἀπό τόν θάνατο τοῦ ἀβᾶ Ἡρακλείδη, ἀδελφοῦ ὁμογάλακτου, συμμοναστοῦ ὅμως καί συναθλητού τοῦ ἀβᾶ Γεωργίου, τότε καί αὐτός ἐγκατέλειψε τή Λαύρα καί ξαναγύρισε στό μοναστήρι τοῦ Χοζεβᾶ ἀπό τό ὁποῖο ξεκίνησε. Καί στό περιβάλλον αὐτό ἡ ζωή τοῦ ταπεινοῦ ἀβᾶ συνεχίζεται σάν τήν προηγούμενή του ζωή στή Λαύρα. Καί ἐδῶ ἡ αὐστηρή νηστεία, μαζί μέ τήν ὑπερβολική ἀγρυπνία καί θερμή προσευχή ἀποτελοῦν τήν καθημερινή του ἐνασχόληση. Ἡ νηστεία μάλιστα στήν ὁποία ὑπέβαλλε τόν ἑαυτό του, ὅπως μᾶς λέει ὁ μαθητής του ὁ Ὅσιος Ἀντώνιος, αὐτός πού ἔγραψε καί τή βιογραφία του, εἶχε φτάσει στό κατακόρυφο. Ἀλλά καί στή μελέτη καί τήν προσευχή εἶχε ξεπεράσει ὅλους ἐκεῖ τούς συμμοναστές του. Χωρίς καμιά ὑπερβολή μποροῦσε νά ἔλεγε γιά τή ζωή του. «Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζεῖ δέ ἐν ἐμοί Χριστός». (Γαλ. β’ 20). Οἱ ἄνθρωποι πού τόν ἔβλεπαν τόν θαύμαζαν. Καί οἱ δαίμονες τόν ἔτρεμαν γιά τήν αὐταπάρνηση καί τήν ὑπομονή του.
Ὅταν οἱ Πέρσες ἔφτασαν στή Δαμασκό, ὁ Ὅσιος πού τήν ἡμέρα καθόταν ἔξω ἀπ’ τό κελί του καί ζεσταινόταν στόν ἥλιο, γιατί ἀπό τήν ὑπερβολική ἐγκράτεια εἶχε καταντήσει πολύ ἀδύνατος, μέ θεῖο ὅραμα προέβλεψε τήν καταστροφή τῆς χώρας. Οἱ ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης πού κατοικοῦσαν στά μέρη ἐκεῖνα τῆς Συρίας καί τῆς Παλαιστίνης εἶχαν ξεπεράσει κάθε προηγούμενο ὅριο. Ὅταν μάλιστα οἱ Πέρσες εἶχαν προχωρήσει καί περικυκλώσει τήν ἁγία πόλη Ἱερουσαλήμ, τότε οἱ ἀδελφοί τοῦ κοινοβίου καί πολλοί ἀπό αὐτούς πού ἔμεναν σέ κελιά ἔφυγαν γιά τήν Ἀραβία ἢ πῆγαν καί κρύφτηκαν στά σπήλαια καί στόν καλαμῶνα. Μαζί μ’ αὐτούς μέ τήν ἐπιμονή τῶν πατέρων πῆγε καί ὁ γέροντας Γεώργιος. Ἐκεῖ τόν βρῆκαν οἱ Πέρσες καί τόν πῆραν καί αὐτόν αἰχμάλωτο μαζί μέ ἄλλους. Πολλούς ἀπ’ αὐτούς κατάσφαξαν. Μεταξύ αὐτῶν καί ἕνα γέροντα ἑκατό περίπου χρόνων μέ ἅγια ζωή, τόν ἀβά Στέφανο τόν Σύρο. Τόν Ἅγιο Γεώργιο τόν σεβάστηκαν σάν τόν εἶδαν ἔτσι ἀδύνατο καί εὐλαβή, τοῦ ἔδωκαν μάλιστα καί ἕνα ζεμπίλι μέ ψωμιά καί ἕνα δοχεῖο μέ νερό καί τόν ἀφήκαν ἐλεύθερο λέγοντάς του: «Ὅπου θέλεις πήγαινε, γέρο, νά σώσεις τόν ἑαυτό σου». Ὁ Ἅγιος κατέβηκε στόν Ἰορδάνη τή νύκτα καί κρυβόταν ἐκεῖ μέχρις ὅτου ἔφυγαν οἱ Πέρσες πρός τή Δαμασκό μαζί μέ τούς αἰχμαλώτους πού πῆραν καί ἀπό τήν ἁγία πόλη τῶν Ἱεροσολύμων. Μαζί τους εἶχαν καί τόν ἐπίσκοπο Ἱεροσολύμων τόν Ζαχαρία καί τόν Τίμιο Σταυρό.
Ὁ γέροντας ἀφοῦ περιπλανήθηκε ἕνα διάστημα σέ διάφορα μέρη, στό τέλος γύρισε στό μοναστήρι τοῦ Χοζεβᾶ ὅπου παρέμεινε μέχρι τοῦ θανάτου του. Αὐτή τήν περίοδο ὁ ὅσιος παρά τήν ἡλικία του ἀνέπτυξε μεγάλη ἱεραποστολική δράση. Τό «παρακαλεῖτε, παρακαλεῖτε τόν λαό μου» τό ἔκαμε βίωμά του καί σύνθημα ζωῆς. Καθημερινά ἔβγαινε ἀπό τό κελί του καί δίδασκε καί στήριζε τούς ἀδελφούς καί τούς πολλούς ἐπισκέπτες. Μαζί μέ τή διδασκαλία του ὁ Ὅσιος πρόσφερε καί τά πολλά θαύματά του. Πολύ τόν χαρίτωσε ὁ Κύριος τοῦτο τόν καιρό. Πηγή χαριτόβρυτη κι ἀνεξάντλητη θαυμάτων ἔμεινε μέχρι τῆς ἡμέρας πού κοιμήθηκε.
Εἰρηνικά καί ἥσυχα ἕνα πρωινό ὁ Ἅγιος ἀφῆκε τό πνεῦμα του νά πετάξει κοντά στόν Κύριο πού ἀγάπησε μέ ὅλη τήν ψυχή του καί ἔζησε γιά τήν δόξα του. «Δικαίων ψυχαί ἐν χειρί Θεοῦ καί οὐ μή ἄψηται αὐτῶν βάσανος». Ποικίλες θεραπεῖες προσφέρει ὁ Ὅσιός μας καί μετά τήν κοίμησή του σ’ ἐκείνους πού μέ εὐλάβεια καί πίστη στόν Θεό ζητοῦν τή μεσιτεία του.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τόν συνάναρχον Λόγον.
Γεωργήσας τόν λόγον Πάτερ τῆς χάριτος, δικαιοσύνης ἐδρέψω καρποφορίαν λαμπράν, ὡς τήν ἔνθεον ζωήν αἱρετισάμενος· ὅθεν τῆς δόξης κοινωνός, ἀνεδείχθης τοῦ Χριστοῦ, Γεώργιε θεοφόρε· ᾧ καί πρεσβεύεις ἀπαύστως, ἐλεηθῆναι τάς ψυχάς ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Ὡς γεωργόν τῶν νοητῶν φυτῶν πανάριστον
Καί τῶν Ἀγγέλων μιμητήν καί ἰσοστάσιον
Ἀνυμνοῦμέν σε οἱ παῖδές σου θεοφόρε.
Ἀλλ’ ὡς ἔχων παρρησίαν πρός τόν Κύριον,
Ἀπό πάσης ἀπολύτρωσαι κακώσεως
Τούς βοῶντάς σοι, χαίροις Πάτερ Γεώργιε.

Μεγαλυνάριον.
Τόν Σταυρόν ὡς ἄροτρον ἐσχηκώς, σεαυτόν ὁσίως, ἐγεώργησας τῷ Θεῷ· ὅθεν τήν ψυχήν μου, Γεώργιε παμμάκαρ, ἠθῶν τῇ γεωργίᾳ, ἤδη νεούργησον.

Pin It
footer

Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ