15 Ὅσιος Θεοδόσιος γεννήθηκε στήν πόλη Βασίλιεφ τῆς περιοχῆς τοῦ Κιέβου, τό 1092 μ.Χ., ἀπό εὔπορους γονεῖς. Κατά τήν ὥρα τῆς βαπτίσεώς του, ὁ ἱερέας πού τόν βάπτιζε, εἶδε ὅτι τό βρέφος αὐτό θά ἀφιέρωνε ἀργότερα τήν ζωή του στόν Θεό, γι’ αὐτό καί τοῦ ἔδωσε τό ὄνομα Θεοδόσιος.
Δέν πέρασε πολύς καιρός καί οἱ γονεῖς του ἀναγκάσθηκαν, μέ διαταγή τοῦ ἡγεμόνα, νά μετοικήσουν μακριά σέ ἄλλη πόλη, στό Κούρκ, στήν ὁποία γεννήθηκε ὁ Ὅσιος Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ. Αὐτό ἦταν οἰκονομία Θεοῦ, γιά νά λάμψει ἐκεῖ ὁ μικρός Θεοδόσιος μέ τήν ἐνάρετη ζωή του. Σέ αὐτή τήν πόλη μεγάλωνε σωματικά ἀλλά αὐξανόταν καί πνευματικά στή σοφία καί στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Μελετοῦσε μέ ἐπιμέλεια τόν Θεῖο Λόγο καί πολύ γρήγορα ἔγινε κάτοχος ὅλης τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Ὅλοι ἔμειναν ἔκπληκτοι ἀπό τή σοφία του, τήν ἀντίληψη καί τήν ταχύτητα ἐκμαθήσεως. Καθημερινά ἐπισκεπτόταν τό ναό τοῦ Θεοῦ καί παρακολουθοῦσε μέ ὅλη του τήν προσοχή τίς ἱερές Ἀκολουθίες. Σέ ἡλικία δεκατριῶν ἐτῶν, ὁ θάνατος τοῦ στέρησε τόν πατέρα. Ἀπό τότε ὁ μακάριος Θεοδόσιος ἔγινε περισσότερο ἀσκητικός. Πήγαινε μαζί μέ τούς ὑπηρέτες τοῦ σπιτιοῦ στά χωράφια καί ἔκανε τό καθετί μέ βαθιά ταπείνωση. Στήν καρδιά του ἀρχίζει νά καλλιεργεῖται ἡ αἴσθηση τῆς πτώχιας καί τῆς ταπεινώσεως. Ἔτσι, σέ νεαρή ἡλικία ἀπεκδύεται τά ἀρχοντικά του ροῦχα, ἐνδύεται μέ τά ἐνδύματα τῶν χωρικῶν, τούς ὁποίους βοηθᾶ σέ κάθε εἴδους ἐργασίας. Ἡ συμπεριφορά του ἐξοργίζει τήν μητέρα του, ἡ ὁποία τόν ἐπιπλήττει καί τόν κτυπᾶ.

Κάποτε ὁ Θεοδόσιος πῆγε σέ ἕνα σιδερά καί παρήγγειλε μία σιδερένια ζώνη. Ὅταν ἑτοιμάσθηκε, τήν πῆρε καί τήν φόρεσε κατάσαρκα, χωρίς νά τήν βγάζει καθόλου ἀπό ἐπάνω του. Ἦταν στενή, ἕσφιγγε πολύ τό σῶμα του καί προξενοῦσε πόνους, πού τούς ὑπέμενε ὅμως καρτερικά σάν νά μήν συνέβαινε τίποτε.
Σέ ἕνα ἑορταστικό γεῦμα, πού θά δινόταν στό μέγαρο τοῦ ἄρχοντα καί θά παρευρίσκονταν ὅλοι οἱ προύχοντες τῆς πόλεως, ἔπρεπε νά πάει καί ὁ Θεοδόσιος, γιά νά ὑπηρετήσει. Ἀναγκάσθηκε λοιπόν ἀπό τή μητέρα του νά ἐνδυθεῖ τήν καλή του στολή. Καθώς τήν φοροῦσε, δέν μπόρεσε νά προφυλαχθεῖ καί τό διακριτικό μάτι τῆς μητέρας πρόσεξε πάνω στή φανέλα στίγματα ἀπό αἷμα. Πλησίασε νά ἐξετάσει καί μόλις διαπίστωσε πώς ὀφειλόταν στό σφίξιμο τῆς σιδερένιας ζώνης, ἄναψε ἀπό τό κακό της. Ὃρμησε πάνω του μέ μανία, ἄρχισε νά τόν κτυπάει, τοῦ ξέσκισε τήν φανέλα καί τοῦ ἀφαίρεσε τή ζώνη ὀργισμένη. Ἀλλά ὁ εὐλογημένος ἐκεῖνος νέος, σάν νά μή συνέβαινε τίποτε, ἐνδύθηκε τά ροῦχα του καί ξεκίνησε εἰρηνικά, γιά νά ὑπηρετήσει στό γεῦμα.
Μία ἡμέρα ἄκουσε στό Εὐαγγέλιο τόν Κύριο νά λέγει: «Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπέρ ἐμέ οὐκ ἔστι μου ἄξιος…». «Μήτηρ μου καί ἀδελφοί μου οὗτοι εἰσιν, οἱ τόν λόγον τοῦ Θεοῦ ἀκούοντες καί ποιοῦντες αὐτόν». Ἐπίσης ἄκουσε κι ἄλλα: «Δεῦτε πρός μέ πάντες οἱ κοπιῶντες καί πεφορτισμένοι, κἀγώ ἀναπαύσω ὑμᾶς. Ἄρατε τόν ζυγόν μου ἐφ’ ὑμᾶς καί μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ ὅτι πρᾶος εἰμί καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ, καί εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν». Μέ τά λόγια αὐτά πυρπολήθηκε ἡ καρδιά τοῦ φωτισμένου ἀπό τόν Κύριο Θεοδοσίου. Καί φλεγόμενος ἀπό θεῖο ἔρωτα, συλλογιζόταν καθημερινά πῶς θά μποροῦσε, κρυφά ἀπό τήν μητέρα του, νά ἐνδυθεῖ τό ἅγιο μοναχικό σχῆμα.
Ἔτσι, ὁ Ὅσιος φεύγει ἀπό τό σπίτι, γιά νά ἔλθει νά ἀσκητέψει στό Κίεβο. Λόγω τοῦ νεαροῦ τῆς ἡλικίας του δέν τόν δέχεται κανένας. Βρίσκει ὅμως πνευματικό καταφύγιο κοντά στόν Ὅσιο Ἀντώνιο. Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος παραδόθηκε τώρα ὁλόψυχα στόν Θεό καί στόν θεοφόρο Γέροντά του Ἀντώνιο. Ἐπιδόθηκε σέ μεγάλες ἀσκήσεις καί βάσταζε μέ χαρά τό ζυγό τῆς μοναχικῆς ζωῆς. Τίς νύχτες τίς ἀφιέρωνε στή δοξολογία τοῦ Κυρίου, ἀρνούμενος τήν ξεκούραση τοῦ ὕπνου. Τίς ἡμέρες, σκληραγωγοῦσε τόν ἑαυτό του μέ τήν ἐγκράτεια, τή νηστεία καί τή χειρωνακτική ἐργασία. Πάντοτε θυμόταν τό ψαλμικό: «Ἴδε τήν ταπείνωσίν μου καί τόν κόπον μου καί ἄφες πάσας τάς ἁμαρτίας μου».
Μάταια ἡ μητέρα του τόν ἀναζητοῦσε. Ὅταν ἐπιτέλους τόν βρῆκε μετά ἀπό ἀρκετά χρόνια, τόν παρακάλεσε νά ἐπιστρέψει σπίτι καί νά μείνει ἐκεῖ μέχρι τό θάνατό της. Ὁ Ὅσιος τήν παρακάλεσε νά γίνει μοναχή καί νά μείνει κάπου ἐκεῖ κοντά. Ἡ μητέρα του τελικά πείσθηκε καί ἔγινε μοναχή στή μονή τοῦ Ἁγίου Νικολάου. Ἀφοῦ ἔζησε μέ μετάνοια τόν ὑπόλοιπο χρόνο τῆς ζωῆς της, κοιμήθηκε μέ εἰρήνη.
Οἱ ἀσκητικοί ἀγῶνες τοῦ Ὁσίου Θεοδοσίου μέσα στό σπήλαιο, πολύ γρήγορα τόν ἀνέδειξαν τροπαιοφόρο νικητή κατά τῶν πονηρῶν πνευμάτων. Ὅταν μάλιστα ἡ μητέρα του ξεπέρασε τόν πόνο της καί ἔγινε μοναχή, τότε ἐπιδόθηκε σέ μεγαλύτερες ἀσκήσεις, φλεγόμενος ἀπό θεῖο ἔρωτα. Μέσα στό σπήλαιο μποροῦσε τότε νά δεῖ κανείς τρεῖς λαμπάδες ἀναμμένες, πού μέ τήν προσευχή καί τή νηστεία διέλυαν τό σκότος τῶν δαιμόνων: τόν Ὅσιο Ἀντώνιο, τόν μακάριο Θεοδόσιο καί τόν μεγάλο Νίκωνα.
Ὅταν ἀργότερα, τό 1062, ὁ ἡγεμόνας ὀργίσθηκε κατά τῶν σπηλαιωτῶν μοναχῶν, ἐπειδή εἶχαν δεχθεῖ στή μονή, τόν βογιάρο Βαρλαάμ καί τόν εὐνοῦχο Ἐφραίμ, ὁ μακάριος Νίκων ἀναγκάσθηκε νά φύγει μέ μερικούς ἀδελφούς. Πῆγε στό Τμουταρακᾶν, στήν ἀνατολική ὄχθη τῆς Ἀζοφικῆς θάλασσας, ὅπου ἵδρυσε μοναστήρι καί ἔμεινε μέχρι τό 1068. Τότε ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος, μέ θέλημα Θεοῦ καί ἐπιθυμία τοῦ Ὁσίου Ἀντωνίου, χειροτονήθηκε ἱερέας. Ὡς ἱερέας τελοῦσε καθημερινά τή Θεία Λειτουργία μέ πνεῦμα ταπεινοφροσύνης. Ξεχώριζες ἐπάνω του τή φυσική πραότητα, τήν ἀταραξία τῶν λογισμῶν καί τήν ἁπλότητα τῆς καρδίας. Ἦταν γεμάτος πνευματική σοφία καί ἔτρεφε ἀγάπη πρός ὅλους ἀδιάκριτα τούς ἀδελφούς, πού μαζεύτηκαν γύρω ἀπό τόν Ὅσιο Ἀντώνιο.
Μετά ἀπό ἀρκετό καιρό ὁ Ὅσιος Ἀντώνιος ἀνέθεσε τήν ἡγουμενία στόν μακάριο Βαρλαάμ καί ἀναχώρησε σέ ἕνα ἥσυχο λόφο. Ἐκεῖ ἄνοιξε ἄλλο σπήλαιο καί συνέχισε τήν ἀσκητική του ζωή.
Ὁ ἡγούμενος Βαρλαάμ καί οἱ ἀδελφοί, ἀφοῦ πῆραν τήν εὐχή καί εὐλογία τοῦ Ὁσίου, συνέχισαν νά ζοῦν ὁσιακά καί ἐνάρετα στό πρῶτο σπήλαιο. Ἐπειδή ὅμως ἡ ἀδελφότητα σιγά-σιγά αὐξήθηκε καί ὁ χῶρος τοῦ σπηλαίου δέν ἐπαρκοῦσε γιά τίς λατρευτικές συνάξεις της, ὁ εὐλαβέστατος Θεοδόσιος καί ὁ μακάριος Βαρλαάμ, μέ τήν εὐλογία τοῦ Ὁσίου Ἀντωνίου, ἔκτισαν ἐπάνω ἀπό τό σπήλαιο ἕνα εὐρύχωρο ξύλινο ἐκκλησάκι, ἀφιερωμένο στήν Κοίμηση τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, γιά νά συναθροίζονται σέ αὐτό οἱ ἀδελφοί καί νά κάνουν τίς Ἀκολουθίες.
Ἡ στενότητα χώρου μέσα στό σπήλαιο καί οἱ κόποι τῆς ἀσκήσεως προξενοῦσαν στούς πατέρες μεγάλες θλίψεις καί ταλαιπωρίες, πού μόνο ὁ Θεός τίς γνωρίζει καί πού γλῶσσα ἀνθρώπου δέν μπορεῖ νά ἐκφράσει. Συντηροῦσαν τόν ἑαυτό τους μέ νερό καί λίγο ψωμί ἀπό σίκαλη. Φαγητό μαγειρεμένο ἔτρωγαν μόνο τό Σαββατοκύριακο καί ὄχι πάντα, γιατί ὁρισμένες φορές δέν ὑπῆρχε, ὁπότε κατέφευγαν στά βρασμένα χόρτα. Ἀνάμεσα στίς ἄλλες ἐργασίες, ἔπλεκαν καθημερινά καλάθια, τά πουλοῦσαν καί μέ τά χρήματα, ἀγόραζαν σιτάρι. Τή νύχτα ἄλεθε ὁ καθένας τό μερίδιό του καί ἔπειτα συγκέντρωναν τό ἀλεύρι, γιά νά φτιάξουν ψωμί. Πρίν ξημερώσει, συναθροίζονταν στήν ἐκκλησία γιά τόν Ὄρθρο. Κατόπιν πήγαιναν στά ἐργόχειρά τους, πού προορίζονταν γιά πούλημα. Ἂν εἶχαν περιθώριο χρόνου, δούλευαν καί στόν κῆπο. Ἔπειτα τελοῦσαν στό ναό τίς Ὧρες καί τή Θεία Λειτουργία καί στή συνέχεια, παίρνοντας λίγο ψωμί, συνέχιζαν τίς ἐργασίες τους, πού διαρκοῦσαν ὡς τήν ὥρα τοῦ Ἑσπερινοῦ καί τοῦ Ἀποδείπνου. Ἔτσι μοχθοῦσαν κάθε ἡμέρα, ἀφοσιωμένοι στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος, πού ἦταν τώρα καί ἱερέας, κατέπλησσε ὅλους τούς ἄλλους ἀδελφούς μέ τή νηστεία, τήν ἀνδρεία, τήν ἐργατικότητα, τήν ταπεινοφροσύνη καί τήν ὑπακοή του. Ἦταν πρόθυμος νά τούς ἐξυπηρετεῖ ὅλους. Μετέφερε νερό ἢ ξύλα ἀπό τό δάσος. Ὁρισμένες φορές, ἐνῷ οἱ ἀδελφοί ἀναπαύονταν, μάζευε τό σιτάρι πού ἔπρεπε νά ἀλέσουν ἐκεῖνοι καί τό ἄλεθε ὁ ἴδιος, ἐργαζόμενος καί προσευχόμενος ὅλη τή νύχτα.
Ἀλλά συνέβη κάποτε νά προσκληθεῖ ὁ μακάριος Βαρλαάμ, ὁ ἡγούμενος τῆς ἀδελφότητας, ἀπό τόν ἡγεμόνα Ἰζιασλάβο, γιά νά ἀναλάβει τήν ἡγουμενία τῆς μονῆς τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου, πού ὁ ἴδιος εἶχε ἱδρύσει.
Ὅταν, λοιπόν, ὁ μακάριος Βαρλαάμ ἔφυγε γιά τό μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, οἱ ἀδελφοί πῆγαν καί ζήτησαν ὁμόφωνα ἀπό τόν Ὅσιο Ἀντώνιο νά τοποθετήσει ἡγούμενο τόν Ὅσιο Θεοδόσιο. Ὁ Ὅσιος Ἀντώνιος συμφώνησε. Μέ τήν εὐλογία του ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος ἔγινε ἡγούμενος τῶν εἴκοσι ἀδελφῶν. Ὁ ἀξιοθαύμαστος Θεοδόσιος, ἂν καί ἔγινε ἡγούμενος, δέν ἀπέβαλε τό ταπεινό φρόνημα, ἀλλά θυμόταν πάντα τά λόγια τοῦ Κυρίου: «Ὃς ἂν θέλῃ ἐν ὑμῖν εἶναι πρῶτος, ἔσται ὑμῶν δοῦλος». Ταπείνωνε τόν ἑαυτό του καί γινόταν ἔσχατος καί ὑπηρέτης ὅλων. Στό καθετί παρεῖχε τόν ἑαυτό του, τύπο καλῶν ἔργων. Στήν ἐργασία καί στό ναό ἦταν ὁ πρῶτος πού πήγαινε καί τελευταῖος πού ἔφευγε. Οἱ δεήσεις τοῦ δικαίου Θεοδοσίου ἔφεραν πολλές εὐλογίες καί ἡ ζωή τῆς ἀδελφότητας ἄνθιζε καί προόδευε. Σάν τό σπόρο πού ἔπεσε σέ εὔφορη γῆ καί ἔφερε καρπό ἑκατονταπλάσιο, ἔτσι μεγάλωσε σέ μικρό χρονικό διάστημα ἡ ἀδελφότητα καί ἔφθασε τούς ἑκατό ἀδελφούς. Καί ὅλοι προόδευαν μέ τήν ἐνάρετη ζωή τους καί τήν προσευχή.
Πιστός ὁ Ἅγιος Θεοδόσιος στίς παραδόσεις τοῦ Ὁσίου Ἀντωνίου ζεῖ μία σκληρή ἀσκητική ζωή καί συνεχή μετάνοια, προσευχή ἀλλά καί χαρά. Ἡ ὄψη του ἦταν πάντοτε φωτισμένη, ἱλαρή καί ἀντανακλοῦσε τήν χαρά τοῦ Πάσχα. Ἀπό τίς ἀρετές του ξεχώριζαν δύο: ἡ ταπείνωση καί ἡ ἀγάπη. Ἡ εὐσπλαχνία τοῦ Ὁσίου στρεφόταν ὄχι μόνο πρός τούς πάσχοντες ἀδελφούς, τούς ἀσθενεῖς καί τούς φτωχούς, ἀλλά καί πρός ἐκείνους πού τόν ἀδικοῦσαν ἢ ἔβλαπταν τό μοναστήρι. Ὁ Ἅγιος Θεός τόν προίκισε μέ τό χάρισμα τῆς διακρίσεως καί τῆς θαυματουργίας.
Ὁ εὐσεβής Στουδίτης μοναχός Μιχαήλ, πού προερχόταν ἀπό τήν Ἑλλάδα, βρισκόταν τότε κοντά στήν ἀδελφότητα. Εἶχε ἔλθει ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη, συνοδεύοντας τόν νεοχειροτόνητο Μητροπολίτη Κιέβου Γεώργιο (1062). Πληροφόρησε, λοιπόν, τόν Ὅσιο Θεοδόσιο γιά τή θεάρεστη ζωή τῶν Στουδιτῶν μοναχῶν, ζωή πού ἀξιώθηκε καί ὁ ἴδιος νά ζήσει. Οἱ πληροφορίες αὐτές ἄρεσαν πολύ στόν Ὅσιο. Χωρίς καθυστέρηση, ἀποστέλλει κάποιον ἀδελφό στήν Κωνσταντινούπολη μέ τήν ἐντολή νά βρεῖ τόν μοναχό Ἐφραίμ, τόν εὐνοῦχο, πού τότε ἐπέστρεφε ἀπό τούς Ἁγίους Τόπους καί νά τοῦ ἀναθέσει τό σπουδαῖο αὐτό ἔργο: νά ἐπισκεφθεῖ δηλαδή τή μονή τοῦ Στουδίου, νά γνωρίσει ὁ ἴδιος μέ τόν ἀκριβέστερο τρόπο τήν τάξη καί τό Τυπικό της καί νά καταγράψει ὅλα μέ κάθε λεπτομέρεια.
Πράγματι, ὁ μακάριος Ἐφραίμ, σύμφωνα μέ τήν ἐντολή τοῦ Ὁσίου, παρακολούθησε τήν τάξη τῆς μονῆς, κατέγραψε μέ ἀκρίβεια τό Τυπικό καί ἐπέστρεψε. Μόλις πῆρε στά χέρια του ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος τό κείμενο, ἔδωσε ἐντολή νά διαβασθεῖ σέ ὅλη τήν ἀδελφότητα. Ἀπό τότε ἡ Πετσέρσκαγια Λαύρα ἄρχισε νά ἐφαρμόζει τό Στουδίτικο Τυπικό. Ἀπό ἐκεῖ τό παρέλαβαν καί τά ἄλλα μοναστήρια, ὅπως ἀκριβῶς τό ἐφάρμοσε ὁ Ὅσιος. Ἔτσι, ὅλες οἱ Ρωσικές μονές, πού προηγουμένως δέν γνώριζαν τό καθαυτό μοναστηριακό τυπικό, τώρα ἔστρεφαν τά βλέμματα στή Λαύρα τοῦ Ὁσίου Θεοδοσίου καί τή θεωροῦσαν γιά τό καθετί ὡς πρότυπό τους.
Ὁ Ὅσιος νουθετοῦσε πάντοτε τούς μοναχούς λέγοντας: «Σᾶς ἱκετεύω, ἀδελφοί. Ἂς προοδεύσουμε στή νηστεία καί στήν προσευχή, ἂς φροντίσουμε γιά τή σωτηρία τῶν ψυχῶν μας, ἂς ἐπιστρέψουμε ἀπό τίς κακίες μας καί τούς δρόμους τοῦ πονηροῦ. Ἂς πλησιάζουμε τόν Θεό μέ στεναγμούς, μέ δάκρυα, μέ τή μετάνοια, τίς ἀγρυπνίες καί τήν ὑπακοή, ὥστε νά ἀποσπάσουμε τό ἔλεός Του. Καί ἂς μισήσουμε τόν παρόντα κόσμο, ἔχοντας πάντοτε στή σκέψη μας τά λόγια τοῦ Κυρίου. Ἔτσι κι ἐμεῖς, ἀδελφοί, πού ἀπαρνηθήκαμε τόν κόσμο, ἂς ἀπαρνηθοῦμε καί τά πράγματα τοῦ κόσμου. Ἂς μισήσουμε τό ψέμα, πού μᾶς ἑλκύει σέ πράγματα ἐλεεινά, καί ἂς μήν στραφοῦμε στίς πρῶτες ἁμαρτίες μας. Πῶς θά ἀποφύγουμε τήν αἰώνια κόλαση, ἂν τελειώσουμε τήν ζωή μας μέ ὀκνηρία καί χωρίς μετάνοια; Ἡ μετάνοια εἶναι τό κλειδί τῆς βασιλείας τῶν Οὐρανῶν καί χωρίς αὐτή κανείς δέν μπορεῖ νά τήν κερδίσει. Εἶναι ὁ δρόμος πού ὁδηγεῖ στήν αἰώνια πατρίδα. Ἂς τόν ἀκολουθήσουμε μέ φόβο Θεοῦ καί ἂς στερεώσουμε ἐπάνω του γερά τά βήματά μας. Στήν ὁδό τῆς μετάνοιας δέν πλησιάζει ὁ πονηρός, καί παρόλο πού τώρα εἶναι τεθλιμμένη, ἀργότερα θά μᾶς γεμίσει χαρά. Προτοῦ πλησιάσουν οἱ ἔσχατες ἡμέρες, ἂς πάρουμε τό δρόμο αὐτό, γιά νά κερδίσουμε τά μέλλοντα ἀγαθά».
Ὁ Ὅσιος, σέ ἡλικία μόλις σαράντα πέντε ἐτῶν, προαισθάνθηκε τό τέλος του. Κάλεσε τούς συνασκητές του καί τούς ἔδωσε τίς τελευταῖες του πατρικές συμβουλές γιά τήν σωτηρία τῆς ψυχῆς τους. Τούς ὑπέδειξε νά ἐκτελοῦν μέ προσοχή τά διακονήματά τους, νά ἐπιμελοῦνται ἰδιαίτερα τό ναό καί νά εἰσέρχονται σέ αὐτόν μέ πολλή εὐλάβεια καί φόβο Θεοῦ, νά ἔχουν ἀγάπη μεταξύ τους καί ὑπακοή στούς μεγαλύτερους, νά ἐπιδίδονται στήν ἄσκηση καί τή νηστεία.
Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος κοιμήθηκε μέ εἰρήνη τό 1074 μ.Χ. Πολλοί Χριστιανοί, χωρίς κανείς νά τούς εἰδοποιήσει, σάν νά τούς ἔσπρωχνε κάποια θεία δύναμη, μαζεύτηκαν ἔξω ἀπό τήν πύλη τῆς μονῆς καί περίμεναν κλαίγοντας τήν ὥρα τῆς ἐκφορᾶς. Οἱ ἀδελφοί, σύμφωνα μέ τήν παραγγελία τοῦ Ὁσίου, εἶχαν ἀσφαλισμένη τήν πόρτα. Ὅσο ὑπῆρχε ὁ κόσμος αὐτός, οἱ ἀδελφοί δέν μποροῦσαν νά ξεκινήσουν γιά τόν ἐνταφιασμό. Εὐτυχῶς ὅμως, κατά θεία βούληση, ὁ οὐρανός σκεπάσθηκε ξαφνικά μέ σύννεφα καί μία δυνατή βροχή σκόρπισε τά πλήθη πού περίμεναν. Ἔτσι οἱ ἀδελφοί μπόρεσαν νά κάνουν τήν ἐκφορά. Ἔφεραν τό τίμιο σκήνωμα τοῦ Ὁσίου Θεοδοσίου στό σπήλαιο πού ἀσκήτευε καί τό ἐνταφίασαν ἐκεῖ μέ τιμές.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Pin It
footer

Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ