15 Ἅγιος Ἱερομάρτυς Ἀνδρόνικος, κατά κόσμον Βλαδίμηρος Νικόλσκϊυ, ἐγεννήθηκε τήν 1η Αὐγούστου 1870 στό χωριό Ποβοντνέβο τῆς Ἐπισκοπῆς Γιαροσλάβλ τῆς Ρωσίας καί ὁ πατέρας του ἦταν διάκονος. Ἐσπούδασε στή σχολή τοῦ Γιαροσλάβλ καί τό 1891 συνέχισε τίς σπουδές του στή θεολογική ἀκαδημία τῆς Μόσχας. Τήν 1η Αὐγούστου 1893, μέ τήν εὐλογία τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κροστάνδης, ἐκάρη μοναχός καί στί 6 Αὐγούστου ἐχειροτονήθηκε διάκονος. Τό 1895 ἐτελείωσε τή θεολογική ἀκαδημία καί στίς 22 Ἰουλίου τοῦ ἰδίου ἔτους ἐχειροτονήθηκε πρεσβύτερος.
Ὁ νέος ἱερέας Ἀνδρόνικος ἐξεκίνησε τή διακονία του ἀπό τόν Καύκασο, ὅπου διορίσθηκε βοηθητικός ἐπιθεωρητής τῆς ἐκκλησιαστικῆς σχολῆς τοῦ Κουτάϊσι. Τό 1897 ἀπεστάλη στό Ρώσικο Ὀρθόδοξο ἱεραποστολικό κλιμάκιο τῆς Ἰαπωνίας. Ἀναχώρησε γιά τή νέα του θέση περίλυπος ἀπό τήν Ἁγία Πετρούπολη, στίς 21 Σεπτεμβρίου 1897. Ἔφθασε στήν Ὀδησσό καί ἀπό ἐκεῖ ἀνεχώρησε μέ τόν ἀρχιμανδρίτη Σέργιο (Στραγκορόντσκϊυ) γιά τήν Ἰαπωνία, ὅπου ἔφθασε στίς 26 Δεκεμβρίου. Ἔγραφε γιά τό ταξίδι αὐτό τά ἀκόλουθα: «Ὁ διορισμός μου αὐτός μέ κατέστησε τόσο περίλυπο πού ἔκλαψα. Θά ἤμουν εὐτυχής νά μήν εἶχε συμβεῖ. Δέν πρέπει ὅμως νά ζήσω, ὅπως ἐγώ θέλω, ἀλλά ὅπως ὁ Θεός κελεύει».

Μετά δύο ἔτη ἐπέστρεψε στή Ρωσία, στήν πόλη Ἄρντον, καί ἀνέλαβε, μετά ἀπό παράκληση τοῦ Ἐπισκόπου καί φίλου του, τή διεύθυνση ἑνός ἐκκλησιαστικοῦ σχολείου.
Λίγα χρόνια ἀργότερα, τό 1906, ἐκλέγεται Ἐπίσκοπος τοῦ Κιότο καί ἀναλαμβάνει τά καθήκοντά του ὡς Βοηθός Ἐπίσκοπος τοῦ Ἁγίου Νικολάου τῆς Ἰαπωνίας.
Τό 1907, ἐκλέγεται ἀναπληρωτής τοῦ Ἐπισκόπου Εὐλογίου τοῦ Χόλμ καί, τό 1908, ἀναλαμβάνει τά καθήκοντά του ὡς Ἐπίσκοπος μίας περιφέρειας τοῦ Νόβγκοροντ. Τό κήρυγμά του εἶναι δυναμικό καί ἀνδρεῖο.
Στίς 30 Ἰουλίου 1914, ἡ Ἐκκλησία τόν τοποθετεῖ ὡς Ἐπίσκοπο Περμίας καί Σολικάμσκ. Ὁ Α’ Παγκόσμιος πόλεμος ἀρχίζει. Ὁ Ἅγιος Ἀνδρόνικος διαβλέπει τή βαριά δοκιμασία καί τό φοβερό τοῦ πολέμου, πού χαρακτηρίζει πλήρη βαρβαρότητα, ἠθική πτώχευση καί πνευματική διαστροφή.
Ἀμέσως μετά τόν πόλεμο ξεσπᾶ ἡ ἐσωτερική δοκιμασία τοῦ Ρωσικοῦ λαοῦ. Τό τσάρικο καθεστώς πέφτει μέ τήν ἐπανάσταση τῶν Μπολσεβίκων. Ἔτσι, ὅταν, τό 1918, ἐδημοσιεύθηκε στήν Περμία τό διάταγμα γιά τήν «ἐλευθερία τῆς συνειδήσεως» καί τό χωρισμό Ἐκκλησίας καί κράτους, ὁ Ἅγιος Ἀνδρόνικος ἀντιστέκεται καί θεωρεῖ τούς ἐπαναστάτες ἐχθρούς τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Πατριάρχης Τύχων τόν ἀνυψώνει στή θέση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καί ὁ Ἅγιος Ἀνδρόνικος γράφει πρός αὐτόν: «Εἶμαι, πρός τό παρόν, ἐλεύθερος, ἀλλά γνωρίζω, ὅτι σύντομα θά μέ συλλάβουν».
Πράγματι! Ὁ Ἅγιος Ἀνδρόνικος συνελήφθη ἀπό τούς ἐπαναστάτες, στίς 4 Ἰουνίου 1918, στίς τρεῖς μετά τά μεσάνυχτα. Ὁ ἐπαναστάτης Μυασνίκωφ ἔγραψε στά ἀπομνημονεύματά του: «Ἐπήγαμε γιά πέντε βέρστια κατά μῆκος τῆς Σιβηρικῆς ἐθνικῆς ὁδοῦ. Ὁδηγηθήκαμε σέ ἕνα δάσος καί ἐκεῖ ἐσταματήσαμε τά ἄλογα. Ἔδωσα στόν Ἀνδρόνικο ἕνα φτυάρι καί τόν διέταξα νά σκάψει ἕνα τάφο. Ὅταν τελείωσε, προσευχήθηκε πρός ὅλες τίς κατευθύνσεις καί μετά εἶπε ὅτι περιμένει. Εἶπα ὅτι δέν θά τόν ἐπυροβολοῦσα, ἀλλά θά τόν ἔθαβα ζωντανό, ἂν ἀκύρωνε ὅλα ὅσα εἶχε γράψει καί πεῖ ἐναντίον μας. Ἐκεῖνος ἀρνήθηκε. Τόν ἐσκεπάσαμε μέ λίγο χῶμα καί τόν πυροβολίσαμε».

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Pin It
footer

Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ