15 Ὅσιος Εὐθύμιος ὁ Θαυματουργός γεννήθηκε τό ἔτος 1316 στήν πόλη Νίζνϊυ – Νόβγκοροντ τῆς Ρωσίας, μία μικρή πόλη τοποθετημένη στήν συμβολή τῶν ποταμῶν Βόλγα καί Ὄκα, στό πριγκιπάτο τῆς Σουζδαλίας. Ἦταν τά χρόνια τοῦ ταταρικοῦ ζυγοῦ καί τῶν ἐσωτερικῶν πολέμων ἀνάμεσα στούς Ρώσους πρίγκιπες. Ἡ Ρωσία ἔπρεπε νά ὑποστεῖ πολέμους, πυρκαγιές καί ὀλέθρους. Ἐνῷ οἱ εἰδωλολάτρες λεηλατοῦσαν πόλεις καί μονές καί σκότωναν τούς φιλήσυχους κατοίκους ἢ τούς σκλάβωναν, οἱ Χριστιανοί πρίγκιπες, ἀντί νά ὑπερασπιστοῦν τούς ὑπηκόους τους ἀπό τούς καταπιεστές, σήκωναν ὁ ἕνας ἐναντίον τοῦ ἄλλου τό ἀδελφοκτόνο χέρι, καλώντας συχνά σέ συνδρομή τούς εἰδωλολάτρες, ὥστε νά μπορέσουν μέ τήν βοήθεια τῶν Ταταρομογγολικῶν δυνάμεων νά προσθέσουν στήν κυριαρχία τους νέα ἐδάφη πού τά ἅρπαζαν ἀπό τούς γειτονικούς πρίγκιπες. Οἱ νέοι ἀσκητές στήν δύσκολη ἐκείνη περίοδο συνεισέφεραν μέ τήν σοφία καί τήν ψυχική τους δύναμη καί συμπαραστέκονταν στήν πνευματική στέρηση τοῦ Ρωσικοῦ λαοῦ.
Ὁ Ὅσιος ἀπό τήν παιδική του ἡλικία ἐξεδήλωσε τήν δίψα του γιά τά γράμματα καί τήν ἀγάπη του πρός τόν μοναχικό βίο. Στήν παιδική του ἡλικία, ὑπό τήν καθοδήγηση τοῦ ἐφημέριου τοῦ χωριοῦ του, ἄρχισε νά μαθαίνει νά διαβάζει καί νά γράφει, γιά νά εἶναι σέ θέση νά διαβάζει τίς θεῖες Γραφές καί τά ἔργα τῶν Ἁγίων Πατέρων. Τά παιχνίδια δέν τόν ἐνδιέφεραν.
Τό δεύτερο σχολεῖο τοῦ μικροῦ Εὐθυμίου ἦταν ὁ οἶκος τοῦ Κυρίου, ὅπου συχνά πήγαινε. Ἀποσυρόταν σέ μία σκοτεινή πλευρά τῆς Ἐκκλησίας, γιά νά μήν ἀπασχολεῖται μέ ἀνούσιες συζητήσεις καί συγκεντρωνόταν στήν προσευχή καί τήν ἀνάγνωση τοῦ Ψαλτηρίου, τοῦ Εὐαγγελίου καί τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων. Καταλάβαινε βαθύτατα τή σκέψη τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ὅτι ὁ Χριστιανός πρέπει νά εἶναι παιδί ὡς πρός τήν ἁγνότητα καί ἄνδρας ὡς πρός τήν λογική. Ἀπό αὐτούς πού τόν περιέβαλαν ἄκουγε διηγήσεις γιά ἁγίους ἀνθρώπους, πού μιμούμενοι τήν ἀγγελική ζωή ἀποσύρονταν ἀπό τόν κόσμο καί τίς πολυτέλειες, γίνονταν ἐρημῖτες καί ζοῦσαν σέ ἡσυχία καί μετάνοια. Στήν ψυχή τοῦ νεαροῦ ὡρίμασε ἡ ἀπόφαση νά ἀφιερώσει τελείως τήν ζωή του στόν Θεό. Ἀναζήτησε, λοιπόν, ἕναν πνευματικό καθοδηγητή πού θά μποροῦσε νά τόν ὁδηγήσει στήν ὁδό τῆς τελειώσεως.

Τήν πνευματική καθοδήγησή του ἀνέλαβε ὁ Ἅγιος Διονύσιος, μοναχός στή μονή τῶν Σπηλαίων τοῦ Νιζνέγκοροντ καί μετέπειτα Ἀρχιεπίσκοπος Σουζδαλίας († 26 Ἰουνίου καί 15 Ὀκτωβρίου). Πῶς ὅμως ὁ Εὐθύμιος συνδέθηκε μέ τόν ἅγιο γέροντά του;
Περί τό ἔτος 1330 ἔφθασε στό Νίζνϊυ – Νόβγκοροντ ἕνας εὐσεβής μοναχός μέ τό ὄνομα Διονύσιος. Αὐτός ἔσκαψε μία σπηλιά σέ μία ἀπόκρημνη ὄχθη τοῦ Βόλγα καί ἐγκαταστάθηκε ἐκεῖ, ἀφοσιωμένος στόν ἀσκητικό βίο. Οἱ φῆμες σχετικά μέ τήν ἀσκητική του ζωή σύντομα διαδόθηκαν στά περίχωρα καί ὁ κόσμος ἄρχισε νά ἀπευθύνεται σέ αὐτόν, ζητώντας του νά τούς συμβουλέψει καί νά προσευχηθεῖ γι’ αὐτούς. Ἔτσι δημιουργήθηκε μία ὁμάδα μαθητῶν καί δίπλα στήν ἀρχική σπηλιά κτίσθηκε ἕνα μοναστήρι καί μία Ἐκκλησία ἀφιερωμένη στήν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου. Ἀλλά καί ὁ Εὐθύμιος εἶχε ἀκούσει πολλές φορές νά ὁμιλοῦν γι’ αὐτόν τόν ἀσκητή. Μία ἡμέρα, λοιπόν, ἀποφάσισε νά ἐπισκεφθεῖ τό μοναστήρι γιά νά τόν συναντήσει. Ἀφοῦ τελικά ἔφθασε, ἔπεσε στά πόδια τοῦ γέροντα ἀσκητῆ, βρέχοντάς τα μέ δάκρυα, ἀλλά δέν κατόρθωνε νά ἐκφράσει αὐτό πού ἡ καρδιά του ἐπιθυμοῦσε. Ὁ Στάρετς τοῦ εἶπε νά σηκωθεῖ καί τόν ρώτησε: «Γιατί, παιδί μου, ἦλθες σέ ἐμένα τόν ἄθλιο καί εὐτελή;». Ὁ νέος τότε ἀπάντησε: «Πάτερ, πάρε μέ στό ἅγιο καί ἐκλεκτό σου ποίμνιο. Ἐπιθυμῶ, ὦ μακάριε καί ἅγιε ἄνθρωπε, ὁ Θεός, μέ τήν μεσολάβησή σου, νά μοῦ ἐπιτρέψει νά ζήσω τή μοναστική ζωή καί νά εἶμαι προσανατολισμένος ἀπό σένα στήν ὁδό τῆς σωτηρίας».
Ὁ Ἅγιος Διονύσιος ἔμεινε ἔκπληκτος ἀπό τήν ἐπιθυμία τοῦ νέου καί τοῦ ἔδωσε κουράγιο, δοξάζοντας τόν Θεό γιά τήν ἀπόφασή του νά ἀρνηθεῖ τίς πολυτέλειες τοῦ κόσμου καί νά ἀναλάβει στούς ὤμους του τό θεῖο ζυγό.
Ἀφοῦ ἄφησε τόν νέο νά μπεῖ στό κελί του, εἶχε μαζί του μία πνευματική συζήτηση μέ σκοπό νά ἐξετάσει τίς πραγματικές προθέσεις του καί ἀφοῦ πείσθηκε γιά τήν εἰλικρίνεια τοῦ χαρακτῆρος τοῦ νεαροῦ Εὐθυμίου, τόν ἔκειρε λίγο ἀργότερα μοναχό, δίνοντάς του τό ὄνομα Εὐθύμιος.
Ἡ καρδιά τοῦ μοναχοῦ Εὐθυμίου πλημμύρισε ἀπό μεγάλη χαρά καί ἀπηύθυνε στόν Κύριο δοξαστική ἱκεσία: «Σέ εὐλογῶ, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Θεέ, γιά τή σωτηρία μου, ἐπειδή ἔκρινες ἐμένα, τόν ἁμαρτωλό καί εὐτελή, ἄξιο νά λάβει τήν πολυπόθητη σωτηρία».
Ὁ Εὐθύμιος ἀφιερώθηκε στήν ἄσκηση τῆς ἀδιάλειπτης προσευχῆς καί στή νηστεία, θέλοντας νά δαμάσει τίς ἐπιθυμίες του. Τήν ἡμέρα ἐκτελοῦσε μέ ὑπακοή καί ζῆλο τά καθήκοντα πού τοῦ ἀνέθεταν οἱ πατέρες τῆς μονῆς. Τή νύχτα ἀποσυρόταν σέ μία σπηλιά μόνος καί προσευχόταν φλογερά πρός τόν Κύριο, δίχως σχεδόν νά κοιμᾶται ποτέ. Ἀγαποῦσε ἰδιαίτερα τήν τήρηση τῆς νηστείας καί ζήτησε ἀπό τόν Ἅγιο Διονύσιο τήν εὐλογία νά τρώει κάθε δύο ἢ τρεῖς ἡμέρες. Ὁ Στάρετς, περιορίζοντας τόν ὑπερβολικό ζῆλο τοῦ νεαροῦ μοναχοῦ, δέν τοῦ ἔδωσε τήν εὐλογία καί τόν ἐπιτίμησε νά τρώγει κάθε ἡμέρα μαζί μέ τήν μοναχική κοινότητα.
Ὁ Εὐθύμιος ὑπάκουσε, ἀλλά ἔτρωγε μόνο γιά νά μήν πεθάνει ἀπό τήν πεῖνα. Καμιά φορά ἔκανε ὅτι ἔτρωγε, γιά νά μήν προκαλεῖ τήν προσοχή τῶν ἀδελφῶν του μέ τήν ὑπερβολική του ἀσιτία. Ἔπινε μόνο νερό καί μονάχα ὅταν ἡ δίψα γινόταν ἀνυπόφορη. Κοιμόταν στήν γῆ καί ὁ ὕπνος του διακοπτόταν ἀπό ὁλονύκτιες προσευχές. Θεωρώντας τα ὅλα αὐτά ἀκόμα ἀνεπαρκή, κουβαλοῦσε πάνω του σιδερένιες ἁλυσίδες. Οἱ ἀδελφοί του τόν ἀγαποῦσαν γιά τήν πραότητα καί τήν ταπείνωσή του καί ὁ ἀσκητικός του βίος προκαλοῦσε τόν γενικό θαυμασμό. Μέ τήν συναίνεση τοῦ Ἁγίου Διονυσίου ἐργαζόταν στήν κουζίνα, στήν προετοιμασία τοῦ ἄρτου, κουβαλοῦσε τό νερό καί ἔκοβε ξύλα. Ἀντέχοντας τήν θερμότητα τοῦ πύρινου φούρνου ὁ Ὅσιος ἔλεγε: «Ἄντεξε αὐτή τή φωτιά, Εὐθύμιε, γιά νά μήν χρειαστεῖ νά ἀντέξεις τή φωτιά τῆς κολάσεως».
Ὁ μεγάλος του ἀσκητικός ἀγῶνας τοῦ χάρισε ἀπό τόν Θεό τό μεγάλο δῶρο τῶν δακρύων. Ἔτσι πέρασε πολλά ἔτη στήν ἐργασία καί τήν ἄσκηση, μέχρι τήν στιγμή πού ἔφθασε ἡ ὥρα νά ἀλλάξει τόπο ἀσκήσεως.
Οἱ πρίγκιπες τῆς Σουζδαλίας ἐκείνη τήν ἐποχή εἶχαν μεγάλη ἐπιρροή καί δύναμη καί ἡ πόλη τοῦ Βλαντιμίρ – ἕδρα τοῦ μεγάλου πρίγκιπα γιά μικρό χρονικό διάστημα – ἦταν κάτω ἀπό τήν ἐπιρροή τους. Σιγά σιγά ὅμως, οἱ πρίγκιπες τῆς Σουζδαλίας καί τοῦ Βλαντιμίρ ἔπρεπε νά ὑποταχθοῦν στή Μόσχα καί ἀπό καιρό σέ καιρό νά θέτουν τίς στρατιωτικές τους δυνάμεις στήν διάθεση τῶν Μοσχοβιτῶν πριγκίπων. Παρόλα αὐτά οἱ πρίγκιπες τῆς Σουζδαλίας δέν παρέδωσαν τήν αὐτονομία τους δίχως νά ἀγωνισθοῦν. Ὁ πρίγκιπας Κωνσταντίνος Βασίλεβιτς κυριολεκτικά μετέφερε τήν πρωτεύουσά του ἀκόμα πιό μακριά ἀπό τήν Μόσχα, στό Νίζνϊυ, ἀλλά στά τέλη τοῦ 14ου αἰῶνα μ.Χ. ὁ πρίγκιπας τῆς Μόσχας Βασίλειος Ντιμιτρίεβιτς, μέ τήν συγκατάθεση τοῦ χάνη Τοχτάμυ, κατέλαβε τήν πόλη, βάζοντας ἔτσι τέλος στήν ἀνεξαρτησία τοῦ πριγκιπάτου τῆς Σουζδαλίας καί τοῦ Νίζνϊυ, πού ἀπό ἐκείνη τήν στιγμή ὑπήχθησαν στή Μόσχα.
Ὁ τελευταῖος πρίγκιπας τῆς Σουζδαλίας, Μπόρις, τό ἔτος 1351 ἀποφάσισε νά ἱδρύσει στήν γενέτειρά του ἕνα μοναστήρι καί γιά τόν σκοπό αὐτό ἐπιθυμοῦσε νά λάβει τήν εὐλογία τοῦ ἡγουμένου τῆς μονῆς τῆς Ἀναλήψεως, Ἁγίου Διονυσίου. Ἀφοῦ ἔλαβε τήν εὐλογία, ὁ πρίγκιπας ζήτησε νά τοῦ ἀποστείλουν ἕνα μοναχό γιά νά ἐπιτηρεῖ τήν κατασκευή καί τήν ὀργάνωση τοῦ μοναστηριοῦ. Ὁ πρίγκιπας ἐπέστρεψε στή Σουζδαλία, μέ τήν εὐλογία καί τήν ὑπόσχεση τοῦ Ἁγίου Διονυσίου ὅτι θά τόν βοηθήσει.
Στό μεταξύ, ὁ Ἅγιος Διονύσιος ἐπέλεξε ἀνάμεσα ἀπό τούς μαθητές του ὄχι μόνο αὐτόν πού θά ἔστελνε στή Σουζδαλία, ἀλλά καί ἄλλους μοναχούς γιά νά τούς στείλει σέ ἄλλα μέρη, ὥστε νά διακονήσουν τήν Ἐκκλησία καί τόν λαό καί νά διαδοθεῖ ὁ μοναχισμός. Ἀφοῦ κλήθηκε ἡ ἀδελφότητα, ὁ Ἅγιος Διονύσιος διάλεξε δώδεκα μοναχούς ἀπό τούς πιό δυνατούς στήν πίστη καί ζηλωτές καί τούς ἀπέστειλε σέ ὅλες τίς βορειοανατολικές περιοχές τῆς Ρωσίας. Ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος, πού ἦταν ἐκείνη τήν ἐποχή τριάντα ἕξι ἐτῶν, ἀνέλαβε τήν ὑποχρέωση νά πάει στή Σουζδαλία, στόν πρίγκιπα Μπόρις, ἀλλά ἐξέφρασε καί τήν ἀμφιβολία του γιά τό ἂν εἶχε τήν δύναμη νά φέρει εἰς πέρας ἕνα τόσο μεγάλο ἔργο. Ὁ Ἅγιος Διονύσιος εἶπε: «Μήν πέφτεις στήν ἀνυπακοή, ἀλλά νά εἶσαι ὑπάκουος στόν Χριστό. Πήγαινε ἔχοντας τόν Θεό στήν ὁδό σου, ζῆσε ἤρεμος καί μή στενοχωρεῖσαι. Ἂν καί θά εἴμαστε χωρισμένοι σωματικά, θά εἴμαστε ἑνωμένοι πνευματικά μέ τήν προσευχή».
Ἔτσι ὁ Στάρετς Διονύσιος ἔδωσε κουράγιο στόν μαθητή του καί γιά νά τόν παρηγορήσει τοῦ ἀποκάλυψε ὅτι ὁ Θεός θά τοῦ χάριζε τό προνόμιο τῆς διορατικότητας. Ὁ ἴδιος ὁ Ἅγιος Διονύσιος εἶχε αὐτό τό χάρισμα ἀπό τόν Θεό καί τώρα βλέποντας τό τί θά συνέβαινε στήν ἱστορία τοῦ πριγκιπάτου τῆς Σουζδαλίας καί τοῦ Νίζνϊυ – Νόβγκοροντ, δακρύζοντας εἶπε στόν Εὐθύμιο: «Ἐξαιτίας τῶν ἁμαρτιῶν μας καί τῆς αὐξανόμενης ἀνυπακοῆς στό νόμο τοῦ Θεοῦ, ἡ πόλη μας θά ἀφανισθεῖ, οἱ ἅγιες Ἐκκλησίες τοῦ Θεοῦ καί τά μοναστήρια θά καταστραφοῦν ἀπό τούς εἰδωλολάτρες καί τούς ἄπιστους».
Ἡ φοβερή πρόβλεψη ἔγινε πραγματικότητα καί τό πριγκιπάτο τοῦ Νίζνϊυ – Νόβγκοροντ καταστράφηκε ἀπό τούς Τατάρους τό ἔτος 1375, πυρπολήθηκε δύο φορές, τό 1377 καί τό 1378, ἐνῷ τό 1445 ἡ Σουζδαλία ἔγινε πεδίο μάχης ἀνάμεσα στόν μεγάλο πρίγκιπα Βασίλειο Βασίλεβιτς καί τίς Ταταρικές δυνάμεις. Οἱ Ρώσοι ἡττήθηκαν καί ὁ πρίγκιπας φυλακίσθηκε. Οἱ δέ Τάταροι λαφυραγώγησαν τήν μονή τῆς Ἀναλήψεως.
Τήν στιγμή τοῦ ἀποχαιρετισμοῦ ὁ Ἅγιος Διονύσιος προειδοποίησε τόν Ὅσιο Εὐθύμιο γιά μία συνάντηση πού θά εἶχε στή Σουζδαλία: «Ὅταν θά ἔχεις φθάσει στήν Σουζδαλία καί στή λαμπρή Ἐκκλησία τῆς Θεοτόκου, ἐκεῖ θά συναντήσεις τόν Ἅγιο Ἐπίσκοπο τῆς πόλεως». Ἔτσι ἀνάπαυσε τόν μαθητή του, λέγοντάς του ὅτι θά τύγχανε ἀπό τόν πρίγκιπα καί τόν Ἐπίσκοπο εὐνοϊκῆς ὑποδοχῆς, προστασίας καί ὑποστηρίξεως.
Κατά τήν διάρκεια τοῦ ταξιδῖου του πρός τή Σουζδαλία ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος βρῆκε ἕνα μέρος, σέ ἀπόσταση 5 χιλιομέτρων ἀπό τήν πόλη Γκοροχόμπεβο, μέ μία λίμνη περιβαλλόμενη ἀπό ἕνα πυκνό δάσος, πού τοῦ ἄρεσε πολύ. Ὁ Ὅσιος ἀποφάσισε ὅτι ἔπρεπε νά χτίσει ἐκεῖ ἕνα ναό ἀφιερωμένο στόν Μέγα Βασίλειο καί ὅτι ἔπρεπε, στό ἴδιο σημεῖο, νά ἱδρύσει ἕνα μοναστήρι.
Φθάνοντας στή Σουζδαλία εἰσῆλθε, ὅπως τοῦ εἶχε πεῖ ὁ Ἅγιος Διονύσιος, στό ναό τῆς Θεοτόκου καί ἐκεῖ συνάντησε τόν Ἐπίσκοπο τῆς πόλεως, Δανιήλ. Ὁ Ἐπίσκοπος τόν δέχθηκε ἐγκάρδια, τόν ὁδήγησε στήν κατοικία του καί συζήτησε πολύ μαζί του. Σύντομα καί ὁ πρίγκιπας Μπόρις Κωνσταντίνοβιτς θέλησε νά τόν συναντήσει. Ἔτσι, λοιπόν, ἐπισκέφθηκε τόν Ὅσιο Εὐθύμιο καί τοῦ ἐξέθεσε τά σχέδιά του, προτείνοντάς τον στόν Ἐπίσκοπο ὡς μελλοντικό ἡγούμενο τοῦ μοναστηριοῦ. Ὁ Ἐπίσκοπος ἐνέκρινε τό σχέδιο τοῦ πρίγκιπα καί ἔδωσε τήν εὐλογία του.
Ὁ πρίγκιπας σηκώθηκε, εὐχαρίστησε τόν Ἐπίσκοπο καί πρότεινε νά πᾶνε ἀμέσως καί οἱ τρεῖς νά ἐπιλέξουν τό σημεῖο γιά τήν κατασκευή τοῦ μοναστηριοῦ. Ὄχι μακριά ἀπό τήν πόλη, στίς ὄχθες τοῦ ποταμοῦ Καμένκα, ἐντόπισαν ἕνα ὑψίπεδο καί ἐκεῖ ἀποφάσισαν νά θεμελιώσουν τό ναό καί τή μονή. Λίγο καιρό ἀργότερα τοποθέτησαν μέ κάθε ἐπισημότητα τόν θεμέλιο λίθο τοῦ ναοῦ, πού ἀφιερώθηκε στήν Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου. Ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος ἀμέσως ἄρχισε τήν ἐργασία γιά νά προετοιμάσει τό μέρος τῆς ἀναπαύσεώς του. Ἔκοψε μέ τά χέρια του τρεῖς πέτρες καί κατασκεύασε ἀπό αὐτές ἐπάνω στή βορεινή θύρα τῶν τειχῶν, ἕνα τάφο, ὅπου ἀργότερα τοποθετήθηκε τό ἱερό λείψανό του.
Ἡ κατασκευή τοῦ ναοῦ ὁλοκληρώθηκε τό ἔτος 1352 καί ἦταν τόσο περίλαμπρος πού προκαλοῦσε τόν θαυμασμό ὅλων. Ὁ πρίγκιπας Μπόρις διακόσμησε εἰκονογραφικά τό ναό μέ δικά του ἔξοδα. Ὁ ναός ἐγκαινιάσθηκε ἐπίσημα, ἀλλά ἡ κατασκευή του ἦταν μονάχα ἡ ἀρχή τοῦ καθήκοντος πού εἶχε ἀνατεθεῖ στόν Ὅσιο Εὐθύμιο. Πράγματι, ἀπέμενε νά κατασκευασθοῦν τά κελιά γιά τούς μοναχούς, ἡ τραπεζαρία, διάφορα ἄλλα προσκτίσματα, καθώς καί τά τείχη πού θά ξεχώριζαν τή μονή ἀπό τόν λοιπό κόσμο. Μέχρι ἐκείνη τήν στιγμή ὁ Εὐθύμιος ἦταν ἕνας ἁπλός μοναχός, ἀλλά τώρα πού θά γινόταν ὁ πνευματικός ὁδηγός τῆς μονῆς, χειροτονήθηκε ἀπό τόν Ἐπίσκοπο πρῶτα διάκονος καί ἔπειτα πρεσβύτερος, γιά νά τοποθετηθεῖ ἀργότερα ἀρχιμανδρίτης τῆς μονῆς.
Ὁ πρίγκιπας Μπόρις συνεισέφερε μέ γενναιοδωρία στήν κατασκευή τῆς μονῆς, δωρίζοντας χρυσό καί ἀσῆμι γιά τό ἐπιχρύσωμα τῶν τρούλων τοῦ ναοῦ καί ἄλλα ὑλικά. Ὁ Ὅσιος φρόντιζε γιά τό ἱερό αὐτό ἔργο μέ τήν ἐργασία, τήν ἄσκηση, τά δάκρυα καί τήν ἀδιάλειπτη προσευχή.
Κατά τήν ἑορτή τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου, στή Θεία Λειτουργία, ἐνῷ ὁ εὐσεβής πρίγκιπας Μπόρις προσευχόταν μέ θέρμη, εἶδε ἕνα ὅραμα. Ἀνάμεσα στούς παριστάμενους εἶδε ξαφνικά ἕναν ἄγνωστο, πού ἐξέπεμπε ἕνα ὑπέρλαμπρο φῶς καί τοῦ ὁποίου τά ἄμφια ἔλαμπαν ἐκτυφλωτικά. Ὁ πρίγκιπας ἔκπληκτος, στό τέλος τῆς Θείας Λειτουργίας, διηγήθηκε στόν Ὅσιο Εὐθύμιο αὐτό τό παράξενο ὅραμα καί τοῦ ζήτησε κάποια ἐξήγηση. Ὁ Ὅσιος ἀπάντησε: «Ἂν ὁ Κύριος θέλησε νά σοῦ τά ἀποκαλύψει, σίγουρα δέν μπορῶ ἐγώ νά σοῦ τό κρατήσω κρυφό. Αὐτός πού εἶδες ἦταν Ἄγγελος τοῦ Θεοῦ μαζί μέ τόν ὁποῖο, δίχως νά εἶμαι ἄξιος καί μέ τήν θεία φιλευσπλαχνία, λειτουργοῦσα, ὄχι μόνο σήμερα, ἀλλά πάντοτε. Ἀλλά νά μήν διηγηθεῖς ὅσο ζεῖς σέ κανέναν τίποτα γιά τό ὅραμά σου».
Ἀπό ταπείνωση ὁ Ὅσιος δέν ἤθελε νά μάθει ὁ κόσμος γιά τίς ἀρετές του. Μία φορά, ὅταν ρωτήθηκε ποιά εἶναι ἡ ἀνώτερη ἀπό ὅλες τίς ἀρετές, ἀπάντησε: «Αὐτή πού ἀσκεῖται κρυφά».
Τό ἔργο στό μοναστήρι προχωροῦσε ἀκατάπαυστα. Κτίσθηκε ἕνας πέτρινος ναός ἀφιερωμένος στόν Ὅσιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος, στόν ὁποῖο προστέθηκε μία τραπεζαρία καί κάτω ἀπό αὐτήν τό ἀρτοποιεῖο. Οἱ ἀδελφοί τῆς μοναστικῆς κοινότητας πλήθαιναν συνεχῶς καί στά μέσα τοῦ 14ου αἰῶνος, ἡ ἀδελφότητα ἀριθμοῦσε περί τούς τριακόσιους μοναχούς. Ὑπῆρχε ἄμεση ἀνάγκη νά χτισθοῦν νέα κελιά. Ὅλα τακτοποιήθηκαν μέ τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Ἕνας τρίτος ναός ἀφιερώθηκε στόν Ἅγιο Νικόλαο, Ἐπίσκοπον Μύρων τῆς Λυκίας καί κατασκευάσθηκε ἀναρρωτήριο γιά τούς μοναχούς καί τούς προσκυνητές. Σύμφωνα μέ τήν παράδοση ὁ ἴδιος ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος ἔσκαψε τό πηγάδι τῆς μονῆς, ἀπό τό νερό τοῦ ὁποίου ἀντλοῦσε νερό ὁλόκληρη ἡ ἀδελφότητα. Ὡς καλός ποιμένας, ὁ Ὅσιος ἐπέβλεπε μέ διάκριση, καθοδηγοῦσε μέ σοφία καί μέ τό δικό του παράδειγμα, καλλιεργοῦσε στή μονή τό φρόνημα τῆς ὑπακοῆς καί ἐνίσχυε τήν ἐκκλησιαστική τάξη.
Τό ἔτος 1364 ἔπρεπε νά ἱδρύσει ἕνα καινούργιο μοναστήρι, πάντα στήν πόλη τῆς Σουζδαλίας. Ὁ μεγαλύτερος ἀδελφός τοῦ πρίγκιπα Μπόρις, Ἀνδρέας, μεγάλος πρίγκιπας τοῦ Νίζνϊυ – Νόβγκοροντ καί τῆς Σουζδαλίας, λίγο προτοῦ πεθάνει ἐξέφρασε τήν ἐπιθυμία νά οἰκοδομήσει ἕνα καινούργιο μοναστήρι, γιά νά πραγματοποιήσει ἕνα τάμα πού εἶχε κάνει στόν Θεό. Ὁ πρίγκιπας φθάνοντας στή Σουζδαλία ζήτησε τήν εὐλογία τοῦ Ἐπισκόπου γιά τήν ἀνέγερση τῆς μονῆς. Ὁ Ἐπίσκοπος ἐπικαλέσθηκε τόν Ὅσιο Εὐθύμιο. Ὁ πρίγκιπας διηγήθηκε μέ κάθε λεπτομέρεια στόν Ἅγιο πῶς μέ θαυματουργό τρόπο εἶχε διασωθεῖ ἀπό μία καταιγίδα, πού τόν εἶχε σταματήσει στό ποτάμι καί γιά τό τάμα πού εἶχε κάνει γιά νά εὐχαριστήσει τόν Θεό. «Δῶσε μου ἕνα μέρος ἀπό τήν ἄλλη πλευρά τοῦ ποταμοῦ, μπροστά ἀπό τό μοναστήρι σου», εἶπε ὁ πρίγκιπας. Ὁ Ὅσιος ἀμέσως συμφώνησε καί εὐθύς διάλεξε μία τοποθεσία στήν ὄχθη τοῦ ποταμοῦ Καμέλκα, μπροστά ἀπό τή μονή τοῦ Σωτῆρος, ὅπου μέ ἐπισημότητα τοποθετήθηκε ὁ θεμέλιος λίθος τῆς μονῆς τῆς Προστάτιδος Θεοτόκου. Ὅταν ὁλοκληρώθηκε τό μοναστήρι, ὁ Ἐπίσκοπος ὅρισε ὡς ἡγουμένη μία ἀνεψιά τοῦ Ἀλεξάνδρου τῆς Σουζδαλίας.
Ὅταν ὁ Ὅσιος ἐπισκέφθηκε τό μοναστήρι, πού μόλις εἶχε ἐγκαινιασθεῖ, γιά νά συζητήσει μέ τήν ἀδελφότητα, μίλησε προφητικά γιά τή μελλοντική δόξα τῆς μονῆς τῆς Προστάτιδος. Πράγματι, σέ αὐτό θά κατέληγαν πολλές χῆρες μεγάλων πριγκίπων καί Μοσχοβιτῶν τσάρων, πού ἐπιθυμοῦσαν νά ἐνδυθοῦν τό μοναχικό ἔνδυμα.
Ὅσο αὐστηρός ἦταν μέ τόν ἑαυτό του, ὁ Ὅσιος, τόσο φιλεύσπλαχνος ἦταν πρός τούς ἄλλους. Τό μοναστήρι του, τοποθετημένο στά περίχωρα μίας μεγάλης πόλεως, πού ἦταν σταυροδρόμι πολλῶν ὁδῶν, ἦταν ἀνοικτό γιά ὅλους. Ὁ ἡγούμενος δέν ἀρνιόταν ποτέ νά βοηθήσει ὅποιον τοῦ τό ζητοῦσε. Ὁ ξένος εὕρισκε κοντά του καταφύγιο, ὁ φτωχός ἐλεημοσύνη, ὁ πεινασμένος τροφή. Ἡ ἐλεημοσύνη καί γενναιοδωρία του σέ ὁρισμένους φαινόταν ὑπερβολική καί ἔτσι ἀναγκαζόταν νά ἐλεεῖ στά κρυφά, γιά νά μήν διεγείρει παράπονα ἐκ μέρους τῆς ἀδελφότητας καί τήν ὁδηγήσει σέ πειρασμούς. Ἐξαγόρασε τά χρέη αὐτῶν πού δέν εἶχαν τά μέσα νά ἀποπληρώσουν τούς ὀφειλέτες τους καί συχνά χάριζε τά χρέη πού ἄλλοι ὄφειλαν στή μονή. Ἐξέθετε τούς ἄδικους καί διεφθαρμένους δικαστές, προστατεύοντας ἀπό καταχρήσεις ὅλους ὅσοι εἶχαν ἄδικα καταδικασθεῖ καί παρακαλοῦσε νά συμπεριφέρονται στούς ἀληθινούς ἐγκληματίες μέ ἐπιείκεια καί φιλευσπλαχνία. Κάθε ἁμαρτωλός πού ἀναζητοῦσε τήν σωτηρία, εὕρισκε σέ αὐτόν τόν ὁδηγό τῆς μετάνοιας. Μέ τήν προσευχή του θεράπευε ἀσθενεῖς καί δίωκε τά δαιμόνια.
Ὅταν ὁ Ὅσιος ἔνιωσε ὅτι τό τέλος του εἶναι πλέον κοντά, κάλεσε ὅλους τούς μοναχούς καί εὐλόγησε τόν καθένα ξεχωριστά. Τούς ἐμπιστεύθηκε ὅλους στά χέρια τοῦ Θεοῦ. Τούς ἀσπάσθηκε πατρικά καί ζήτησε συγγνώμη ἀπό ὅλους. Στήν συνέχεια κοινώνησε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων καί παράδωσε τήν ψυχή του στόν Ἅγιο Θεό.
Ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος κοιμήθηκε μέ εἰρήνη τό ἔτος 1404, σέ ἡλικία ὀγδόντα ὀκτώ ἐτῶν. Οἱ μοναχοί ἐνταφίασαν τό ἱερό λείψανό του κάτω ἀπό τά τείχη τοῦ ναοῦ τῆς Μεταμορφώσεως, στό μνῆμα πού κατά τήν κατασκευή τοῦ ναοῦ, ὁ Ὅσιος εἶχε κτίσει μέ τά ἴδια του τά χέρια.
Μετά τήν κοίμησή του, ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος συνέχισε νά προστατεύει τό μοναστήρι, ὅπως μαρτυροῦν τά πολλά θαύματα πού ἔλαβαν χώρα πλησίον τοῦ τάφου του. Στίς 4 Ἰουλίου 1507, μέ τήν εὐκαιρία τῆς ἀνακατασκευῆς τοῦ ναοῦ, τά ἱερά λείψανά του βρέθηκαν ἄφθαρτα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Pin It
footer

Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ