19όν καιρό πού τά μαῦρα σύννεφα τῆς εἰδωλολατρείας σκέπαζαν ἀπειλητικά ὅλη τήν οἰκουμένη, στά τέλη δηλαδή τοῦ τρίτου αἰώνα μετά Χριστόν, γεννήθηκε στή Νικομήδεια τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ὁ Ἅγιος μεγαλομάρτυρας Παντελεήμων. Τήν ἐποχή ἐκείνη αὐτοκράτορας τῆς Ρώμης ἦταν ὁ φοβερός διώκτης τῶν Χριστιανῶν, ὁ Μαξιμιανός.
Ὁ πατέρας του λεγόταν Εὐστόργιος καί ἦταν εἰδωλολάτρης ἀξιωματοῦχος, μέλος τῆς συγκλήτου. Ἡ μητέρα του λεγόταν Εὐβούλη καί ἦταν θερμή Χριστιανή. Τό ὄνομα πού ἔδωσαν στό παιδί τους ἦταν Παντολέον.
Ὁ Παντολέον ἦταν πολύ ἔξυπνος, εὐγενικός, ἐπιμελής, ταπεινός καί πράος, γεμάτος ἀρετή, παρ’ ὅλο πού ἀκόμη δέν εἶχε βαπτιστεῖ Χριστιανός. Ὅταν μεγάλωσε, ὁ πατέρας του τόν παρέδωσε σ’ ἕνα φημισμένο γιατρό, τόν Εὐφρόσυνο, γιά νά τοῦ διδάξει τήν ἰατρική ἐπιστήμη. Σέ λίγο καιρό ὁ Παντολέον ξεπέρασε ὅλους τους συνομήλικούς του στήν μόρφωση καί ὅλοι μιλοῦσαν μέ θαυμασμό γιά τό χαρακτήρα του. Ὁ ἴδιος ὁ αὐτοκράτορας, μαθαίνοντας γιά τήν ἀρετή καί τήν ἐξυπνάδα του, τόν προόριζε γιά νά γίνει γιατρός στό παλάτι, ὁ γιατρός τῶν ἀνακτόρων.
Τόν ἴδιο καιρό, ὁ γέροντας ἱερέας τῆς Νικομήδειας Ἐρμόλαος, φωτισμένος ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα, κάλεσε στό σπίτι πού κρυβόταν τόν Παντολέοντα γιά νά τόν γνωρίσει. Ἀφοῦ συνομίλησαν γιά πολλή ὥρα, ὁ Ἐρμόλαος κατενθουσιάστηκε ἀπό τίς ἀρετές πού κοσμοῦσαν τό νέο καί ἀποφάσισε νά τοῦ γνωρίσει τήν πίστη στόν Χριστό. Ἔτσι ἀναπτύχθηκε ἀνάμεσά τους μιά ἄριστη πνευματική σχέση. Ὁ Παντολέον ἐπισκεπτόταν καθημερινά τόν Ἅγιο Ἐρμόλαο καί ἀπολάμβανε τούς Χριστιανικούς του λόγους. Στερεωνόταν ἔτσι, σιγά - σιγά, στήν ἀληθινή πίστη.
Ἕνα ἐντυπωσιακό γεγονός κάνει τόν Παντολέοντα νά πάρει τή σοβαρή καί γενναία ἀπόφαση νά δεχθεῖ τό Ἅγιο Βάπτισμα, νά γίνει Χριστιανός. Ἐνῶ περπατοῦσε στόν δρόμο συνάντησε ἕνα παιδί πού τό δάγκωσε μία ὀχιά καί πέθανε. Λέει λοιπόν στόν ἑαυτό του: Θά προσευχηθῶ στόν Χριστό νά ἀναστήσει αὐτό τό παιδί καί ἂν πράγματι τό παιδί ἀναστηθεῖ, ἐγώ πιά δέν ὑπάρχει λόγος νά καθυστερῶ τήν βάπτισή μου, θά γίνω Χριστιανός, θά πιστέψω ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁ Θεός ὁ ἀληθινός, ὁ Σωτήρας τοῦ κόσμου. Αὐτά σκέφτηκε καί προσευχήθηκε θερμά στόν Κύριο. Ἀμέσως τό παιδί ζωντάνεψε καί τό φίδι πέθανε.
Γεμάτος χαρά ὁ Παντολέον τρέχει στό γέροντα Ἐρμόλαο, τοῦ διηγεῖται τό θαῦμα καί τοῦ ζητᾶ νά τόν βαπτίσει. Καί ὁ Ἐρμόλαος, ἐπειδή γνώριζε ποιός ὁδηγεῖται στήν τελειότητα, γεμάτος συγκίνηση ὁδήγησε στό φωτισμό τοῦ Θείου Βαπτίσματος τόν Παντολέοντα.
Ἀπό τότε ὁ Παντολέον ἔγινε ἀνάργυρος ἰατρός. Θεράπευε μέ τή δύναμη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τούς ἀσθενεῖς, χωρίς νά παίρνει καθόλου χρήματα. Ἀκόμη, ὅταν εὕρισκε φτωχούς τούς βοηθοῦσε ποικιλότροπα, δίνοντάς τους χρήματα καί ἄλλα ἀναγκαῖα εἴδη. Ἕνα ἀπό τά πιό ἐντυπωσιακά θαύματα τοῦ Ἁγίου ἦταν ἡ θεραπεία ἐνός τυφλοῦ, μέ τή δύναμη καί πάλι τοῦ παντοδύναμου Θεοῦ μας, τοῦ Χριστοῦ.
Οἱ θαυμαστές θεραπεῖες τοῦ Ἁγίου προκάλεσαν τό θαυμασμό τῶν κατοίκων τῆς Νικομήδειας, ἀλλά καί τό μίσος καί τό φθόνο τῶν ἄλλων ἰατρῶν τῆς πόλης. Οἱ τελευταῖοι κατάγγειλαν τόν Παντολέοντα στόν αὐτοκράτορα Μαξιμιανό, τόν φοβερό αὐτό διώκτη τοῦ Χριστιανισμοῦ.
Ὁ Μαξιμιανός κάλεσε τόν Ἅγιο στά ἀνάκτορα γιά νά ζητήσει ἐξηγήσεις. Ὁ Ἅγιος ὁμολόγησε μέ θάρρος ὅτι εἶναι Χριστιανός. Ὁ αὐτοκράτορας στήν ἀρχή προσπάθησε νά τόν πείσει μέ διάφορες κολακεῖες καί ὑποσχέσεις νά ἀρνηθεῖ τόν Χριστό καί νά θυσιάσει στά εἴδωλα. Ὁ Παντολέον ὅμως ἔμεινε πιστός καί ἀκλόνητος. Δέν ἀρνήθηκε. Δέν πρόδωσε τόν Χριστό.
Ὁ αὐτοκράτορας ἐξαγριωμένος, διέταξε φοβερά βασανιστήρια, γιά νά κλονίσει τόν Ἅγιο καί νά τόν ἐξαναγκάσει νά θυσιάσει στά εἴδωλα.
Οἱ στρατιῶτες τοῦ αὐτοκράτορα, ἄρχισαν νά τοῦ ξέουν τή σάρκα μέ μαχαίρια καί νά καῖνε τίς πληγές μέ λαμπάδες. Ὁ Χριστός, ὅμως, ἦλθε σέ βοήθεια τοῦ Ἁγίου καί τοῦ θεράπευσε τίς πληγές, φωτίζοντάς τον μέ ἀστραπές. Στή συνέχεια ἔβαλαν τόν Παντολέοντα μέσα σέ ἕνα καζάνι πού ἔβραζε. Μέ τή βοήθεια ὅμως καί πάλι τοῦ Θεοῦ ὁ Ἅγιος ἔμεινε σῶος καί ἀβλαβής καί ἡ φωτιά θαυματουργικά ἔσβησε. Ἀκολούθως βύθισαν τόν Ἅγιο στά βάθη τῆς θάλασσας, ἀφοῦ ἔδεσαν στό λαιμό του μιά τεράστια πέτρα. Ὁ Χριστός, ὅμως, ἔκανε τήν πέτρα πιό ἐλαφριά ἀπό φύλλο καί ἔδωσε στόν Παντολέων τήν δύναμη νά περπατᾶ πάνω στά νερά. Ἔτσι σῶος καί ἀβλαβής, βγῆκε στή στεριά. Στή συνέχεια ἔρριξαν τόν Ἅγιο σέ πεινασμένα ἄγρια θηρία. Ὅμως τά ζῶα, ἀντί νά τόν κατασπαράξουν, ἔγλειφαν ἤρεμα καί εἰρηνικά μέ τή γλώσσα τους τά πόδια του, κουνόντας τίς οὐρές τους.
Ἔκπληκτος ἀλλά καί ἐξαγριωμένος ὁ ἡγέμονας, διατάσσει τόν ἀποκεφαλισμό τοῦ Ἁγίου. Ὅμως, θαυματουργικῶς, τό ξίφος λυγίζει καί ἀντί αἷμα τρέχει γάλα. Λίγο πρίν ἀπό τό μαρτυρικό διά ἀποκεφαλισμοῦ θάνατο τοῦ Ἁγίου, ἀκούσθηκε φωνή ἀπ’ τόν οὐρανό. Ἦταν ἡ φωνή τοῦ Θεοῦ πού τοῦ ἔδωσε τό ὄνομα Παντελεήμων, πού σημαίνει τόν Ἅγιο πού ὅλους τους βοηθᾶ καί τούς ἐλεεῖ ἀκόμη καί τούς ἐχθρούς του.
Τό Τίμιο Σῶμα τοῦ Ἁγίου τάφηκε μέ τιμές ἀπό τούς Χριστιανούς.
Ἡ ἐκκλησία μας τιμᾶ τήν μνήμη του τήν 27η Ἰουλίου.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’.
Ἀθλοφόρε Ἅγιε καί ἰαματικέ Παντελεῆμον, πρέσβευε τῷ ἐλεήμονι Θεῷ, ἵνα πταισμάτων ἄφεσιν, παράσχῃ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Χάριν ἔνθεον εἰσδεδεγμένος, ῥῶσιν ἄφθονον ἀεί παρέχεις, καί ψυχῶν τε καί σωμάτων τήν ἴασιν, τοῖς τῷ ἁγίῳ ναῷ σου προστρέχουσι, Παντελεῆμον ἐλέους θησαύρισμα. Μάρτυς ἔνδοξε, Χριστόν τόν Θεόν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τό μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. α’. Αὐτόμελον.
Μιμητής ὑπάρχων τοῦ ἐλεήμονος, καί ἰαμάτων τήν χάριν παρ’ αὐτοῦ κομισάμενος, Ἀθλοφόρε καί Μάρτυς Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, ταῖς εὐχαῖς σου, τάς ψυχικάς ἠμῶν νόσους θεράπευσον, ἀπελαύνων τοῦ ἀεί πολεμίου τά σκάνδαλα, ἐκ τῶν βοώντων ἀπαύστως· Σῶσον ἡμᾶς Κύριε.

Μεγαλυνάριον.
Ρεῖθρα ἰαμάτων ὡς ἐκ πηγῆς, χάριτι θαυμάτων, βλύζει χρήζουσι δωρεάν, ὁ Παντελεήμων, ὁ πάνσοφος ἀκέστωρ· οἱ ῥώσεως διψῶντες, δεῦτε ἀρύσασθε.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Pin It
footer

Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ