10ατά τίς ἡμέρες τοῦ βασιλέως Ἀδριανοῦ (117 – 138 μ.Χ.) ἄρχισε καί πάλι ἡ δίωξη τῶν Χριστιανῶν. Ἐκείνη τήν περίοδο μαρτύρησε καί ἡ Ἁγία Ζωή μέ τόν ἄνδρα της Ἕσπερο καί τά παιδιά της Κυριάκο καί Θεόδουλο, πού κατάγονταν ἀπό τήν Πισιδία.
Οἱ Ἅγιοι εἶχαν ἀγορασθεῖ ὡς δοῦλοι ἀπό τόν Ρωμαῖο συγκλητικό Κάτλο καί τήν γυναῖκα του Τετραδία, πού κατοικοῦσαν στήν Ἀττάλεια τῆς Παμφυλίας. Βλέποντας οἱ ἄρχοντες τίς θυσίες τῶν ἀρχόντων στά εἴδωλα παρατηροῦσαν τήν μάταιη λατρεία αὐτῶν καί πρόσεχαν πολύ μήπως καί ἡ τροφή πού τούς πρόσφεραν ἦταν ὑπολείμματα ἀπό εἰδωλολατρικές θυσίες.
Στό Συναξάρι τους ἀναφέρεται ὅτι ἡ Ἁγία Ζωή πήγαινε τό βράδυ στόν φρουρό πού φύλαγε τό ἀνάκτορο τῶν ἀρχόντων καί τοῦ ἔλεγε νά πάει νά κοιμηθεῖ, γιατί ἦταν κουρασμένος καί τόν ἀναπλήρωνε στά καθήκοντά του. Ἔξω ὅμως ἀπό τίς πύλες τοῦ ἀρχοντικοῦ ἦταν σκυλιά τά ὁποία κατασπάρασσαν ὅποιον φτωχό πήγαινε νά ζητήσει βοήθεια καί εὐποιία. Ἡ Ἁγία Ζωή ἔπαιρνε ψωμί πού τῆς ἔδιναν γιά τήν καθημερινή συντήρηση τῆς οἰκογένειάς της, ἔριχνε λίγο στά σκυλιά γιά νά σωπάσουν, καί τό ὑπόλοιπο τό μοίραζε στούς φτωχούς, λέγοντάς τους:
«Νά γίνετε Χριστιανοί, Χριστοῦ δοῦλοι, διότι μόνο Ἐκεῖνος εἶναι ὁ Σωτῆρας τοῦ κόσμου».

Ἔτσι λοιπόν ἔπραττε ἡ Ἁγία Ζωή διδάσκοντας καί τά παιδιά της. Ὁ δέ σύζυγός της Ἕσπερος ἀπεστάλη ἀπό τόν ἄρχοντα Κάτλο στήν πόλη Τριτόνιο, ὡς ἐπίτροπος αὐτοῦ καί ζοῦσε ἐκεῖ. Ὁ Κάτλος ἔμαθε ὅμως ὅτι ἡ οἰκογένεια τοῦ Ἑσπέρου καί τῆς Ζωῆς ἦταν Χριστιανοί καί ταράχθηκε ἡ διάνοιά του. Ἐπειδή ἡ σύζυγός του Τετραδία ἦταν ἔγκυος, ἀνέμενε τήν γέννηση τοῦ βρέφους καί ἐπιθυμοῦσε νά προσφέρει θυσίες στή θεά Τύχη, ἐνέβαλε τό θέμα καί τούς ἀπέστειλε στό Τριτόνιο, ἐκεῖ ὅπου ἦταν ὁ Ἕσπερος.
Ὅταν γεννήθηκε τό παιδί τοῦ Κάτλου καί θυσίαζαν γι’ αὐτό στή θεά Τύχη, ὁ Κάτλος ἀπέστειλε στόν Ἕσπερο καί τήν οἰκογένειά του, κρασί καί κρέατα. Ἡ δέ Ἁγία Ζωή, μόλις εἶδε τά εἰδωλόθυτα, ἀτένισε στόν οὐρανό καί εἶπε: «Θεέ, καρδιογνῶστα, ἀληθινέ, αἰώνιε, βοήθησέ μας, διότι δέν ἔχουμε κανένα πλήν Σοῦ καί τοῦ Υἱοῦ Σου». Καί ἔριξε στά σκυλιά τά μολυσμένα κρέατα καί ἔχυσε τό κρασί.
Ὅταν ὁ Κάτλος πληροφορήθηκε τό γεγονός θύμωσε καί διέταξε νά ὁδηγήσουν ἀμέσως ἐνώπιόν του τήν Ἁγία Ζωή, τόν ἄνδρα αὐτῆς καί τά παιδιά της. Βλέποντας ὁ ἡγεμόνας τήν ἔνσταση τῶν Ἁγίων καί τήν ἀμετάθετη πίστη τους πρός τόν Χριστό, γέμισε ἡ καρδιά του ἀπό ὀργή καί ἀπό τήν ἐνέργεια τοῦ διαβόλου. Ἔδωσε ἐντολή νά τούς βάλουν σέ φοῦρνο ἀσφαλισμένο ἀπό παντοῦ, ἔτσι ὥστε νά μήν ἀναπνέουν κάν καί τό μαρτύριο νά εἶναι μεγαλύτερο καί φρικτότερο. Μέσα στήν φωτιά οἱ Ἅγιοι δοξολογοῦσαν τό Ὄνομα τοῦ Ἁγίου Θεοῦ, ὅπως οἱ Ὅσιοι Παῖδες στήν κάμινο ἐπί Ναβουχοδονόσορος.
Τήν ἑπόμενη ἡμέρα ἦλθαν στόν τόπο τοῦ μαρτυρίου ὁ Κάτλος καί οἱ στρατιῶτες του, πού ἄκουγαν ψαλμωδίες μέσα ἀπό τόν φοῦρνο. Ἄρχισαν νά ἀναρωτιοῦνται ἀπό πού ἔβγαινε αὐτός ὁ ἦχος τοῦ πλήθους. Νόμισαν ὅτι ἄνθρωποι εἶχαν εἰσέλθει μέσα στόν φοῦρνο καί ἀμέσως τόν κύκλωσαν, γιά νά τούς συλλάβουν. Μόλις ἄνοιξαν τόν φοῦρνο δέν βρῆκαν τίποτα καί δέν εἶδαν κανένα, παρά μόνο τά τίμια λείψανα τῶν Ἁγίων Μαρτύρων πού κείτονταν κατά ἀνατολάς σάν νά ἐκοιμοῦντο.
Ἔτσι μαρτύρησαν οἱ Ἅγιοι Ζωή καί Ἕσπερος καί τά τέκνα αὐτῶν, ἀφοῦ νίκησαν τό δόλιο καί ἐνάντιο διάβολο καί τούς παρανόμους εἰδωλολάτρες αὐτοῦ.
Ναό στήν Μάρτυρα Ζωή ἀνήγειρε ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστινιανός (527 – 565 μ.Χ.), κοντά στό ναό τῆς Ἁγίας Ἄννας στό Δεύτερον τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ὁ βασιλέας Βασίλειος Α’ (867 – 886 μ.Χ.) τόν ἀνοικοδόμησε ἐκ βάθρων, διότι εἶχε πέσει.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Pin It
footer

Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ