Η ΑΡΧΙΕΡΑΤΙΚΗ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΙΔ΄ ΛΟΥΚΑ ΣΤΟΝ Ι. ΝΑΟ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΚΕΧΑΡΙΤΩΜΕΝΗΣ ΣΥΜΗΣ

14

Σήμερα, 23η Ἰανουαρίου 2022, Κυριακή ΙΔ΄ Λουκᾶ, ὁ Σεβ. Μητροπολίτης μας κ. Χρυσόστομος χοροστάτησε εἰς τόν Ὄρθρο καί τέλεσε τήν Θεία Λειτουργία εἰς τόν Ἐνοριακό Ἱ. Ναό τῆς Παναγίας Κεχαριτωμένης Σύμης μέ συλλειτουργούς του τόν Ἀρχιμ. π. Ἀντώνιο Πατρό, Καθηγούμενο τῆς Ἱ. Μονῆς Πανορμίτου καί Ἱερατικῶς Προϊστάμενο τῆς Ἐνορίας, τόν Οἰκονόμο π. Χρῆστο Σταθόπουλο καί τόν Διάκονο π. Γεώργιο Κακακιό. Ἔψαλλαν μελωδικότατα οἱ Ἱεροψάλτες κ. Ἀγαπητός Μιχελλής καί κ. Νικήτας Βογιατζῆς, μεθ’ ἑτέρων.

Προσῆλθαν γιά νά ἐκκλησιασθοῦν ἀρκετοί πιστοί, πρός τούς ὁποίους ὁ Σεβασμιώτατος ὁμίλησε εὐθύς μετά τήν ἀνάγνωση τοῦ ἱ. Εὐαγγελίου, λαμβάνοντας ἀφορμή ἀπό τήν εὐαγγελική περικοπή τῆς σημερινῆς Κυριακῆς ΙΔ΄ Λουκᾶ, περί τῆς θαυμαστῆς θεραπείας τοῦ τυφλοῦ τῆς Ἱεριχοῦς. Μέ τόν μεστό θεολογικό του λόγο ἀναφέρθηκε στίς ἀρετές τοῦ τυφλοῦ, τῆς πίστεως, τῆς ταπεινώσεως καί τῆς ἐμπιστοσύνης στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, μέ τίς ὁποῖες ὁ ἄνθρωπος δέχεται τήν ἐπίσκεψη τοῦ Θεοῦ στήν ζωή του καί λαμβάνει ὡς ἀνταμοιβή τήν ἴασιν ψυχῆς τε καί σώματος καί τήν ἐγκατοίκηση τῆς Θείας Χάρης Του στήν ψυχή του.

Ὅταν ὁ τυφλός ἄκουσε ὅτι ἔρχεται στήν πόλη ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος, «ἐβόησε», δηλαδή μέ στεντόρια φωνή Τόν παρεκάλεσε νά τόν θεραπεύσει, ἀποκαλῶντας Τον Υἱόν Δαβίδ, δηλ. «Μεσσία». Καί ἐνῶ οἱ ἄνθρωποι τόν ἐπέπλητταν, πού φώναζε καί τοῦ ἔλεγαν νά σιωπήσει, ἐκεῖνος «πολλῶ μᾶλλον ἔκραζεν, Υἱέ Δαβίδ, ἐλέησόν με»!

Ἡ κραυγή αὐτή τοῦ ἐπαίτη τυφλοῦ, ἔγινε ἐν συνεχείᾳ κραυγή τῆς Ἐκκλησίας, ἱκεσία τῆς καρδιᾶς καί τῶν χειλέων τῶν μελῶν της. Τό «Κύριε Ἐλέησον» εἶναι ἡ ἱκεσία τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, γιά τή σωτηρία του ἀπό τόν Ἐνανθρωπήσαντα καί Ἐπιφανέντα Χριστό, εἶναι ἡ ἀπάντηση καί ἡ βεβαιότητα τῶν πιστῶν γιά τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, στά αἰτήματα τῆς Ἐκκλησίας στήν λατρεία καί σέ ὅλες τίς ἀκολουθίες.

Ὁ διάλογος τοῦ Κυρίου μέ τόν τυφλό πού ἀκολούθησε, εἶναι θαυμάσιος. Ἀφοῦ τόν ἀκούμπησε, ὁ Κύριος τόν ρωτᾶ: «Τί θέλεις νά σοῦ κάνω;», γιατί θέλει νά ἀκούσει ἀπό τό ἴδιο τό στόμα τοῦ τυφλοῦ τήν ἐπιθυμία του. Ὁ τυφλός ἀπαντᾶ: «Κύριε, ἴνα ἀναβλέψω». Θέλει νά ἀποκτήσει τό φῶς τῶν ματιῶν του. Ἀπευθύνεται στόν Κύριο καί πιστεύει ἀκράδαντα, πώς μόνον αὐτός ἔχει τή δύναμη νά θεραπεύσει ὄχι μόνο τό σκοτάδι τῶν ματιῶν, ἀλλά καί τό σκοτάδι τῆς ψυχῆς, δηλαδή τήν ἁμαρτία, πού εἶναι πολύ χειρότερο ἀπό τήν τύφλωση τῶν ματιῶν.

Τέλος ὁ Κύριος ἀναγνωρίζει καί φανερώνει τήν πίστη τοῦ τυφλοῦ σ' ὅλους τούς παρόντες. «Ἡ πίστις σου σέσωκέ σε» τοῦ λέει. Δηλαδή «ἡ πίστη σου εἶναι τέτοια, πού σοῦ προσφέρει τή συχώρεση τῶν ἁμαρτιῶν σου καί τήν ἄπειρη ἀγάπη μου πού σέ ὁδηγεῖ στή σωτηρία». Γιά νά καταλάβουν καί οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι τό γεγονός τῆς σωτηρίας, πού συμβαίνει στήν ψυχή τοῦ τυφλοῦ, πραγματοποιεῖ τή θαυματουργική θεραπεία τῆς σωματικῆς του τυφλώσεως, ἡ ὁποία γίνεται ἀφορμή ἀενάου δοξολογίας.

 Ἀκολουθεῖ φωτογραφικό λεύκωμα.

 

Εκτύπωση