15 Ἅγιος Ἱερομάρτυς Εὐθύμιος, κατά κόσμον Εὐστράτιος Ἀγρίτης ἢ Ἀγριτέλλης, γεννήθηκε στίς 6 Ἰουλίου 1876 στά Παράκουλα τῆς Λέσβου. Σέ ἡλικία μόλις ἐννέα ἐτῶν, ὁ Εὐστράτιος εἰσέρχεται στήν ἱερά μονή Λειμῶνος, ὅπου ὁ ἡγούμενος, ἀρχιμανδρίτης Ἄνθιμος Γεωργιέλλης, τοῦ ἔδωσε τό ὄνομα Εὐθύμιος.
Τό 1889 γράφεται στή Λειμωνιάδα Σχολή καί γιά ἕνδεκα χρόνια παρακολουθεῖ τά μαθήματα καί τή χριστομάθεια τοῦ ὑποδειγματικοῦ αὐτοῦ ἀρρεναγωγείου. Τό 1892 ἀποφοιτᾶ ἀπό τή Σχολή παίρνοντας τό ἀπολυτήριο μέ ἄριστα, πράγμα πού τοῦ ἔδωσε τήν εὐκαιρία νά ἐγγραφεῖ τό 1900 στή Θεολογική Σχολή τῆς Χάλκης ὡς ὑπότροφος τῆς μονῆς Λειμῶνος. Τό 1906 χειροτονεῖται διάκονος στή μονή Χάλκου ἀπό τόν Μητροπολίτη Γρεβενῶν Ἀγαθάγγελο καί τήν ἑπόμενη χρονιά ὑποβάλλει στή Σχολή γιά τήν ἀπόκτηση τοῦ πτυχίου του διδακτορική διατριβή μέ θέμα: «Σκοπός τοῦ Μοναχικοῦ βίου στήν Ἀνατολή μέχρι τόν 9ο αἰῶνα μ.Χ.».

Ἀφοῦ παίρνει τό πτυχίο του μέ ἄριστα, ἐπιστρέφει στή μονή Λειμῶνος στή Λέσβο καί διορίζεται ἱεροκήρυκας ἀπό τόν Μητροπολίτη Μηθύμνης Στέφανο (Σουλίδη). Ἀπό τήν θέση αὐτή διακρίνεται γιά τή ρητορική του δεινότητα, τό πλούσιο περιεχόμενο τοῦ λόγου του καί ἐπισκέπτεται τά χωριά καί τίς κωμοπόλεις τῆς ἐπαρχίας, εὐαγγελίζοντας τόν Χριστό καί κηρύττοντας τήν ἀγάπη γιά τήν Πατρίδα. Τόν ἴδιο χρόνο διορίζεται Σχολάρχης στή Σκόπελο, ὅπου καί παραμένει ἕνα ἔτος.
Τό 1910 χειροτονεῖται πρεσβύτερος καί ἀργότερα ἀναλαμβάνει πρωτοσύγκελλος τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μηθύμνης. Τό 1911 χειροτονεῖται στήν Κωνσταντινούπολη Ἐπίσκοπος καί ἀναλαμβάνει νά διαποιμάνει τή Ἐπισκοπή Ζήλων. Ἀπό τήν Ἀμισό (Σαμψούντα), ὅπου ἐγκαθίσταται, ἐπιδίδεται σέ ἕναν εὐγενή καί σπάνιο ἀγώνα γιά τήν μόρφωση τῶν Ἑλλήνων τῆς περιοχῆς, ἔχοντας στήν εὐθύνη του 340 περίπου ἐνορίες καί 150.000 Ἕλληνες. Τό 1913 ὁ Ἐπίσκοπος Εὐθύμιος τοποθετεῖται στήν ἐπαρχία Πάφρας. Σέ διάρκεια δέκα ἐτῶν, σημειώνει λαμπρή πνευματική τροχιά καί ἡγετική πορεία, κτίζοντας στήν Πάφρα καί σέ πολλά χωριά, σχολεῖα, ἀρρεναγωγεῖα καί παρθεναγωγεῖα καί ἐκκλησίες, φροντίζοντας γιά τήν τοποθέτηση δασκάλων καί ἱερέων, ἀπαραίτητων γιά τήν ἐθνική καί πνευματική ἀνάπτυξη τῆς περιοχῆς.
Τό 1914 πολλοί Παφρηνοί, μέ τήν προτροπή τοῦ Εὐθυμίου, ἀρνήθηκαν νά καταταγοῦν στόν Τουρκικό στρατό καί βγῆκαν στά βουνά ὡς φυγόστρατοι, ὅπου ἀρχίζουν νά δημιουργοῦνται τά πρῶτα ἀντάρτικα τμήματα. Φοβερή γενοκτονία ξεσπᾶ, ἰδιαίτερα στήν περιοχή τῆς Πάφρας καί Σαμψούντας, μεταβάλλοντας τήν δράση τοῦ Ἐπισκόπου Εὐθυμίου ἀπό προσπάθεια ἀναπτύξεως σέ προσπάθεια περισσυλογῆς. Τό 1917 ἀναλαμβάνει ἡγετικό ρόλο σέ ἔνοπλες ὁμάδες ἀνταρτῶν κατευθύνοντάς τις κατά τοῦ Τουρκικοῦ στρατοῦ καί τῶν ἄλλων ἐνόπλων, πού δροῦσαν ὡς ἔμμισθοι τῶν Τούρκων κατά τῶν Ἑλλήνων.
Τήν περίοδο 1914 – 1916 καί 1918 – 1919, μέ τήν ὑπογραφή τῆς ἀνακωχῆς, παρότρυνε ὅλα τά σχολεῖα καί τόν λαό τοῦ Πόντου νά παραστοῦν σύσσωμοι στήν ἐτήσια τελετή τῆς ἀναπαραστάσεως τῆς αὐτοκτονίας τῶν τριάντα καί πλέον νεαρῶν κοριτσιῶν τοῦ Ἀσάρ τῆς Πάφρας. Ἡ τελετή αὐτή πραγματοποιεῖτο κατά τήν ἐπέτειο τῆς 25ης Μαρτίου, ὡς ἀνάμνηση τῆς αὐτοθυσίας τῶν νεαρῶν κοριτσιῶν, πού ἔπεσαν τό 1860 ἀπό τό κάστρο τοῦ Ἄλυ καί αὐτοκτόνησαν, γιά νά μήν πέσουν στά χέρια τῶν Τούρκων.
Τόν Ἀπρίλιο τοῦ 1917, μεγάλη δύναμη τοῦ Τουρκικοῦ στρατοῦ περικυκλώνει στό βουνό Νελτές τή μονή τῆς Παναγίας, τῆς Μάαρα, κλείνοντας 650 γυναικόπαιδα καί 60 ἔνοπλους ἀντάρτες. Μετά ἀπό ἑξαήμερη ἀντίσταση, οἱ περισσότεροι ἔγκλειστοι σκοτώνονται ἢ αὐτοκτονοῦν. Τό 1919, σέ ἀνταπόδοση τῶν προηγουμένων, ἀνήμερα τῆς Παναγίας, ὁ Εὐθύμιος συγκεντρώνει 12.000 ἀντάρτες ἔξω ἀπό τήν κωμόπολη Τσασούρ μέ γενικό ἀρχηγό τόν Κυριάκο Παπαδόπουλο μέ ἀποτέλεσμα τήν ὁλοσχερή καταστροφή τῆς πόλεως καί τόν ἀφανισμό τῶν Τούρκων ἐνόπλων. Ἀπό ἐκείνη τήν ἡμέρα οἱ Τούρκοι καταζητοῦν τόν Εὐθύμιο, θεωρώντας τόν ἐπίσημο ἀρχηγό τῶν ἀνταρτῶν τοῦ Δυτικοῦ Πόντου.
Τό 1921, μέ ἀπόφαση τῆς Κεμαλικῆς κυβερνήσεως, ὅλοι οἱ Μητροπολίτες, οἱ Ἐπίσκοποι καί οἱ ἀρχιμανδρίτες τοῦ Πόντου ὄφειλαν νά ἐγκαταλείψουν τόν Πόντο καί νά φύγουν ἀπό τίς ἕδρες τους. Οἱ μόνοι πού δέν ὑπάκουσαν στήν ἐντολή αὐτή ἦσαν ὁ Μητροπολίτης Τραπεζοῦντος Χρύσανθος, ὁ Ἐπίσκοπος Εὐθύμιος καί ὁ Ἀρχιμανδρίτης Ἀμασείας πρωτοσύγκελλος Πλάτων Ἀϊβαζίδης. Στίς 21 Ἰανουαρίου τοῦ ἴδιου ἔτους, οἱ Κεμαλικοί συλλαμβάνουν τόν Εὐθύμιο, τόν Ἀρχιμανδρίτη Ἀϊβαζίδη μαζί μέ προύχοντες τῆς πόλης. Ὁ Ἅγιος Εὐθύμιος ὁδηγεῖται στήν Ἀμάσεια, ὅπου καταδικάζεται σέ θάνατο καί κλείνεται στίς φυλακές Σούγια τῆς Ἀμασείας, πού ἔχουν μετατραπεῖ σέ τόπο κολάσεως ἀπό τίς ὀδύνες καί τόν πόνο τῶν βασανιστηρίων, ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Εὐθύμιος ὑποκύπτει ἀπό τό βάρος τῶν πληγῶν του τό 1921 καί λαμβάνει τόν ἀμαράντινο στέφανο τοῦ μαρτυρίου.
Τό 1992 ὁ Εὐθύμιος κατατάσσεται στή χορεία τῶν Ἁγίων ἀπό τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Τό 1998 ἀνοικοδομεῖται παρεκκλήσιο πρός τιμήν τοῦ Ἁγίου στή μονή Λειμῶνος, στήν Ἱερά Μητρόπολη Μηθύμνης.
Ἡ μνήμη του ἑορτάζεται, ἐπίσης, τήν Κυριακή πρό τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Pin It
footer

Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ