15 Ὅσιος Εὐθύμιος ὁ Μέγας γεννήθηκε στή Μελιτηνή τῆς Ἀρμενίας τό ἔτος 377 μ.Χ. κατά τούς χρόνους τῆς βασιλείας τοῦ Γρατιανοῦ (375 – 383 μ.Χ.). Οἱ γονεῖς του Παῦλος καί Διονυσία, ἀνῆκαν σέ ἐπίσημη γενιά. Ἄτεκνοι ὄντες, ἀξιώθηκαν νά ἀποκτήσουν παιδί, τό ὁποῖο ἀφιέρωσαν στή διακονία τοῦ Θεοῦ στό ὁποῖο καί κατά θεία ἐπιταγή ἔδωσαν τό ὄνομα Εὐθύμιος, ἀφοῦ μέ τήν γέννησή του τούς χάρισε τήν εὐθυμία, τή χαρά καί τήν ἀγαλλίαση.
Σέ ἡλικία μόλις τριῶν ἐτῶν ὁ Εὐθύμιος ἔχασε τόν πατέρα του. Τότε ἡ χήρα μητέρα του τόν παρέδωσε στόν εὐλαβή Ἐπίσκοπο τῆς Μελιτηνῆς Εὐτρώϊο, ὁ ὁποῖος, μαζί μέ τούς ἀναγνῶστες Ἀκάκιο καί Συνόδιο πού ἔγιναν ἀργότερα Ἐπίσκοποι Μελιτηνῆς, τόν ἐκπαίδευσε καλῶς καί, ἀφοῦ τόν κατέταξε στόν ἱερό κλῆρο, τόν τοποθέτησε ἔξαρχο τῶν μοναστηρίων.
Ἀπό τή Μελιτηνή ὁ Ὅσιος μετέβη, περί τό 406 μ.Χ., στά Ἱεροσόλυμα καί κλείσθηκε στό σπήλαιο τοῦ Ἁγίου Θεοκτίστου, ὅπου καί ἀσκήτευε μέ αὐστηρότητα καί ἀναδείχθηκε μοναζόντων κανόνας καί καύχημα. Τόσο δέ πολύ πρόκοψε στήν ἀρετή, ὥστε πολλοί ἀπό τούς Σαρακηνούς πίστεψαν στόν Χριστό. Τά μεγάλα πνευματικά του χαρίσματα γρήγορα τόν ἀνέδειξαν καί ἡ φήμη του ὡς Ἁγίου ἁπλώθηκε παντοῦ. Γύρω του συγκεντρώθηκαν πάμπολλοι μοναχοί, οἱ ὁποῖοι τόν ἐξέλεξαν ἡγούμενό τους.
Ὁ Μέγας Εὐθύμιος μέ τήν ἁγιότητα τοῦ βίου του συνετέλεσε στό νά ἐπιστρέψουν στήν πατρώα εὐσέβεια πολυάριθμοι αἱρετικοί, ὅπως Μανιχαῖοι, Νεστοριανοί καί Εὐτυχιανοί, πού ἀπέρριπταν τίς ἀποφάσεις τῆς Δ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Παντοῦ, στήν Αἴγυπτο καί τή Συρία, ἐπικρατοῦσαν οἱ Μονοφυσίτες. Στήν Παλαιστίνη ὅμως, χάρη στήν παρουσία τοῦ Ἁγίου Εὐθυμίου καί τῶν μαθητῶν του, ἐπικράτησε ἡ Ὀρθοδοξία. Καί ὅταν ὁ Ὅσιος συνάντησε τήν βασίλισσα Εὐδοκία, ἡ ὁποία εἶχε περιπλακεῖ στά δίκτυα τῆς αἱρέσεως τῶν Μονοφυσιτῶν, τόσο πειστικά καί ἀκαταμάχητα μίλησε πρός αὐτήν, ὥστε τήν ἀπέδωκε στά ὀρθόδοξα δόγματα.
Ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος ὁ Μέγας εἶχε λάβει ἀπό τόν Θεό τό προορατικό χάρισμα καί τή δύναμη τῆς θαυματουργίας. Μέ ἐλάχιστα ψωμιά κατόρθωσε νά χορτάσει τετρακόσιους ἀνθρώπους, πού κάποτε τήν ἴδια μέρα τόν ἐπισκέφθηκαν στό κελί του. Πολλές γυναῖκες πού ἦταν στεῖρες, ὅπως καί ἡ δική του μητέρα, μέ τίς προσευχές τοῦ Ἁγίου ἀπέκτησαν παιδί καί ἔζησαν τήν χαρά τῆς τεκνογονίας. Καί ὅπως ὁ Προφήτης Ἠλίας, ἔτσι καί αὐτός προσευχήθηκε στόν Θεό καί ἄνοιξε τίς πύλες τοῦ οὐρανοῦ καί πότισε μέ πολύ βροχή τή διψασμένη γῆ, ἡ ὁποία καί ἀναζωογονήθηκε καί ἔδωσε πλούσιους τούς καρπούς της.
Ἐνῶ κάποτε τελοῦσε τό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, οἱ πιστοί εἶδαν μία δέσμη φωτός πού ξεκινοῦσε ἀπό τόν οὐρανό καί κατερχόταν μέχρι τόν Ἅγιο. Τό οὐράνιο αὐτό φῶς, παρέμεινε μέχρι πού τελείωσε ἡ Θεία Λειτουργία καί δήλωνε τήν ἐσωτερική καθαρότητα καί λαμπρότητα τοῦ Ἁγίου. Ἐπίσης, σημάδι τῆς ἁγνότητας καί τῆς ἁγιότητάς του ἀποτελοῦσε καί τό γεγονός ὅτι ἦταν σέ θέση νά γνωρίζει ποιός προσερχόταν νά κοινωνήσει μέ καθαρή ἢ σπιλωμένη συνείδηση.
Ὁ Ὅσιος κοιμήθηκε μέ εἰρήνη τό ἔτος 473 μ.Χ., σέ ἡλικία 97 ἐτῶν, ἐπί βασιλείας Λέοντος τοῦ Μεγάλου (457 – 474 μ.Χ.).
Ἡ Σύναξή του ἐτελεῖτο στή Μεγάλη Ἐκκλησία.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’.
Εὐφραίνου ἔρημος ἡ οὐ τίκτουσα, εὐθύμησον ἡ οὐκ ὠδίνουσα· ὅτι ἐπλήθυνέ σοι τέκνα, ἀνήρ ἐπιθυμιῶν τῶν τοῦ Πνεύματος, εὐσεβείᾳ φυτεύσας, ἐγκρατείᾳ, ἐκθρέψας, εἰς ἀρετῶν τελειότητα. Ταῖς αὐτοῦ ἱκεσίαις, Χριστέ ὁ Θεός, σῶσον τάς ψυχάς ἡμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Ὡς δῶρον θεόσδοτον καί εὐθυμίας ἀρχή, ἐκ στείρας ἐβλάστησας τῇ Ἐκκλησίᾳ Χριστοῦ, Εὐθύμιε Ὅσιε· ὅθεν δι’ εὐσεβείας, διαλάμψας τῷ κόσμῳ, γέγονας Μοναζόντων πρακτικός ὑποφήτης· διό τούς σέ εὐφημοῦντας, Χριστῷ οἰκείωσαι.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Ὡς ἀπαρχάς τῆς φύσεως.
Ἐν τῇ σεπτῇ γεννήσει σου, χαράν ἡ κτίσις εὕρατο, καί ἐν τῇ θείᾳ μνήμῃ σου Ὅσιε, τήν εὐθυμίαν ἔλαβε, τῶν πολλῶν σου θαυμάτων· ἐξ ὧν παράσχου πλουσίως ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν, καί ἀποκάθαρον ἁμαρτημάτων κηλῖδας, ὅπως ψάλλωμεν, Ἀλληλούϊα.

Ἕτερον Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Στειρωτικῆς ἀπό νηδύος ἀνεβλάστησας
Καί γεωργός τῆς εὐσεβείας ὤφθης ἄριστος,
Μοναστῶν δέ ὑποφήτης καί ποδηγέτης.
Ἀλλ’ ὡς θείας εὐθυμίας πέλων ἔμπλεως
Ἀθυμίας ψυχικῆς ἡμᾶς ἀπάλλαξον
Τούς βοῶντάς σοι, χαίροις Πάτερ Εὐθύμιε.

Μεγαλυνάριον.
Ἐξ ἀκάρπου μήτρας ἀποτεχθείς, κατάκαρπος ὤφθης, τοῖς τοῦ Πνεύματος ἀγαθοῖς, δι’ ὧν ἀγαθύνεις, Πατέρων τάς χορείας, Εὐθύμιε παμμάκαρ, ἀσκήσας ἄριστα.

Pin It
footer

Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ