15 Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, γεννήθηκε στο Μονοδένδρι της Αιτωλοακαρνανίας, απὸ γονείς ευσεβείς, που του έμαθαν τα πάντα γύρω απὸ τον Χριστιανισμό. Σε ηλικία 20 χρόνων πήγε στο Άγιο Όρος, για να σπουδάσει στο σχολείο της Μονής Βατοπεδίου. Στην συνέχεια πήγε στην Μονὴ Φιλοθέου, όπου εκάρη μοναχὸς και χειροτονήθηκε και ιερέας.
Ο Κοσμάς όμως, δεν μπορούσε να ησυχάσει. Ήθελε να διδάξει όλους τους σκλαβωμένους Έλληνες για τον Χριστό. Θεωρούσε όμως τον εαυτό του αδύνατο για να το κάνει. Με Θεία όμως φώτιση πήγε στην Κωνσταντινούπολη και συνάντησε τον αδελφό του, Χρύσανθο, ο οποίος ήταν δάσκαλος.
Αυτὸς τον βοήθησε στην ρητορική, ώστε να μπορεί να διδάξει.
Στην συνέχεια, αφού πήρε την άδεια του πατριάρχη, γύρισε στην Ελλάδα και κυριολεκτικὰ την όργωσε απὸ άκρη σε άκρη. Απ’ όπου πέρναγε πλήθος πιστών «ραγιάδων», τον ακουγε με πολλὴ προσοχή. Είναι χαρακτηριστικὸ αυτὸ που είπε κάποτε στην ομιλία του σ’ ένα χωριὸ: «Ήρθα στο χωριό σας να σας κηρύξω τον λόγο του Θεού. Δίκαιο λοιπὸν είναι να με πληρώσετε για τον κόπο μου. Όχι όμως με χρήματα, γιατί τι να τα κάνω; Η πληρωμή μου είναι να βάλετε τα λόγια του Θεού στην καρδιά σας για να κερδίσετε την αιώνια ζωή».
Απ’ όπου πέρασε εκτὸς απὸ τις διδασκαλίες που έκανε, έκτιζε σχολεία, βοηθούσε τους απόρους και γενικώς έκανε πολλὰ καλά.
Μέσα σε 16 χρόνια ίδρυσε πάνω από 100 σχολεία. Στις Διδαχές του απέτρεπε τη χρήση της Αρωμανικής και Αλβανικής γλώσσας και παρότρυνε τους γονείς να μάθουν στα παιδιά τους ελληνικά, τα οποία είναι η «γλώσσα της Εκκλησίας».
«Να σπουδάζετε και εσείς, αδελφοί μου, να μανθάνετε γράμματα όσον ημπορείτε. Και αν δεν εμάθετε οι πατέρες, να σπουδάζετε τα παιδιά σας, να μανθάνουν τα ελληνικά, διότι και η Εκκλησία μας είναι εις την ελληνικήν. Και αν δεν σπουδάσεις τα ελληνικά, αδελφέ μου, δεν ημπορείς να καταλάβης εκείνα οπού ομολογεί η Εκκλησία μας».
Μετά την Ελληνική επανάσταση του 1770 στην Πελοπόννησο, κατά την περίοδο των Ορλωφικών, οι Τούρκοι τον υποπτεύονταν ως πράκτορα των Ρώσων. Με την κατηγορία αυτή τον συνέλαβαν τελικά στο Βεράτι και με το πρόσχημα ότι θα τον οδηγήσουν στον Κούρτ Πασά. Λίγα χιλιόμετρα μακρύτερα, πλάι στην όχθη ενός ποταμού κοντά στο Κολικόντασι, του φανέρωσαν ότι είχαν διαταγή να τον σκοτώσουν. Ο Άγιος με χαρά δέχθηκε την απόφαση και γονατιστός προσευχήθηκε στον Θεό ευχαριστώντας Τον γιατί θα αξιωνόταν να θυσιάσει για Εκείνον τη ζωή του. Οι Τούρκοι κρέμασαν σε ένα δέντρο τον Ιερομάρτυρα και Ισαποστόλο Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό στις 24 Αυγούστου 1779, στα εξήντα πέντε του χρόνια! Κατόπιν, έδεσαν στο τίμιο Λείψανό του μια βαριά πέτρα και το έριξαν στο ποτάμι για να μη βρεθεί ποτέ.
Εν τω μεταξύ έμαθαν οι Χριστιανοί το Μαρτύριο του Πατροκοσμά και έσπευσαν να βρουν τον Άγιο. Τρεις ημέρες είχαν περάσει άκαρπες, ώσπου ω του θαύματος! Ο εφημέριος της Εκκλησίας της Υπεραγίας Θεοτόκου στο Κολικόντασι, ο παπα - Μάρκος, μπήκε στο βαρκάκι του και κάνοντας με πίστη το σταυρό του, αξιώθηκε να δει το Άγιο Λείψανό του Πατροκοσμά να πλέει επάνω στο νερό του ποταμού και να στέκεται όρθιο, σαν να ήταν εν ζωή!!!
Περισυνέλεξε αμέσως στη βάρκα του το λείψανο του Αγίου Δασκάλου του Γένους και το ενταφίασε στο νάρθηκα της Εκκλησίας των Εισοδίων της Θεοτόκου, στο Κολικόντασι.
Ο Πατήρ Κοσμάς ο Αιτωλός ανακηρύχθηκε επίσημα Άγιος από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως στις 20 Απριλίου 1961 και η μνήμη του τιμάται στις 24 Αυγούστου.

Μερικές από τις προφητείες του Αγίου Κοσμά που εκπληρώθηκαν:

"Θα δείτε στον κάμπο αμάξι χωρίς άλογα να τρέχει γρηγορότερα από τον λαγό"!!!
"Θα 'ρθει καιρός που θα ζωσθεί ο τόπος με μια κλωστή"!!!
"Θα 'ρθει καιρός που οι άνθρωποι θα ομιλούν από ένα μακρινό μέρος σε άλλο, σαν να 'ναι σε πλαγινά δωμάτια, π.χ. από την Πόλη στη Ρωσία"
"Θα δείτε να πετάνε άνθρωποι στον ουρανό σαν μαυροπούλια και να ρίχνουν φωτιά στον κόσμο. Όσοι θα ζουν τότε θα τρέξουν στα μνήματα και θα φωνάζουν: Εβγάτε σεις οι πεθαμένοι να μπούμε μεις οι ζωντανοί"
"Θα 'ρθει καιρός που θα διευθύνουν τον κόσμο τα άλαλα και τα μπάλαλα".

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx και http://noiazomai.agrino.org/patrokosmas.html

Έτερος Συναξαριστής:
(Κύρια Πηγή: “Ο Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας”, υπό ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, εκδ. Ίνδικτος)

Ο Άγιος Κοσμάς γεννήθηκε γύρω στα 1714 στο χωριό Μέγα Δέδρον της Αιτωλίας από γονείς απλούς και ευλαβείς, που του μετέδωσαν φόβο Θεού και αγάπη για τα ιερά γράμματα.
Σε ηλικία είκοσι περίπου ετών ανεβαίνει στο Άγιον Όρος, για να σπουδάσει στην Αθωνιάδα Ακαδημία, που είχε προ ολίγου ιδρυθεί ως εξάρτημα της Μονής Βατοπεδίου και όπου δίδασκε ο περίφημος Ευγένιος Βούλγαρης. Οι αντιδράσεις όμως που προκλήθηκαν από την ίδρυση αυτής της σχολής ανάγκασαν σύντομα τον Βούλγαρη και τους άλλους ονομαστούς διδασκάλους να εγκαταλείψουν τον Άθω. Η Αθωνιάδα περιέπεσε σε παρακμή. Αυτό, ως σημείο της Θείας Πρόνοιας, υπήρξε η αφορμή να αφήσει ο νεαρός Κοσμάς τις σπουδές και να στραφεί στην μοναχική ζωή. Εισήλθε στην Μονή Φιλοθέου, όπου σύντομα αξιώθηκε λόγω των πνευματικών του χαρισμάτων να χειροτονηθεί πρεσβύτερος.
Ο μακάριος Κοσμάς όμως είχε εκ νεότητός του μεγάλο πόθο να μεταδίδει γύρω του τον λόγο του Θεού. Έλεγε χαρακτηριστικά ότι η έγνοια για την σωτηρία των αδελφών του τον κατέτρωγε όπως το σαράκι το ξύλο. Οι καιροί τότε ήταν χαλεποί για τους σκλαβωμένους Έλληνες. Οι περισσότεροι αγνοώντας την πίστη και μη έχοντας χριστιανική παιδεία έπρατταν μύριες παρανομίες και δεν διέφεραν πολύ από τους ασεβείς. Διψώντας ο Άγιος να πληροφορηθεί αν είναι θέλημα Θεού να ακολουθήσει την αποστολική οδό άνοιξε μια μέρα την Γραφή στην τύχη και έπεσε στον λόγο του Αποστόλου Παύλου «μηδείς το εαυτού ζητείτω, αλλά το του ετέρου έκαστος». Φωτισμένος λοιπόν από τον λόγο του Θεού και αφού συμβουλεύτηκε πνευματικούς Πατέρες του Αγίου Όρους, πήγε στην Κωνσταντινούπολη για να πάρει την άδεια του πατριάρχη Σεραφείμ Β΄ όπως επίσης και κάποια μαθήματα ρητορικής από τον αυτάδελφό του Χρύσανθο τον Αιτωλό, διευθυντή αργότερα της Πατριαρχικής Ακαδημίας.
Ο νέος απόστολος άρχισε το κηρυγματικό του έργο στις εκκλησίες της περιοχής Κωνσταντινουπόλεως, κατόπιν στην Δυτική Ελλάδα, Ναύπακτο, Βραχώρι, Μεσολόγγι, από εκεί πέρασε στην Θεσσαλία και επέστρεψε στην Πόλη. Αφού αποσύρθηκε για κάποιο διάστημα στον Άθω, έλαβε από τον Πατριάρχη Σωφρόνιο Β’ ευλογία να κηρύξει στις Κυκλάδες, με σκοπό να παρηγορήσει τον εντόπιο πληθυσμό, μετά την αποτυχημένη εξέγερση του 1775.
Από εκεί επέστρεψε πάλι και αποσύρθηκε στις μονές του Άθω, συμπληρώνοντας έτσι δεκαεπτά χρόνια παραμονής στο Άγιον Όρος.
Αλλά η καρδιά του φλεγόταν από αγάπη προς τους εν Χριστώ αδελφούς. Αναχώρησε πάλι για την Θεσσαλονίκη, έμεινε για λίγο στην Βέρροια και περιόδευσε ολόκληρη την Μακεδονία, συγκεντρώνοντας μεγάλα πλήθη πιστών που τον άκουγαν με κατάνυξη. Από την Κεφαλονιά πέρασε στην Ζάκυνθο, κατόπι στην Κέρκυρα κι από εκεί στην Ήπειρο, όπου οι Χριστιανοί βρίσκονταν σε αξιοθρήνητη κατάσταση, για να τους στεριώσει και να ανακόψει τις μεταστροφές στο Ισλάμ.
Καθώς κανένας ναός δεν ήταν δυνατόν να χωρέσει τα πλήθη που συνωστίζονταν γύρω από τον Άγιο, που ξεχείλιζε από ειρήνη, γλυκύτητα και χαρά, κήρυττε στο ύπαιθρο, ανεβασμένος σ’ ένα φορητό βάθρο, πάντοτε δίπλα σε ένα μεγάλο Σταυρό που έμπηγε στη γη και ο οποίος γινόταν, μετά την αναχώρησή του, πηγή ιαμάτων και παρηγορίας για πάθη σωματικά και πνευματικά. Δίδασκε τους Χριστιανούς να ζουν σύμφωνα με τις εντολές του Χριστού, να τηρούν την αργία της Κυριακής, να εκκλησιάζονται και να ακούν τον λόγο του Θεού. Απ’ όπου περνούσε ίδρυε σχολεία, το θεωρούσε θεμελιώδες καθήκον, όπου διδάσκονταν δωρεάν, αγόρια και κορίτσια, τα ελληνικά και τα ιερά Γράμματα. Ίδρυσε συνολικά διακόσια δημοτικά και δέκα ελληνικά (Γυμνάσια), όπως έγραψε ο ίδιος στον αδελφό του λίγο πριν τον θάνατό του. Έπειθε τους πλουσίους να αφιερώνουν το περίσσευμά τους σε ελεημοσύνες, στη διανομή θρησκευτικών βιβλίων, σταυρών και κομβοσχοινίων και τους παρότρυνε να προσφέρουν κολυμβήθρες για το Βάπτισμα των νηπίων. Ένα πλήθος πιστών τον ακολουθούσε σχεδόν παντού, όργωσε ολόκληρη την Αλβανία. Πριν αρχίσει το κήρυγμά του τελούσε Εσπερινό ή Παράκληση στην Παναγία και φεύγοντας άφηνε τους ιερείς της ακολουθίας του να συνεχίσουν το έργο του με την εξομολόγηση, την τέλεση του Ευχελαίου και την Θεία Κοινωνία.
Παρά το γεγονός ότι το κήρυγμα του Αγίου περιοριζόταν στη διδαχή των ευαγγελικών αρετών, ορισμένοι Εβραίοι, κινούμενοι από φθόνο και εξοργισμένοι διότι ο Άγιος είχε μεταθέσει το παζάρι της Κυριακής στο Σάββατο, έπεισαν τον Κουρτ πασά να τον θανατώσει.
Ο Πατροκοσμάς συνήθιζε, όπου πήγαινε να κηρύξει, να ζητεί πρώτα την ευλογία του τοπικού επισκόπου και παράλληλα έστελνε μαθητές του να πάρουν άδεια από τις τουρκικές πολιτικές Αρχές. Φθάνοντας μια μέρα στο Κολικόντασι της Αλβανίας ο Άγιος, παρά τις συμβουλές του περιβάλλοντός του, αποφάσισε να πάει αυτοπροσώπως στον αγά του τόπου για να ζητήσει άδεια. Ο αγάς του ανακοίνωσε ότι είχε λάβει εντολή να τον στείλει στον Κουρτ πασά.
Ο Άγιος κατάλαβε ότι έφτασε η ώρα να επιστέψει το έργο του με το μαρτύριο και ευχαρίστησε τον Κύριο που τον έκρινε άξιο μιας τέτοιας τιμής.
Την επομένη, 24 Αυγούστου 1779, επτά στρατιώτες τον συνόδευσαν με πρόσχημα να τον οδηγήσουν στον πασά αλλά μετά πορεία δύο ωρών του φανέρωσαν ότι είχε ληφθεί απόφαση να τον εκτελέσουν. Ο Άγιος αναπέμποντας ευχαριστίες στον Θεό, ευλόγησε με το σημείο του Σταυρού τα τέσσερα σημεία του ορίζοντος και προσευχήθηκε υπέρ της σωτηρίας πάντων των Χριστιανών. Αρνήθηκε να του δέσουν τα χέρια, ώστε να τα κρατάει σταυρωμένα. Χωρίς να προβάλει την παραμικρή αντίσταση, τον απαγχόνισαν σ’ ένα δέντρο. Ήταν εξηνταπέντε ετών.

Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, σε σκηνές του μαρτυρίου του. Φορητή εικόνα Ι. Κ. Αγίας Άννης - Καρυών (19ος αι.). Από το βιβλίο "Οι Άγιοι του Αγίου Όρους" του Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου (εκδ. Μυγδονία).

 

Οι δήμιοι έριξαν το σώμα του στο ποτάμι. Τρεις μέρες αργότερα ένας ιερέας ονόματι Μάρκος ανακάλυψε το πάντιμο Λείψανο να επιπλέει στα νερά όρθιο, σαν να ήταν ο Άγιος ζωντανός. Το μάζεψαν από το ποτάμι και αφού τον έντυσαν με τα μοναχικά του άμφια το έθαψαν με τιμές. Πλήθος θαυμάτων επιτελέστηκαν στον τάφο του.
Το 1813 ο Αλή πασάς των Ιωαννίνων, στον οποίο ο Ἅγιος Κοσμάς είχε προφητεύσει το μέλλον του, έκτισε εκκλησία και μοναστήρι κοντά στον τάφο του στο Κολικόντασι και πρόσφερε την κάρα του Αγίου, μέσα σε αργυρή λειψανοθήκη, στη χριστιανή γυναίκα του Βασιλική.
Ο Ἅγιος Κοσμάς, του οποίου το κήρυγμα αφύπνισε την πίστη και την εθνική συνείδηση του ελληνικού λαού, τιμήθηκε αμέσως από τον λαό ως νέος απόστολος και «πρίγκηψ των νεομαρτύρων». Από το Οικουμενικό Πατριαρχείο αναγνωρίστηκε το 1961.
Τα τίμια λείψανα του Αγίου, αφού διέφυγαν το κύμα της αθεΐας στην Αλβανία, ανακαλύφθηκαν στον ναό της εγκαταλελειμμένης μονής. Κλάπηκαν το 1995 και εξαγοράστηκαν από την Εκκλησία της Αλβανίας το 1998. Έκτοτε παραμένουν αντικείμενο ευλαβούς προσκυνήματος των Ορθοδόξων.

Πηγή: http://vatopaidi.wordpress.com/2009/08/24/agios-kosmas-o-aitolos/

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείας πίστεως, διδασκαλίᾳ, κατεκόσμησας, τήν Ἐκκλησία, ζηλωτής τῶν Ἀποστόλων γενόμενος· καί κατασπείρας τά θεῖα διδάγματα, μαρτυρικῶς τόν ἀγῶνα ἐτέλεσας. Κοσμᾶ ἔνδοξε, Χριστόν τόν Θεόν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τό μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ὡς φωστήρ νεόφωτος τήν Ἐκκλησίαν, καταυγάζεις ἅπασαν, Εὐαγγελίου διδαχαῖς, Κοσμᾶ Χριστοῦ Ἰσαπόστολε· διό ἀξίως γεραίρει τήν μνήμην σου.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Ἀποστόλων ὁ μιμητής, Κοσμᾶ Θεοφόρε, εὐσεβείας ὑφηγητά, τοῦ Εὐαγγελίου ὁ θεηγόρος κῆρυξ, καί τῶν πιστῶν ἁπάντων, θεῖον ἀγλάϊσμα.

Pin It
footer

Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ