15 Ἅγιος Ἱερομάρτυς Παφνούτιος ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.). Πέρασε κατ’ ἐξοχήν στήν Αἴγυπτο τήν εὐεργετική καί πολύαθλη ζωή του. Ὅταν ξεκίνησε ὁ διωγμός κατά τῶν Χριστιανῶν, ὁ ἔπαρχος Ἀρριανός γνωρίζοντας ἀπό τίς διαδόσεις γιά τήν ἐπιρροή τοῦ Παφνουτίου ἐπάνω στούς χριστιανικούς πληθυσμούς σκεπτόταν πῶς μποροῦσε νά τόν συλλάβει. Ὁ Παφνούτιος συνήθιζε νά περνᾶ τήν ζωή του σέ ἐρημικούς τόπους καί κάποια ἡμέρα, κατά τήν ὥρα τῆς νυχτερινῆς προσευχῆς του, Ἄγγελος Κυρίου τοῦ φανέρωσε ὅτι κηρύχθηκε ὁ διωγμός κατά τῶν Χριστιανῶν καί ὅτι τόν καταζητεῖ ὁ ἔπαρχος. Κλήθηκε μόνος του νά προσέλθει ἐνώπιον τῶν διωκτῶν, ἐπειδή ὁ Θεός τόν ἐπέλεξε ὡς ὄργανο γιά νά ντροπιάσει τόν Ἀρριανό καί τά εἴδωλα.
Ὁ Παφνούτιος ὑπάκουσε καί κατευθύνθηκε πρός τίς ὄχθες τοῦ Νείλου. Μόλις ἔφθασε, εἶδε τόν Ἀρριανό νά ἀποβιβάζεται ἀπό πολυτελές πλοῖο μέ συνοδεία ἀρχόντων καί στρατιωτῶν. Κανείς ἀπό αὐτούς δέν γνώριζε προσωπικά τόν Ἅγιο Παφνούτιο. Αὐτός ὅμως ἀναγνώρισε τόν ἔπαρχο, ὁ ὁποῖος ἔκπληκτος εἶδε τόν σεβάσμιο γέροντα νά προχωρεῖ πρός αὐτόν.
- Μέ ζητᾶς, τοῦ εἶπε καί δέν θέλησα νά σέ ὑποβάλλω σέ κόπο. Εἶμαι ὁ Παφνούτιος.
Ὁ Ἀρριανός τινάχθηκε. Τό ὄνομα τοῦ Παφνουτίου καί ἡ αἰφνίδια αὐθόρμητη ἐμφάνιση καί παράδοσή του ἔφεραν στόν ἔπαρχο σκοτισμό καί σύγχυση. Συνῆλθε ὅμως γρήγορα καί μεταχειρίσθηκε γλῶσσα ἀπρεπή καί σκληρή πρός τόν Ἅγιο. Τόν ἔβρισε, γιατί ἀκολουθοῦσε τόν Χριστό καί διέγειρε τά πλήθη στήν πίστη πρός Αὐτόν. Τήν ἴδια στιγμή ἀπείλησε τόν Ἅγιο ὅτι θά τόν τιμωρήσει ἀδυσώπητα, ἂν δέν προσκυνήσει τά εἴδωλα. Ὁ Παφνούτιος ἀπολογήθηκε σύντομα γιά τήν πίστη του καί δήλωσε ὅτι δέν ὑπάρχει γι’ αὐτόν ἀνώτερη εὐχαρίστηση ἀπό τό νά βασανισθεῖ καί νά χύσει τό αἷμα του ὑπέρ τοῦ Λυτρωτοῦ του.
Μέ διαταγή τοῦ ἐπάρχου οἱ δήμιοι ὑπέβαλαν τόν Παφνούτιο σέ βασανιστήρια. Τοῦ κατέξυσαν τίς σάρκες τόσο πολύ, ὥστε τά αἵματα πού ἔρρεαν πότισαν τό ἔδαφος. Καί ἦταν τόσο βαθιές οἱ πληγές πού εἶχαν ἀνοίξει, ὥστε φαίνονταν τά ἐντόσθια τοῦ Μάρτυρος. Τότε ὁ Ἅγιος Παφνούτιος ἀπηύθυνε προσευχή πρός τόν Ἰησοῦ Χριστό καί Τόν ἱκέτευσε νά μήν τόν ἀφήσει νά πεθάνει, ἂν ἤθελε καί ἂν τόν ἔκρινε χρήσιμο γιά περισσότερους ἀγῶνες στή φοβερή ἐκείνη ἐποχή, κατά τήν ὁποία οἱ ψυχές εἶχαν τόση ἀνάγκη γιά παρηγοριά καί ἐνίσχυση.
Ἡ δέησή του εἰσακούσθηκε. Χάρη τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ καί τοῦ φωτισμοῦ πολλῶν σκοτισμένων ἀπό τήν πλάνη, ἡ Θεία Χάρη ἐπιτέλεσε ἐκπληκτικά πράγματα. Οἱ πληγές τοῦ Ἁγίου Παφνουτίου ἔκλεισαν ἐκείνη τή στιγμή. Οἱ δύο στρατιῶτες πού τόν κατέξυσαν, ὅταν εἶδαν τό θαῦμα ἔπεσαν στά πόδια τοῦ Ἁγίου καί ὁμολόγησαν καί οἱ ἴδιοι τόν Χριστό. Οὔτε περιορίσθηκαν μέχρι ἐκεῖ. Ἀφοῦ ἔσπευσαν πρός τόν Ἀρριανό, ἀπέρριψαν τίς στρατιωτικές τους ζῶνες καί δήλωσαν ὅτι ἔγιναν καί οἱ ἴδιοι Χριστιανοί. Ὁ Ἀρριανός αἰσθάνθηκε ἔκπληξη καί ὀργή. Ὅταν ὅμως εἶδε τήν ἐπιμονή καί τῶν δύο, τούς ἀποκεφάλισε. Ὁ ἕνας ὀνομαζόταν Διονύσιος καί ὁ ἄλλος Καλλίμαχος καί ἀνέβηκαν καί οἱ δύο στόν οὐρανό ὡς φωτεινοί ἀστέρες τοῦ νοητοῦ στερεώματος.

Μετά τό γεγονός αὐτό ὁ Παφνούτιος φυλακίσθηκε. Μέσα στήν φυλακή ὑπῆρχαν, μεταξύ τῶν ἄλλων καί σαράντα πρόκριτοι, πού ἦταν ἔγκλειστοι ἐκεῖ, γιατί καθυστεροῦσαν τούς φόρους πρός τό δημόσιο. Οἱ ἄνδρες αὐτοί κινήθηκαν ἀπό θαυμασμό, ὅταν γιά δύο συνεχόμενες νύχτες ἔβλεπαν σέ κάποιο σκοτεινό μέρος, ἐκεῖ ὅπου προσευχόταν ὁ Ἅγιος Παφνούτιος, κάποια ἐξαίσια καί ὑπερφυσική λάμψη. Ποιός ἄραγε ἦταν ὁ ἄνδρας αὐτός; Ὁ Παφνούτιος ἐπωφελήθηκε ἀπό τήν περιέργειά τους, γιά νά τούς ἑλκύσει στή χριστιανική πίστη. Πίστεψαν δέ ὅλοι καί ἀπό τήν ψυχή τους ἦταν ἕτοιμοι καί γιά βασανισμούς καί γιά θάνατο.
Ὁ Ἀρριανός, ὅταν πληροφορήθηκε τό γεγονός αὐτό, ἐξοργίσθηκε. Ἡ κατάκτηση ἐκείνη τοῦ Παφνουτίου σέ τόσους διακεκριμένους ἄνδρες τόν καταθορύβησε καί τοῦ φάνηκε ὡς αἶσχος καί ἥττα ὄχι μόνο τῆς εἰδωλολατρικῆς θρησκείας ἀλλά καί δική του. Μάταια ὅμως προσπάθησε μέ τόν πλέον περιποιητικό τρόπο νά ἐξευμενίσει τούς προκρίτους, νομίζοντας ὅτι στό διάβημα προέβησαν ἀπό ὀργή γιά τή φυλάκισή τους. Καί οἱ σαράντα ἐνέμειναν στήν ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ, προσπάθησαν μάλιστα νά ἑλκύσουν πρός αὐτήν καί τόν Ἀρριανό. Ἀλλά αὐτός εἶχε κλειστή τήν ψυχή του γιά τήν σωτηρία καί τό φῶς. Ἀφοῦ ἀπέβαλε κάθε ἐλπίδα, διέταξε νά θανατωθοῦν οἱ νέοι ἐκεῖνοι Χριστιανοί. Τούς ἔφεραν λοιπόν ἔξω ἀπό τήν πόλη, ἄναψαν πυρκαγιά μεγάλη καί εἶπαν στούς στρατιῶτες νά ρίξουν τούς Ἁγίους ἄνδρες σέ αὐτήν. Ἀλλά οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες δέν εἶχαν τήν ἀνάγκη βίας. Μόνοι τους, καθώς κρατοῦσε ὁ ἕνας τό χέρι τοῦ ἄλλου εἰσῆλθαν χαρούμενοι στίς φλόγες ψάλλοντας καί ἔτσι ἀξιώθηκαν μέ αὐτόν τόν τρόπο τοῦ μαρτυρικοῦ τέλους.
Ὁ Θεός θέλησε νά γίνουν πραγματικότητα καί ἄλλες πολλές ἐπιστροφές διά τοῦ Ἁγίου Παφνουτίου. Καί ὅπως ἄλλοτε ὁ Ἰησοῦς ξέφυγε ἀνάμεσα ἀπό τούς ἐχθρούς Του, πού ζήτησαν νά Τόν φονεύσουν, μέ αὐτόν τόν τρόπο καί ὁ ἴδιος ἔγινε ἄφαντος ἀπό τά μάτια τοῦ Ἀρριανοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ μανία ἔγινε μεγαλύτερη.
Τά κατορθώματα τοῦ Παφνουτίου ὑπέρ τοῦ Χριστοῦ ἐξακολούθησαν. Ἡ παρουσία του ἔφλεξε τά εὐσεβή στήθη τοῦ Εὐστοργίου καί τῆς Ἐρμιόνης, πού ἦταν πλούσιο ἀντρόγυνο, ἐνῷ στά ἴχνη τους ἀκολούθησε καί ἡ κόρη τους Στεφανώ, μόλις δεκαοκτώ χρονῶν στήν ἡλικία. Ἡ πίστη κόχλαζε τώρα θερμότερα στά στήθη τους. Γεμάτοι ἀπό φιλαδελφία διαμοίραζαν τά πλούτη τους περιθάλποντας τούς διωκόμενους Χριστιανούς, τά ὀρφανά καί τίς χῆρες τῶν Μαρτύρων. Προχωρώντας δέ καί ἀκόμα περισσότερο μετέβαιναν καί στούς τόπους τῶν Μαρτυρίων γιά ἐνθάρρυνση τῶν ἀνακρινόμενων καί βασανιζόμενων πιστῶν.
Ὅταν ὁ Ἀρριανός πληροφορήθηκε τή διαγωγή αὐτῆς τῆς χριστιανικῆς οἰκογένειας παρέδωσε καί τούς τρεῖς στό θάνατο. Ἐκεῖνοι τόν δέχθηκαν μέ τήν πλέον θαυμαστή γενναιότητα.
Τά ἐπιτεύγματα τοῦ Ἁγίου Παφνουτίου αὐξήθηκαν. Δέκα ἕξι νεαροί, σχεδόν παιδιά ἀκόμη, τῶν ὁποίων οἱ πατέρες ἦταν ἀπό τούς σαράντα ἐκείνους ἄνδρες πού τελειώθηκαν στίς φλόγες τῆς φωτιᾶς, πίστεψαν καί οἱ ἴδιοι καί ὁμολόγησαν μέ παρρησία τήν πίστη τους. Ὁ Ἀρριανός προσπάθησε νά τούς μεταπείσει ἐπιδεικνύοντας πρός αὐτούς καί τήν διαταγή τοῦ βασιλέως, στήν ὁποία διαγράφονταν οἱ ὁδηγίες τοῦ διωγμοῦ. Ἰδιαίτερα ζήτησε ὁ ἔπαρχος νά σώσει ἀπό τήν καταδίκη τόν μικρότερο ἀπό τούς νεαρούς ἐκείνους, ἕνα πολύ μικρό παιδί, δεκατριῶν ἀκόμη χρόνων. Ἀλλά στήν καρδιά τοῦ μικροῦ ὑπῆρχε ὥριμη ἀποφασιστικότητα καί φλογερή ἀφοσίωση πρός τόν Χριστό. Ζήτησε νά δεῖ τήν βασιλική διαταγή. Καί ὅταν ὁ Ἀρριανός τήν παρέδωσε στά χέρια του, ἐκεῖνος πῆρε τήν πλέον τολμηρή ἀπόφαση. Κοντά ἔκαιε καί κάπνιζε ὁ εἰδωλολατρικός βωμός. Ἀφοῦ ὅρμησε λοιπόν, ὁ μικρός, ἔριξε στή φωτιά τό αὐτοκρατορικό ἔγγραφο φωνάζοντας: «Ἕνας εἶναι ὁ Θεός, ὁ Πατέρας τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ».
Τό θέαμα τοῦ ἐγγράφου πού καιγόταν ἐξαγρίωσε τούς παρευρισκόμενους ἱερεῖς τῶν εἰδώλων. Καί ὁ ἴδιος ὁ Ἀρριανός, παράφρων ἀπό ὀργή καί θέλοντας ἄμεση καί παραδειγματική ἐκδίκηση, ἔριξε μέ τά ἴδια του τά χέρια στή φωτιά τόν ριψοκίνδυνο ἐκεῖνο νέο, πού ἔπαιρνε τήν ἔμπνευση ἀπό τόν Θεό. Οἱ σάρκες του κατακαίγονταν, ἀλλά ἡ ὄψη του παρουσίαζε τήν δόξα ἐκείνη πού εἶχε καί ὁ Ἅγιος Στέφανος, ὅταν ἔπεφτε νεκρός ἀπό τούς λιθοβολισμούς τῶν Ἰουδαίων. Οἱ ὑπόλοιποι νέοι, γεμάτοι ἀπό ἐνθουσιασμό ἀπό τό θαυμαστό ἐκεῖνο παράδειγμα τοῦ μικρότερου ἀπό αὐτούς, ἀπευθυνόμενοι πρός ἐκεῖνον ἐνῷ καιγόταν, τόν παρακαλοῦσαν νά δεηθεῖ πρός τόν Θεό γιά νά ἀποδειχθοῦν καί ἐκεῖνοι ἄξιοι μιμητές του καί νά ἀξιωθοῦν τό στέφανο πού ἔλαβαν καί οἱ πατέρες τους δεχόμενοι τό μαρτύριο.
Ὁ νέος Μάρτυρας παρέδωσε τήν ἅγια ψυχή του, ἀφοῦ σφράγισε τό πρόσωπό του μέ τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ. Δέν ἄργησαν νά τόν ἀκολουθήσουν στόν μαρτυρικό δρόμο οἱ ὑπόλοιποι φίλοι καί συμμαθητές του. Ἦταν δεκαπέντε καί κανένας ἀπό αὐτούς δέν λιποψύχησε μέχρι τήν τελευταία στιγμή. Καί ὅταν ὁδηγοῦνταν ἔξω ἀπό τήν πόλη γιά νά ἐκτελεσθοῦν, προσεύχονταν καί ἔψαλλαν.
Ὁ Ἅγιος Παφνούτιος ἐξακολούθησε νά κηρύττει τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ. Κάποια ἡμέρα, κοντά στίς ὄχθες τοῦ Νείλου, συνάντησε ὀγδόντα ἁλιεῖς νά ἀσχολοῦνται μέ τίς βάρκες τους καί τά δίχτυά τους. Τούς ἁλίευσε καί αὐτούς. Πίστεψαν στόν Χριστό, διαλαλοῦσαν τήν πίστη τους καί τήν ἐπισφράγισαν καί αὐτοί μέ τόν μαρτυρικό θάνατό τους.
Μετά ἀπό λίγο διάστημα ὁ Ἅγιος Παφνούτιος προσῆλθε μόνος του στόν Ἀρριανό. Ἡ ἄγρια χαρά τοῦ ἐπάρχου ὑπῆρξε ἀπερίγραπτη, ὅταν ἔλαβε καί πάλι στά χέρια του τόν πρωτεργάτη τῆς δικῆς του λύπης καί ντροπῆς. Διέταξε νά θανατωθεῖ μέ τό φρικτό βασανιστήριο τοῦ τροχοῦ. Ἀλλά τά μέλη τοῦ Ἁγίου ὅταν κατακόβονταν, ἀμέσως θεραπεύονταν καί ὁ θεωρούμενος ὡς πτῶμα καί σύντριμμα παρουσιάσθηκε τελικά γεμάτος ζωή.
Ὁ Ἀρριανός προσῆλθε μετά ἀπό κάποια ὥρα γιά νά δεῖ τό πτῶμα τοῦ Ἁγίου. Ἀλλά ὁ Παφνούτιος βρέθηκε ὄρθιος ἐνώπιόν του καί τοῦ εἶπε: «Μέ γνωρίζεις, Ἀρριανέ; Ὅλα αὐτά τά θαυμάσια σχετικά μέ ἐμένα τά πραγματοποιεῖ ὁ Κύριός μου Ἰησοῦς Χριστός, γιά νά ἐλεγχθεῖ ἡ ἀσέβειά σου καί γιά νά καταλάβεις ὅτι πολεμώντας ἐνάντια σέ Αὐτόν, χτυπᾶς στό κέντρο. Καί γιά νά καταλάβεις ἐπίσης ὅτι λατρεύεις κουφά καί τυφλά εἴδωλα κατασκευασμένα ἀπό ὕλη ἀναίσθητη».
Ὁ Ἀρριανός δέν ἤξερε τί νά ἀπαντήσει στήν πρώτη ἐκείνη στιγμή τῆς καταπλήξεως καί τοῦ θαυμασμοῦ. Μίλησε ὅμως ὁ πραιπόζιτος Εὐσέβιος, πού ἦταν παρών ἐκεῖ. Δήλωσε ὅτι καί αὐτός, ἀπέναντι σέ τόσο ἀκαταμάχητα θαύματα, ἀποκηρύσσει τήν πλάνη τῶν εἰδώλων καί κηρύττει τήν πίστη του στόν Χριστό. Καί ἀφοῦ ἀποτάνθηκε στούς τετρακόσιους στρατιῶτες πού παρευρίσκονταν ἐκεῖ, τούς κάλεσε μέ τόν πλέον φλογερό τόνο νά κάνουν καί ἐκεῖνοι τό ἴδιο. Οἱ στρατιῶτες, ἀπαλλαγμένοι ἀπό τή σκολιότητα καί τή σκληρότητα τῆς καρδιᾶς τῶν ἀνωτέρων λετουργῶν τοῦ εἰδωλολατρικοῦ καθεστῶτος, ψυχές ἁπλές καί εὐθεῖες καθώς ἦταν καί γι’ αὐτό ἐπιδεκτικές τῆς ἀλήθειας καί τοῦ φωτός, ἀκολούθησαν τό παράδειγμα τοῦ πραιπόζιτου. Μέ φωνή μεγάλη, πού κάλυψε ὅλη τή γύρω ἔκταση, ὁμολόγησαν τόν Ἰησοῦ Χριστό.
Τό στεφάνι τοῦ μαρτυρίου στόλισε τά μέτωπα καί τῶν νέων αὐτῶν ἀθλητῶν. Σέ τέσσερις τεράστιες πυρακτωμένες καμίνους καί μέσα στίς φλόγες ὁ πραιπόζιτος Εὐσέβιος καί οἱ τετρακόσιοι στρατιῶτες βρῆκαν ἔνδοξο θάνατο ὑπέρ τοῦ Χριστοῦ.
Γιά μία ἀκόμη φορά πραγματοποιήθηκε μέσῳ τοῦ Ἁγίου Παφνουτίου θαῦμα ἱκανό νά κερδίσει καί τήν περισσότερο ἄπιστη ψυχή, σέ ὅποια τυχόν εἶχε ἀπομείνει ἴχνος λογικῆς καί καθαρᾶς καρδίας.
Ἀφοῦ συνέλαβε ὁ Ἀρριανός τόν Παφνούτιο, τόν ἔριξε στά νερά τοῦ ποταμοῦ Νείλου μέ μία μεγάλη πέτρα στό λαιμό. Ὁ Ἅγιος Παφνούτιος φάνηκε νά ἐξαφανίζεται στά βάθη καί ὁ Ἀρριανός ἐξακολούθησε τό ταξίδι του στό μεγαλοπρεπές πλοῖο του. Ἀλλά μετά ἀπό κάποια λεπτά, μπροστά στό πλοῖο τοῦ ἐπάρχου, παρουσιάσθηκε ὁ Ἅγιος, λέγοντάς του ἀπό τά νερά: «Ἀρριανέ, ἐσύ μέν χρειάζεσαι πλοῖο καί ἄνεμο γιά νά πλέεις. Ἐγώ ὅμως οὔτε πλοῖο οὔτε ἄνεμο χρειάζομαι, γιατί κυβερνήτης μου εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ ὁποῖος καί τή φορά αὐτή μέ λύτρωσε ἀπό τόν θάνατο».
Ὁ Ἀρριανός καταλήφθηκε ἀπό φόβο, ἀλλά ἡ πωρωμένη του ψυχή ἔμεινε ἀφώτιστη. Συνέλαβε τόν Ἅγιο Παφνούτιο καί τόν ἔστειλε πρός τόν αὐτοκράτορα Διοκλητιανό, μέ σύντομη ἔκθεση γιά ὅσα συνέβησαν σέ σχέση μέ τόν Χριστιανό αὐτό. Ὁ Διοκλητιανός προσπάθησε νά κατανικήσει ὁ ἴδιος τήν πίστη τοῦ Παφνουτίου. Ἀλλά γρήγορα εἶδε ὅτι ἡ ἀπόπειρα δέν μποροῦσε νά καρποφορήσει. Διέταξε λοιπόν τήν σταύρωση τοῦ Ἁγίου καί μέ αὐτόν τόν τρόπο, ἀφοῦ τό θέλησε καί ὁ ἴδιος περισσότερο αὐτήν τήν φορά, ὁ μέγας ἐκεῖνος Ἅγιος ἔλαβε μαρτυρικό τέλος καί τετρακόσιοι σαράντα ἕξι πιστοί πού ἦλθαν στήν πίστη μέσῳ αὐτοῦ κάτω ἀπό τήν ἔνθεη ὤθησή του, ἔλαβαν καί ἐκεῖνοι τό μαρτυρικό στέφανο.
Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τήν μνήμη τους καί στίς 25 Σεπτεμβρίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Θυσίαν τήν ἔνθεον, πιστῶς προσφέρων Θεῷ, ὡς θῦμα εὐπρόσδεκτον, προσανηνέχθης αὐτῷ, ἀθλήσεως ἄνθραξιν· ὅθεν ὡς ἱερέα, καί στερρόν Ἀθλοφόρον, ἔδειξέ σε ὁ Κτίστης, χαρισμάτων ταμεῖον· ἐξ ὧν καί ἡμῖν παράσχου, Ἱερομάρτυς Παφνούτιε.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τά ἄνω ζητῶν.
Αἱμάτων ῥοαῖς, στολήν σου τήν ὑπέρτιμον, φοινίξας λαμπρῶς, Παφνούτιε μακάριε, χαρμοσύνως ἔδραμες, πρός ναόν κραυγάζων τόν οὐράνιον· Τῆς ζωῆς σύ Σῶτερ πηγή, ὁ πᾶσι βλυστάνων οἰκτιρμῶν ποταμούς.

Μεγαλυνάριον.
Θείας βασιλείας σε κοινωνόν, Παφνούτιε μάκαρ, ἀπειργάσατο ὁ Χριστός· τούτου γάρ τό πάθος, ἔφερες τῇ σαρκί σου, διό παθῶν λυτροῦσαι, τούς σέ γεραίροντας.

Pin It
footer

Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ