15 Ὅσιος Συμεὼν ὁ στυλίτης (ὁ πρεσβύτερος ἢ «ὁ ἐν τῇ μάνδρᾳ»), ποὺ τιμᾶται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μας τὴν 1η Σεπτεμβρίου, εἶναι ὁ πρῶτος γνωστὸς μοναχὸς ποὺ ἀσκήτεψε πάνω σὲ στῦλο.
Γεννήθηκε γύρω στὰ 389 στὸ χωριὸ Σισᾶν, στὰ ὅρια Συρίας καὶ Κιλικίας. Ἦταν βοσκὸς τῶν πατρικῶν προβάτων καὶ ὅταν γνώρισε κάποιους ἀσκητές, πόθησε ἐξαιτίας τους τὴ μοναχικὴ ζωὴ καὶ ᾖρθε σὲ ἕνα μοναστῆρι, στὸ χωριὸ Τελεδᾶν, ὅπου ἔζησε δέκα χρόνια (403 – 413) μὲ αὐστηρότατη ἄσκηση.
Ὕστερα ἔζησε ἔγκλειστος τρία χρόνια σὲ μία σπηλιά, κοντὰ στὴν Ἀντιόχεια, καὶ στὴ συνέχεια πῆγε στὸ χωριὸ Τελάνισσο, ὅπου ἀσκήθηκε ἀλλὰ τρία χρόνια σ’ ἕνα σπιτάκι. Τέλος, ἀποσύρθηκε στὴν κορυφὴ ἐνὸς λόφου καὶ περιορίσθηκε σ’ ἕναν μικρὸ κυκλικὸ περίβολο («μάνδρα»), φτιαγμένο μὲ μίαν ἁλυσίδα εἴκοσι πήχεων.
Ἡ ἀπίθανη αὐστηρότητα τῆς ζωῆς του καὶ τὸ θαυματουργικὸ χάρισμα συγκέντρωναν γύρω του πλήθη ἀνθρώπων, ποὺ τοῦ προξενοῦσαν μεγάλη ἐνόχληση. Γιὰ αὐτὸ ἄρχισε ν' ἀνεβαίνει σὲ στύλους ὁλοένα καὶ ψηλότερους. Ὁ τελευταῖος, ὅπου ἔζησε πάνω ἀπὸ εἴκοσι χρόνια, εἶχε ὕψος 16 – 18 μέτρα.
Ὁ Ὅσιος ἀφιέρωνε τὸ μεγαλύτερο μέρος τοῦ εἰκοσιτετραώρου στὴν προσευχή. Ἔτρωγε ἐλάχιστα. Ἦταν συνεχῶς ὄρθιος, χωρὶς προφύλαξη ἀπὸ τὸν ἥλιο, τὴν βροχή, τὸν ἄνεμο ἢ τὸ κρύο. Δύο φορὲς τὴν ἡμέρα διέκοπτε τὸν ἀσκητικό του κανόνα καὶ νουθετοῦσε τὸν λαό, μεριμνοῦσε γιὰ τοὺς ἀρρώστους καὶ τοὺς δυστυχισμένους, ἔκανε συμβιβασμοὺς διαφορῶν, ἔλυνε προβλήματα καὶ μετέστρεφε στὴ χριστιανικὴ πίστη τοὺς ἀλλόδοξους ποὺ πρόστρεχαν σ’ αὐτὸν μαζὶ μὲ τοὺς χριστιανοὺς ἀπ’ ὅλα τὰ σημεῖα τῆς Ἀνατολῆς καὶ τῆς Δύσης. Κοιμήθηκε τὸ 459 καὶ κηδεύτηκε ἀπὸ τὸν πατριάρχη Ἀντιοχείας Μαρτύριο στὴν μεγάλη ἐκκλησία τῆς Ἀντιόχειας.

Στό ἐκπληκτικό Ἱεραποστολικό ἔργο, πού, ὅσο κι ἂν φαίνεται ἀπίστευτο, πραγματοποίησε ἀπό τήν κορυφή τοῦ στύλου του ὁ αὐστηρός αὐτός ἀσκητής, θά ἀναφερθοῦμε στίς ἑπόμενες γραμμές, σταχυολογώντας τά σχετικά ἀποσπάσματα ἀπό τήν «Φιλόθεο Ἱστορία» τοῦ Θεοδώρητου Κύρου, τόν ἑλληνικό βίο τοῦ Ὁσίου, γραμμένο ἀπό τόν μαθητή του Ἀντώνιο, καί τόν συριακό βίο του.
Ἡ φήμη τοῦ ὁσίου ἁπλώθηκε γοργά παντοῦ. Ὅλοι, κι ἀπό τά κοντινά καί ἀπό τά μακρινά μέρη, ἔτρεχαν κοντά του. Ἄλλοι ἔφερναν παράλυτους, ἄλλοι ζητοῦσαν νά γιατρέψει ἀρρώστους, ἄλλοι παρακαλοῦσαν νά μεσιτέψει στόν Θεό γιά ν’ ἀποκτήσουν παιδιά. Μετά τήν ἱκανοποίηση τῶν αἰτημάτων τους, ἔφευγαν γεμάτοι χαρά. Καί διαλαλώντας τίς εὐεργεσίες πού δέχτηκαν, ἔστελναν στόν Ὅσιο πολύ περισσότερους ἀνθρώπους, πού ζητοῦσαν καί ἐκεῖνοι τά ἴδια. Ἔτσι, καθώς ἄρχισαν νά καταφθάνουν ἀπό κάθε στράτα σάν ποτάμια οἱ προσκυνητές, σχηματίστηκε σ’ αὐτόν τόν τόπο ἕνα ἀνθρώπινο πέλαγος, πού δεχόταν ἀπό παντοῦ ποτάμια! Ὄχι μόνο ντόπιοι οὔτε μόνο Χριστιανοί, ἀλλά καί Ἰσμαηλῖτες καί Πέρσες καί Ἀρμένιοι καί Ἴβηρες καί Ὁμηρῖτες καί ἐκεῖνοι πού κατοικοῦν ἀκόμα πιό βαθιά μαζεύονταν στό ἀσκητήριο τοῦ Ὁσίου. Ἦρθαν καί πολλοί πού κατοικοῦσαν στά πέρατα τῆς Δύσης, Ἰσπανοί καί Βρετανοί καί Γαλάτες. Ὅσο γιά τήν Ἰταλία, λένε πώς ὁ Συμεών εἶχε γίνει τόσο περιβόητος ἐκεῖ, ὥστε κρεμοῦσαν μικρές εἰκόνες στίς εἰσόδους ὅλων τῶν ἐργαστηρίων, γιά νά παίρνουν ἀπό αὐτές προστασία καί ἀσφάλεια.
Ἦταν ἀμέτρητοι, λοιπόν, ὅσοι ἔφταναν καί ζητοῦσαν νά τόν ἀγγίξουν, ν’ ἀκουμπήσουν μόνο τήν ἄκρη τοῦ δερμάτινου χιτῶνα του, πιστεύοντας πώς ἔτσι θά ἔπαιρναν κάποια εὐλογία. Ὁ Ἅγιος, ὅμως, ἔνιωθε πώς δέν ἦταν ἄξιος ν’ ἀπολαμβάνει τέτοια τιμή. Τόν κούραζαν, ἄλλωστε, ὅλα αὐτά. Ἔτσι, σοφίστηκε ν’ ἀνέβει σ’ ἕναν στῦλο. Τό ὕψος του ἦταν στήν ἀρχή μικρό, ἕξι πῆχες. Ἀργότερα ἀνέβηκε σέ ἄλλον πιό ψηλό, ὕστερα σέ ψηλότερο καί τέλος σ’ ἕναν πού ἔφτανε τίς τριάντα ἕξι πῆχες. Γιατί τό ἔκανε αὐτό; Ἐπειδή λαχταροῦσε νά πετάει στά οὐράνια, ἐλεύθερος ἀπό κάθε τι γήϊνο. Καί ἐπειδή, φωτισμένος ἀπό τόν Θεό, στόχευε στήν ὠφέλεια καί τή σωτηρία πολλῶν ψυχῶν. Βλέπετε, ὅσοι δέν πείθονται μέ λόγια καί δέν ἀνέχονται τά κηρύγματα, σαγηνεύονται ἀπό τά παράδοξα θεάματα. Τό παράδοξο τραβάει ὅλους καί τούς ἀναγκάζει νά τό προσέξουν, προετοιμάζοντάς τους ἔτσι καί στό νά διδαχθοῦν. Ἔτσι ἔγινε καί μέ τόν Ὅσιο Συμεών. Τό παράδοξο θέαμα πού παρουσίαζε ἀνεβασμένος σ’ ἕναν ψηλό στῦλο, τραβοῦσε ἀμέτρητους περιέργους, πού ἤθελαν νά πληροφορηθοῦν γιατί ἀπομακρύνθηκε ἀπό τόν κόσμο μέ τέτοιον τρόπο. Μέ τήν ἀφορμή αὐτή ὁ Ὅσιος τούς δίδασκε καί τούς κήρυσσε τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, μεταστρέφοντας πολλούς ἀπό τήν ἀπιστία στήν πίστη καί ἀπό τά ἔργα τῆς ἀνομίας στά ἔργα τῆς εὐσέβειας. Ἴβηρες καί Ἀρμένιοι καί Πέρσες, ὅπως εἴπαμε, ἀπαρνιόντουσαν κάτω ἀπ’ τόν στῦλο τήν προγονική τους πλάνη καί δέχονταν τήν θεία ἀλήθεια μέ τό ἅγιο βάπτισμα. Οἱ Ἰσμαηλῖτες, μάλιστα, ἔφταναν σέ ὁμάδες, διακόσιοι, τετρακόσιοι, κάποτε καί χίλιοι. Μέ βοή ἀποκήρυσσαν τήν πατρική τους θρησκεία, ἔσπαζαν τά εἴδωλα πού λάτρευαν πρῶτα, ἐγκατέλειπαν μία γιά πάντα τά μυστηριώδη ὄργια τῆς Ἀφροδίτης καί ἀπολάμβαναν τά θεία μυστήρια του Χριστοῦ, ἀφοῦ ἄκουγαν ἀπό τό ἁγιασμένο στόμα τοῦ στυλίτη σωτήριες διδαχές.
Ὁ Θεοδώρητος Κύρου, σύγχρονος καί γνώριμος τοῦ Ὁσίου, περιγράφει συνοπτικά τό κοινωνικό καί ἀποστολικό ἔργο του: «Νουθετώντας (τόν λαό) δύο φορές τήν ἡμέρα, πλημμυρίζει τά αὐτιά τῶν ἀκροατῶν μέ τά χαριτωμένα λόγια του καί τούς προσφέρει ὅσα τό Ἅγιο Πνεῦμα διδάσκει.
Προτρέπει νά στρέφουν τό βλέμμα στόν οὐρανό, νά πετᾶνε ἀφήνοντας τήν γῆ καί νά ὁραματίζονται τή βασιλεία τῶν οὐρανῶν, νά φοβοῦνται τήν κόλαση καί νά περιφρονοῦν τά γήϊνα, προσμένοντας τήν μέλλουσα ζωή. Μπορεῖ νά τόν δεῖς νά δικάζει, βγάζοντας σωστές καί δίκαιες ἀποφάσεις. Ὅλα αὐτά τά κάνει μετά τήν ἀκολουθία τῆς ἐνάτης ὥρας. Γιατί ὅλη τή νύχτα καί τήν ἡμέρα, ὡς τήν ἐνάτη ὥρα προσεύχεται. Ὕστερα ἀπό τήν ἐνάτη ὥρα, προσφέρει πρῶτα τήν θεία διδαχή σέ ὅσους βρίσκονται ἐκεῖ, καί στή συνέχεια ἀκούει τό αἴτημα τοῦ καθενός. Καί ἀφοῦ θεραπεύσει μερικούς, λύνει τίς διαφορές ὅσων φιλονικοῦν. Γύρω στή δύση τοῦ ἥλιου ἀρχίζει πάλι νά προσεύχεται. Δέν παραμελεῖ ὅμως, νά φροντίζει καί γιά τίς ἅγιες Ἐκκλησίες. Ἄλλοτε πολεμάει τήν πλάνη τῶν εἰδωλολατρῶν, ἄλλοτε συντρίβει τή θρασύτητα τοῦ Ἰουδαίων, ἄλλοτε διαλύει τίς ὁμάδες τῶν αἱρετικῶν. Καί ὅλα τοῦτα τά κατορθώνει εἴτε στέλνοντας γράμματα στό βασιλιά, εἴτε ἐμπνέοντας στούς ἄρχοντες τόν ζῆλο γιά τόν Θεό, εἴτε παρακινώντας καί τούς ἐπισκόπους ἀκόμα νά φροντίζουν περισσότερο γιά τό ποίμνιο».
Ἀξίζει, ὅμως, νά διηγηθοῦμε, ἐνδεικτικά, μερικά ἀπό τά θαύματα τοῦ Ὁσίου Συμεών, πού εἶχαν ὡς ἀποτέλεσμα τή μεταστροφή τῶν εὐεργετημένων στήν ἀληθινή πίστη.
– Κάποτε ἕνας Σαρακηνός φύλαρχος ἔφερε στόν στυλίτη κάποιον παράλυτο ὁμόφυλό του καί παρακάλεσε γιά τή θεραπεία του. Ὁ Ἅγιος τοῦ ζήτησε ν’ ἀπαρνηθεῖ τήν προγονική του ἀσέβεια. Ἐκεῖνος δέχτηκε πρόθυμα.
– Πιστεύεις στόν Πατέρα καί τόν Υἱό καί τό Ἅγιο Πνεῦμα; τόν ρώτησε ὁ ἀσκητής.
– Πιστεύω, ὁμολόγησε ὁ Σαρακηνός.
– Ἀφοί πιστεύεις, σήκω πάνω!
Ὁ παράλυτος σηκώθηκε καί περπάτησε.
– Τώρα πᾶρε τό φύλαρχο στούς ὤμους σου! τόν πρόσταξε ὁ Ὅσιος.
Ὁ γιατρεμένος σήκωσε τόν κατάπληκτο φύλαρχο, πού ἦταν ἐξαιρετικά μεγαλόσωμος, τόν ἔβαλε στούς ὤμους του καί ἔφυγε ἐνθουσιασμένος, δοξάζοντας τόν τρισυπόστατο ἀληθινό Θεό.
– Σέ μία πόλη τῆς Παλαιστίνης ἦταν διοικητής κάποιος εἰδωλολάτρης, καμπούρης τόσο, πού τό κεφάλι του ἀκουμποῦσε στό στῆθος του καί δέν μποροῦσε νά περιστραφεῖ. Κάποιοι φίλοι του, ἔχοντας ἀκούσει γιά τά θαύματα τοῦ στυλίτη, τόν ἔφεραν κάτω ἀπό τόν στῦλο καί παρακάλεσαν γιά τήν θεραπεία του. Μά καί ὁ ἴδιος καμπούρης ἄρχισε νά ἱκετεύει τόν Ὅσιο κραυγάζοντας τόσο δυνατά, ὥστε Ἐκεῖνος δέν μποροῦσε νά προσευχηθεῖ γιά χάρη του στόν Κύριο. Ὁ εἰδωλολάτρης, πιστεύοντας πώς ὁ Συμεών εἶχε δική του θαυματουργική δύναμη, τοῦ ζητοῦσε νά ἀκουμπήσει τό χέρι του στό κεφάλι του, ἐκφράζοντας τή βεβαιότητα ὅτι μέ αὐτόν τόν τρόπο θά γινόταν καλά ἀμέσως. Ὁ Ὅσιος, ὅμως, τοῦ εἶπε:
– Εἶμαι ἕνας ἁμαρτωλός καί τιποτένιος ἄνθρωπος. Τό χέρι μου δέν ἔχει καμιά ξεχωριστή δύναμη. Μόνο ἂν εὐδοκήσει ὁ Θεός, θά πραγματοποιηθεῖ ἡ ἐπιθυμία σου, γιατί μόνο Αὐτός ἔχει τήν δύναμη νά θαυματουργεῖ. Κανένας ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά θεραπεύ­σει ἄλλον, ἂν ὁ Κύριος δέν τό θέλει. Παραδόσου, λοιπόν, στήν παντοδυναμία τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, τοῦ δημιουργοῦ καί κυβερνήτη τοῦ κόσμου, καί θά εὐεργετηθεῖς.
Τότε ὁ καμπούρης σταμάτησε νά φωνάζει, ἀφήνοντας τόν Ὅσιο νά προσευχηθεῖ ἀπερίσπαστος. Καί μόλις Ἐκεῖνος τέλειωσε τήν προσευχή του, τό θαῦμα ἔγινε. Ὁ ταλαίπωρος ἄνθρωπος ὀρθώθηκε, στάθηκε ἴσια καί ἄρχισε νά χοροπηδάει χαρούμενος σάν παιδί. Ἄνοιξε τότε τίς κασέλες, πού εἶχε φέρει μαζί του, καί πρόσφερε στόν εὐεργέτη του ἀνεκτίμητα χρυσαφικά κι ἀσημικά. Ὁ στυλίτης κοίταξε τά δῶρα μέ περιφρόνηση καί τοῦ εἶπε:
-Ἂν θέλεις νά μ’ εὐχαριστήσεις, νά δεχτεῖς τό φῶς τῆς ἀλήθειας. Νά βαπτιστεῖς, γιά νά πάρεις τήν ἄφεση. Καί ἀκόμα νά ἐλευθερώσεις ὅλους τους δούλους σου, γιά νά ἐλευθερωθεῖ καί ἡ δική σου ψυχή ἀπό τό ζυγό του σατανᾶ.
Ὁ γιατρεμένος πρόθυμα ἔκανε ὅτι τοῦ εἶπε ὁ Ἅγιος. Καί ἀργότερα, γεμάτος χαρά καί χάρη Θεοῦ, ἔφυγε γιά τήν πόλη του.
– Ἕνας ἄρχοντας τῶν Περσῶν ἦταν πολύ δυστυχισμένος, γιατί ὁ μονάκριβος γιός του κειτόταν δεκαπέντε χρόνια παράλυτος. Ἔστειλε, λοιπόν, στόν Ὅσιο τόν ἐπίσκοπό τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, μέ τήν παράκληση νά προσευχηθεῖ στόν Κύριο γιά τή θεραπεία τοῦ παιδιοῦ του. Τοῦ ἔδωσε, μάλιστα, καί δυό ὑφάσματα ἀπό πολύτιμο μετάξι μέ κεντημένους ἐπάνω χρυσούς σταυρούς, γιά νά τά προσφέρει στόν στυλίτη.
Ὁ ἐπίσκοπος διηγήθηκε στόν Συμεών τό δρᾶμα τοῦ παιδιοῦ καί τοῦ πατέρα του. Ὁ Ὅσιος σπλαγχνίστηκε καί εἶπε στόν ἐπίσκοπο:
– Πᾶρε αὐτά τά ὑφάσματα πού ἔφερες, ἔτσι διπλωμένα ὅπως εἶναι, καί πήγαινε στό καλό. Ὅταν φτάσεις κοντά στήν πόλη σας, κατέβα ἀπό τό ζῶο σου, κράτησε τά ὑφάσματα στό στῆθος σου καί προχώρησε ὡς τό σπίτι τοῦ ἄρχοντα πεζός καί ἀμίλητος. Μπές μέσα, στάσου πάνω ἀπ’ τό παιδί σκέπασε τό μέ τά ὑφάσματα καί πές του: Ὁ ἁμαρτωλός Συμεών σοῦ παραγγέλλει: Στό ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, σήκω!
Ὁ ἐπίσκοπος ἔφυγε κι ἔκανε ὅπως τοῦ ὑπέδειξε ὁ Ὅσιος. Μόλις σκέπασε τό παιδί μέ τά ὑφάσματα, αὐτό πετάχτηκε ὄρθιο καί θεραπευμένο.
Ὁ Πέρσης ἄρχοντας καί ὁλόκληρη ἡ οἰκογένειά του εὐχαρίστησαν καί δόξασαν τόν Θεό. Καί ὁ ἐπίσκοπος, μετά ἀπό σχετικό αἴτημά τους, τούς κατήχησε καί τούς βάπτισε.
– Κάποιος πλούσιος ἀπό τό Σαβᾶ ἔπασχε ἀπό πονοκέφαλο συνεχή καί ὀδυνηρό τόσο, πού ἔνιωσε νά τοῦ σουβλίζουν κάθε στιγμή τό μυαλό. Ἀνακουφιζόταν λίγο, μόνο ὅταν χτυποῦσε τό κεφάλι του πάνω στά δοκάρια τῶν τοίχων τοῦ σπιτιοῦ του!
Μόλις ἔμαθε γιά τόν θαυματουργό στυλίτη, ἑτοιμάστηκε γιά τό μακρύ ταξίδι καί ξεκίνησε, ἀδιαφορώντας γιά τόν κίνδυνο τῶν θηρίων καί τῶν λῃστῶν, πού παραμόνευαν ἐδῶ καί ἐκεῖ μέσα στήν ἀπέραντη ἔρημο. Σχεδόν ἕναν ὁλόκληρο χρόνο ταξίδευε ὁ ἄρρωστος. Καί ὅσο πλησίαζε, πρᾶγμα παράδοξο, οἱ πόνοι του λιγόστευαν. Ἀντίθετα, ὅσο κι ἂν ἔτρωγε, οἱ προμήθειές του ἔμεναν ἀπείραχτες!
Ἔφτασε ἐπιτέλους στόν στῦλο τοῦ Ὁσίου. Ἐκεῖνος, ἀφοῦ πληροφορήθηκε τό πρόβλημά του, ζήτησε νά τοῦ φέρουν νερό ἀπό τήν κοντινή πηγή. Προσευχήθηκε, τό εὐλόγησε καί πρόσταξε τόν ἄρρωστο νά τό πιεῖ στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Ὕστερα, παίρνοντας ἀπό τό ἴδιο νερό, τοῦ ράντισε καί τό κεφάλι. Δέν χρειαζόταν τίποτε ἄλλο. Ὁ λίγος πόνος πού εἶχε ἀπομείνει, ἐξαφανίστηκε καί αὐτός. Ὁ ἄνθρωπος εὐχαρίστησε τόν Ὅσιο καί δόξασε τόν Θεό. Ζήτησε, μάλιστα, καί νά βαπτιστεῖ. Λίγο ἀργότερα, φεύγοντας Χριστιανός πιά, διαλαλοῦσε τά μεγαλεῖα τοῦ Κυρίου ὡς τήν μακρινή πατρίδα του.
– Ἕνα παρόμοιο μακρύ ταξίδι ἔκανε καί μία ὁμάδα ἀπό τέσσερις λεπρούς καί τρεῖς δαιμονισμένους, πού ξεκίνησαν ἀπό τά βάθη τῆς Ἀνατολῆς κι ἔκαναν δεκατρεῖς μῆνες ὥσπου νά φτάσουν στόν Ὅσιο. Καί ἐκεῖνοι, παρά τή μεγάλη ἀπόσταση, οὔτε μία φορά δέν ἔχασαν τό δρόμο, μά οὔτε καί οἱ τροφές ἢ τό νερό τούς ἔλειψαν καθόλου.
Φτάνοντας κάτω ἀπό τόν στῦλο, διηγήθηκαν στόν Ὅσιο τά παθήματά τους καί ζήτησαν τή βοήθειά του.
– Ὁ Θεός, ἀποκρίθηκε Ἐκεῖνος, πού σοῦ ἔδειξε τόν δρόμο νά ἔρθετε ὡς ἐδῶ, θά σᾶς δώσει καί τήν ὑγεία σας.
Ζήτησε νερό, τό εὐλόγησε καί τούς τό ἔδωσε νά πιοῦν καί νά ραντιστοῦν στό ὄνομα τοῦ Κυρίου. Μόλις τό ἔκαναν, ἔγιναν καί οἱ ἑπτά καλά! Ὕστερα ἀπό αὐτό, ἀρνήθηκαν τήν λατρεία τῶν εἰδώλων, βαπτίστηκαν καί ἔφυγαν δοξάζοντας τόν Θεό.
– Κάποτε ᾖρθαν κάτω ἀπ’ τόν στῦλο ἀντιπρόσωποι τῶν κατοίκων τῆς ὁροσειρᾶς τοῦ Λιβάνου καί ἀνάστατοι εἶπαν στόν Ὅσιο:
– Στόν τόπο μας παρουσιάστηκαν κάτι ἄγρια θηρία, πρωτοφανέρωτα καί ἄγνωστα, πού κατασπαράζουν ἀνθρώπους καί ζώα. Πολλές φορές μπαίνουν στά σπίτια, ἁρπάζουν τά παιδιά καί τά καταβροχθίζουν μπροστά στά ἔντρομα μάτια τῶν μανάδων τους. Ὁ φόβος καί ὁ θρῆνος ἔχουν ἁπλωθεῖ παντοῦ.
– Μήν παραξενεύεστε γιά τή συμφορά πού σᾶς βρῆκε, εἶπε ὁ Ἅγιος. Εἶναι ἡ τιμωρία γιά τά ἔργα σας. Οἱ πρόγονοί σας ἐγκατέλειψαν τόν ἀληθινό Θεό, τόν πλάστη καί εὐεργέτη μας, καί λάτρεψαν τά βουβά εἴδωλα. Καί ἐσεῖς ἐπιμένετε στήν πλάνη αὐτή. Τά θηρία σᾶς ταλαιπωροῦν μέ παραχώρηση τοῦ Κυρίου, πού θέλει νά σᾶς ὁδηγήσει στή μετάνοια καί νά σᾶς φέρει κοντά Του. Ἂν ὅμως δέν ἔχετε σκοπό νά μετανοήσετε, ἄδικα ᾔρθατε ὡς ἐδῶ. Νά ζητήσετε τή βοήθεια τῶν εἰδώλων πού προσκυνᾶτε!
Ἐκεῖνοι τότε ἔπεσαν στά γόνατα καί ἄρχισαν νά παρακαλοῦν μέ δάκρυα τό στυλίτη:
– Λυπήσου μας! Μεσίτεψε γιά μᾶς στόν Θεό! θά μετανοήσουμε!...
Μαζί τους ἱκέτευαν τόν Ὅσιο καί ἄλλοι, πού ἔτυχε νά βρίσκονται ἐκεῖ, καί τούς σπλαγχνίστηκαν.
– Μόλις ἀπαρνηθεῖτε τήν πλάνη σας, ἀποκρίθηκε πάνω ἀπ’ τόν στῦλο του ὁ γέροντας καί βαπτιστεῖτε στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, τότε θά παρακαλέσω τόν Κύριο νά σᾶς δείξει τήν φιλανθρωπία Του.
Μέ ἕνα στόμα οἱ εἰδωλολάτρες ὑποσχέθηκαν πώς, ὅταν θά γύριζαν στήν πατρίδα τους, θά κατεδάφιζαν ἀμέσως τά Ἱερά τῶν εἰδώλων καί θά ἔριχναν στή φωτιά τά ξόανα.
Ὁ Ἅγιος κατάλαβε πώς ἡ μεταστροφή τους ἦταν ἀληθινή. Τούς ἔδωσε, λοιπόν, ἕνα κουτάκι μέ εὐλογημένη σκόνη καί τούς εἶπε:
– Νά πᾶτε στό καλό! Μόλις φτάσετε στόν τόπο σας, νά περάσετε ἀπ’ ὅλα τά χωριά. Στήν ἐμπασιά κάθε χωριοῦ, νά χώνετε στή γῆ τέσσερις πέτρες. Καί πάνω σέ κάθε πέτρα νά σχηματίζετε μέ τούτη τή σκόνη τρεῖς σταυρούς. Ἂν ὑπάρχουν ἐκεῖ Χριστιανοί ἱερεῖς, φωνάξτε τους νά σᾶς βοηθήσουν καί νά τελέσουν νυχτερινές λειτουργίες. Τότε ὁ Θεός θά κάνει τό θαῦμα Του. Κανένας ἄνθρωπος δέν θά χαθεῖ πιά ἀπό τά θηρία.
Ἐπιστρέφοντας στήν χώρα τους οἱ εἰδωλολάτρες διαπίστωσαν ὅτι, ἀπό τήν ὥρα πού ὁ Συμεών εἶχε προσευχηθεῖ γι’ αὐτούς, ὅλα τά θηρία εἶχαν φύγει ἀπό τά χωριά καί ἀποτραβηχτεῖ στά δάση. Ὅταν, λοιπόν, ἔκαναν ὅτι τούς συμβούλεψε ὁ Ὅσιος, εἶδαν τά θηρία νά τρέχουν καί νά ἔρχονται γύρω ἀπό τίς πέτρες, οὐρλιάζοντας ἀπαίσια. Πολλά ἔπεφταν καί ψοφοῦσαν ἐπιτόπου. Ἀλλά ἔφευγαν ἀλαφιασμένα καί χάνονταν. Σέ δέκα μέρες δέν εἶχε ἀπομείνει κανένα.
Πῆραν τρία τομάρια ἀπό τά ψόφια θηρία καί τά ἔφεραν στόν Ὅσιο. Καί ἀφοῦ τοῦ διηγήθηκαν τό θαῦμα, βαπτίστηκαν ὅλοι καί ἔγιναν Χριστιανοί. Μιά βδομάδα ἔμειναν ἐκεῖ, ἀκούγοντας τίς σοφές διδαχές τοῦ πνευματοφόρου στυλίτη, καί μετά ἔφυγαν χαρούμενοι γιά τήν πατρίδα τους, δοξάζοντας τόν Θεό.
Ἀλλά σταματᾶμε ἐδῶ τή διήγηση, γιατί τά μεγάλα καί θαυμαστά ἔργα τοῦ Ὁσίου Συμεών δέν ἔχουν τέλος. Ὅπως σημειώνει ὡραιότατα ὁ Σύρος βιογράφος του, «ποιό στόμα θ’ ἀποτολμοῦσε νά διηγηθεῖ ἢ ποιό χέρι θά μποροῦσε νά γράψει ἢ ποιό σοφό μυαλό θά μποροῦσε νά ὑπολογίσει τίς ἀναρίθμητες εὐεργεσίες πού ἔκανε ὁ Θεός στόν κόσμο μέσῳ τοῦ Ἁγίου; Πόσους ἀνθρώπους, πού ἦταν μακριά ἀπό τόν Κύριο, ἔφερε κοντά Του; Πόσοι πλανεμένοι γύρισαν μέ τή διδαχή του ἀπό τήν ἄγνοια στήν ἀληθινή γνώση; Πόσες χιλιάδες καί μυριάδες «ἀλλότριων», χάρη στό κήρυγμά του, ἔγιναν μέλη τῆς Ἐκκλησίας καί ὑποτάχθηκαν στόν Χριστό; Ποιός μπορεῖ νά λογαριάσει τίς τόσες καί τόσες χιλιάδες ἀγρίων, πού, βλέποντας καί ἀκούγοντάς τον, μέ χαρά ἐγκολπώθηκαν τήν χριστιανική πίστη καί ἔγιναν ὑπηρέτες τῆς ἀλήθειας; Γιατί ἡ φήμη τῶν εὐεργεσιῶν, πού ἔκανε ὁ Κύριος μέ τά χέρια τοῦ Ὁσίου, ταξίδεψε ἀπ’ τήν μίαν ἄκρη τοῦ κόσμου ὡς τήν ἄλλη.
Κι ἔτσι ἐκπληρώθηκε τό γραφικό: «Εἰς πᾶσαν τήν γῆν ἐξῆλθεν οἱ φθόγγοι αὐτῶν καί εἰς τά πέρατα τῆς οἰκουμένης τά ρήματα αὐτῶν» (Ψαλμ. 18:5).

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Ὡς στήλην θεόγραφον, τῶν ἱερῶν ἀρετῶν, τοῦ βίου σου ἔλιπες, τάς ἀναβάσεις ἡμῖν, Συμεών παμμακάριστε· σύ γάρ ἐπί τοῦ στύλου, ὡς πυρσός διαλάμπων, ἕλκεις ἡμᾶς χαμόθεν, πρός ζωήν οὐρανίαν, τόν τρόπον τῆς εὐδρομίας, φαίνων τοῖς ἔργοις σου.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Αὐτόμελον.
Τά ἄνω ζητῶν, τοῖς κάτω συναπτόμενος, καί ἅρμα πυρός, τόν στῦλον ἐργασάμενος, δι’ αὐτοῦ συνόμιλος, τῶν Ἀγγέλων γέγονας Ὅσιε· σύν αὐτοῖς Χριστῷ τῷ Θεῷ, πρεσβεύων ἀπαύστως, ὑπέρ πάντων ἡμῶν.

Μεγαλυνάριον.
Στύλος ἐναρέτου ὤφθης ζωῆς, ἐν στύλῳ βιώσας, ὑπέρ ἄνθρωπον Συμεών· ἔνθεν ἀμοιβῶν σου, τάς ὑπέρ νοῦν ἐλλάμψεις, ἐκθάμβως ἐξαστράπτεις, εἰς κόσμον ἅπαντα.

Pin It
footer

Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ