Η Ε΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ ΚΑΙ Η ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΣΑΒΒΑ ΤΟΥ ΕΝ ΚΑΛΥΜΝΩ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΑΘΑΝΑΣΙΟ ΣΥΜΗΣ 2022

 47

Σήμερα 10η Ἀπριλίου 2022, Ε΄ Κυριακή τῶν Νηστειῶν, ὁ Σεβ. Μητροπολίτης μας κ. Χρυσόστομος χοροστάτησε στόν Ὄρθρο καί τέλεσε τήν Θεία Λειτουργία στόν Ἐνοριακό Ναό τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου Σύμης, ὅπου ἑορτάστηκε καί ἡ ἱερά μνήμη τοῦ Ὁσίου πατρός ἡμῶν Σάββα τοῦ ἐν Καλύμνῳ. Ἀναφέρεται δέ, ὅτι στό κτιριακό συγκρότημα τοῦ μεγαλοπρεποῦς αὐτοῦ Ναοῦ, τιμᾶται ἐπ’ ὀνόματι τοῦ συγκεκριμένου Ἁγίου περικαλλές Παρεκκλήσιον, ὅπου πρός ἁγιασμόν τῶν πιστῶν φυλάσσεται ὡς μέγας πνευματικός θησαυρός ἡ ἱ. Εἰκόνα τοῦ Ὁσίου, εὐλογία τῆς Ἱ. Μονῆς Ἁγίων Πάντων τῆς Καλύμνου, ἔνθα ὁ Ἅγιος ἐγκαταβίωσε καί θεοφιλῶς ἀσκήτευσε.

Ἐφέτος, κατόπιν τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου μας κ. Χρυσοστόμου, μετά ἀπό σχετικό αἴτημα τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου, ἀπεστάλη ἐκ τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Λέρου, Καλύμνου καί Ἀστυπαλαίας κ. Παϊσίου, Ἱερόν Ἐπιτραχήλιον ἐκ τοῦ ἀφθάρτου Σκηνώματος τοῦ Ὁσίου Σάββα, τό ὁποῖον ἐτοποθετήθη σέ εἰδική καλλιτεχνική προθήκη κατασκευῆς τοῦ ξυλογλυπτικοῦ ἐργαστηρίου Μιχαήλ καί Ἰακώβου Μισοῦ, γιά νά παραμείνει εἰς τό διηνεκές εἰς τό Παρεκκλήσιον πρός εὐλογία τῶν εὐλαβῶν Χριστιανῶν τῆς ἐνορίας, ἀλλά καί πάντων τῶν Προσκυνητῶν τοῦ θαυματουργοῦ Ὁσίου.

Ὁ Σεβ. Ποιμενάρχης μας συλλειτούργησε μετά τοῦ Ἐφημερίου τοῦ Ἱ. Ναοῦ, Οἰκονόμου π. Ἐλευθερίου Ὀθίτη, τοῦ π. Ἀντωνίου Μανιᾶ καί τοῦ Διακόνου π. Γεωργίου Κακακιοῦ, ἐνῶ τό ἱ. ἀναλόγιον διακόνησαν οἱ Ἱεροψάλτες κ. Γεώργιος Μοσκιοῦ, κ. Ἐμμανουήλ Κυπριώτης καί κ. Ἀγαπητός Μιχελλής, μέ τήν συμμετοχή εὐαρίθμου ἐκκλησιάσματος, ὡς καί τοῦ Δημάρχου Σύμης, κ. Ἐλευθερίου Παπακαλοδούκα καί τοῦ πρ. Δημάρχου Ροδίων κ. Φωτίου Χατζηδιάκου. Ὁ Σεβασμιώτατος δραττόμενος τῆς εὐκαιρίας ἀνεφέρθη εἰς τήν σύγχρονη μορφή τοῦ τιμωμένου Ἁγίου Σάββα καί τήν κατά Θεόν βιωτή του, πού ὡς ἀποτέλεσμα εἶχε τήν καλλιέργεια μεγάλης καί μέχρι σήμερα ζώσης πνευματικότητος στήν εὐλογημένη Νῆσο τῆς Καλύμνου καί ἐν γένει στά Δωδεκάνησα.

 

sxedio02

agios savvas iconὉ θεόφρων πατὴρ ἡμῶν Σάββας ὁ νέος ὁ ἐν Καλύμνῳ, γεννήθηκε τὸ ἔτος 1862 στὴν Ἡρακλείτσα τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης ἀπὸ πτωχοὺς γονεῖς, τὸν Κωνσταντῖνο, ποὺ ἀσκοῦσε τὸ ἐπάγγελμα τοῦ μικροπωλητοῦ καὶ τὴν Σμαραγδή. Ἦταν μοναχοπαίδι καὶ κατὰ τὸ βάπτισμα ἔλαβε τὸ ὄνομα Βασίλειος. Ἀπὸ μικρὴ ἡλικία ἦταν πιστὸς καὶ εὐσεβής. Ἀφοῦ τελείωσε τό Δημοτικό σχολεῖο δὲν συνέχισε τὶς σπουδὲς του στὸ γυμνάσιο καί ὁ πατέρας του, τοῦ ἄνοιξε ἕνα μαγαζί. Ἡ ἀγάπη του γιὰ τὸν Χριστὸ μεγάλωνε καὶ ἐνῶ μόλις βρισκόταν στὴν ἐφηβική ἡλικία, εἶχε κατασταλάξει, ὅτι ἡ καρδιά του ποθοῦσε τὴν μοναχικὴ πολιτεία.

Μόλις σὲ ἡλικία δώδεκα ἐτῶν, ὁ νεαρὸς Βασίλειος ἄφησε τὴν δουλειὰ του καί ἔφυγε, διότι ἡ ψυχὴ του ποθοῦσε κάτι ἄλλο, μία ἄλλη, διαφορετικὴ ζωή. Κατευθύνεται στὸ Ἅγιον Ὅρος, στὴν Ἱερὰ Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης, ὅπου ἐπὶ δώδεκα ἔτη ζεῖ πλέον μὲ προσευχὴ καὶ αὐστηρὴ ἄσκηση. Στήν συνέχεια φτάνει προσκυνητής τοῦ Παναγίου Τάφου τοῦ Χριστοῦ στά Ἱεροσόλυμα.

Ἐλπίζοντας πάντα στὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, εἰσέρχεται στὴν Ἱερὰ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου Χοζεβᾶ, ὅπου ἔπειτα ἀπὸ τριετῆ ἐνάρετο βίο κείρεται μοναχὸς τὸ 1890 καὶ ἀργότερα, τὸ ἔτος 1894, ἀποστέλλεται ἀπὸ τὸν ἡγούμενο τῆς μονῆς, Καλλίνικο, στὴν Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης, γιὰ νὰ ἀσκηθεῖ στὴν ἁγιογραφία.

Τὸ 1902 χειροτονεῖται διάκονος καὶ τὸ ἑπόμενο ἔτος πρεσβύτερος. Διακονεῖ μέχρι τὸ ἔτος 1906 ὡς ἐφημέριος της Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Τὸ 1916 ὕστερα ἀπὸ 26 χρόνια περίπου παραμονῆς στοὺς Ἁγίους Τόπους, ἐπέστρεψε στὴν Ἑλλάδα. Ἔτσι σφραγίζει μία ὡραῖα ἀσκητικὴ ζωή, πλήρη πνευματικῆς καρποφορίας. Ἔφυγε ἀπὸ τὴν ἔρημο τοῦ Ἰορδάνου καί μεταβαίνει στὴ νῆσο Πάτμο, ὅπου διαμένει δυὸ χρόνια καὶ ἱστορεῖ δυὸ εἰκόνες στὸ Καθολικό τῆς Μονῆς.

Ἔπειτα ἔρχεται στὴν Ἀθήνα, ὅπου πληροφορεῖται ὅτι τὸν ἀναζητεῖ ὁ Ἅγιος Νεκτάριος. Μεταβαίνει στὴν Αἴγινα καὶ διακονεῖ τὸν Ἅγιο μέχρι τὴν ἡμέρα τῆς κοιμήσεώς του. Ἡ συγκαταβίωση μὲ τὸν Ἅγιο Νεκτάριο συνέβαλε πολύ στὴν πνευματική του πρόοδο. Ὅταν ὁ Ἅγιος Νεκτάριος ἐκοιμήθη, ὁ Ὅσιος Σάββας ἔμεινε ἔγκλειστος στὸ κελλί του μέ προσευχή γιὰ σαράντα ἡμέρες, ἀγιογραφώντας τήν πρώτη εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου.

Στὴν Αἴγινα παραμένει μέχρι τὸ ἔτος 1926. Ἀναχωρεῖ γιὰ τὴν Ἀθήνα, διότι στὴ Μονὴ προσέρχεται πολὺς κόσμος καὶ ὁ θόρυβος τὸν κουράζει. Στὴν Ἀθήνα συναντᾶ τὸν Καλύμνιο Γεράσιμο Ζερβό, ὁ ὁποῖος τὸν φιλοξενεῖ στὸ σπίτι του καὶ τὸν πείθει τελικὰ νὰ μεταβεῖ στὴν Κάλυμνο.
Μετὰ ἀπὸ θεία φώτιση, καταλήγει στὴν μονὴ τῶν Ἁγίων Πάντων, τήν ὁποία ἀνακαινίζει καί στὸν τόπο αὐτὸ ξεκινᾶ μία ἔντονη πνευματικὴ ζωὴ καὶ δραστηριότητα. Τὰ χαρίσματά του ἀρχίζουν νὰ ξεδιπλώνονται, ἀλλὰ καὶ νὰ αὐξάνονται.

Στήν Μονή τότε ζοῦσαν λίγες Μοναχές, τίς ὁποῖες ὁ Ἅγιος Σάββας διακονοῦσε μέ ταπείνωση ὡς Λειτουργός τῶν ἱ. Ἀκολουθιῶν καί Πνευματικός στό ἱ. Μυστήριο τῆς Ἐξομολογήσεως καί διαποιμάνσεως. Ὁ καθημερινός του μοναχικὸς βίος περιλαμβάνει τὴν ἁγιογραφία καὶ τὴν βυζαντινὴ μουσική, ποὺ γνώριζε καλά καί μάλιστα προσπάθησε νὰ μεταδώσει καὶ σὲ ἄλλους.

Ἐπίσης ἀγαποῦσε τὴν τέλεση τῶν Ἱ. Μυστηρίων καὶ κυρίως τὴν Θεία Εὐχαριστία, τὴν ὁποία φαίνεται ὅτι ἰδιαιτέρως ζοῦσε. Οἱ διηγήσεις περιγράφουν ὅτι συχνὰ συλλειτουργοῦσε μὲ ἁγίους καὶ ἀγγέλους. Ἀλλὰ καὶ τὸ μυστήριο τῆς Ἐξομολόγησης ὑπηρετοῦσε μὲ φόβο Θεοῦ καὶ διάκριση μεγάλη. Ἦταν ἐπιεικὴς καὶ εὔσπλαχνος μὲ τὶς ἁμαρτίες τῶν ἄλλων, δὲν ἀνεχόταν ὅμως τὴν βλασφημία καὶ τὴν κατάκριση.

Ἡ προσευχή ἦταν καθημερινά τό κύριο πνευματικό του ἔργο. Συχνὰ δάκρυζε καὶ μὲ πόθο παρακαλοῦσε γιὰ τὴν μετάνοια τῶν πνευματικῶν τοῦ παιδιῶν. Διδάσκει μὲ τά λόγια, ἀλλά καὶ τὸ παράδειγμά του. Βοηθᾶ χῆρες, ὀρφανὰ καὶ φτωχούς, ἀπό τά ἔσοδα τῆς ἁγιογραφίας. Ζεῖ μὲ ταπείνωση, ἄσκηση, ἀφιλοχρηματία καὶ προσφορά, ὥστε τὸ ἀγγελικὸ παράδειγμά του νὰ ἐνθυμοῦνται μὲ δάκρυα καὶ συγκίνηση ὅλοι ὅσοι τὸν ἐγνώρισαν.

Ἐπίσης, ἔκανε ἰδιαίτερη προσευχή γιά τήν ἐλευθερία τῶν Δωδεκανήσων, τά ὁποῖα ἐκεῖνα τά χρόνια βρίσκονταν κάτω ἀπό ἰταλική κατοχή. Οἱ ἑτερόδοξοι κατακτητές, προσπαθοῦσαν νά ἀφελληνίσουν τά νησιά μας καί νά ἀποκόψουν τούς Ἕλληνες κατοίκους ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί τήν Ὀρθόδοξη πίστη, κλείνοντας τά ἑλληνικά σχολεῖα καί ἀποδυναμώνοντας τούς δεσμούς μέ τήν μητέρα Ἐκκλησία.

Ὁ Ἅγιος εἶχε μυστική, ἡσυχαστικὴ ζωή, γευόταν τὴν προσευχή, ὡς ἕνωση Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου. Μέ τήν προσευχή του, πού ἔφτανε στόν Θρόνο τοῦ Θεοῦ, ἔσωζε καί σώζει πολλούς ἀνθρώπους ἀπό κινδύνους. Ἡ σκληρή του ἄσκηση τοῦ χάρισε τήν εὐωδία τοῦ σώματός του, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀσθένεια. Ἀξιώθηκε τῆς εὐωδίας τοῦ σώματός του ἐν ζωῇ, καθὼς καὶ τὸ πέρασμά του ἦταν εὐῶδες, εὐωδία ἡ ὁποία θὰ ἐξέλθει καὶ ἀπὸ τὸ μνῆμα του μετὰ τὴν ἐκταφή του.

Κατ' αὐτὸν τὸν τρόπο συμπλήρωσε τὶς ἡμέρες τῆς ἐπίγειας ζωῆς του, μὲ ἄκρα περισυλλογὴ καὶ ἱερὰ κατάνυξη, ἐνῶ λίγο πρὶν τὸ τέλος ἡ τελευταία φράση του ἦταν «Ὁ Κύριος, ὁ Κύριος, ὁ Κύριος». Ἡ ὁμολογία αὐτὴ ἦταν ἡ βεβαίωση τῆς ἐν Χριστῷ πορείας του καί τελειώσεως.

Αὐτὸ ποὺ πραγματικὰ φανέρωσε τὴν ἁγιότητα τοῦ Ὁσίου, ἦταν ἡ μυροβλυσία ἐκ τοῦ τάφου του. Ἦταν ἕνα πυκνὸ νέφος θείας εὐωδίας ποὺ κάλυψε ὁλόκληρη τὴν περιοχὴ τῆς Μονῆς καὶ τὸ θεϊκὸ αὐτὸ σημεῖο ἔγινε γνωστό σ’ ὅλο τό νησί. Ὅλοι αἰσθάνονταν τὴν εὐωδία τοῦ λειψάνου του χιλιόμετρα μακριά, καὶ ὅλοι ἔτρεχαν πρὸς τὸ μοναστήρι γιὰ νὰ τὸν δοῦν, νὰ τὸν προσκυνήσουν καὶ νὰ προσευχηθοῦν ἐνώπιόν του.

Μετὰ ἀπὸ 10 ἔτη, ἔγινε ἡ ἀνακομιδὴ τῶν ἁγίων λειψάνων του, στὶς 7 Ἀπριλίου 1957. Ἕνα πυκνὸ νέφος θείας εὐωδίας κάλυψε ὁλόκληρη τὴν περιοχὴ. Τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ὁσίου μεταφέρθηκε σὲ λάρνακα, στὸ παρεκκλήσι τοῦ Ἁγίου Σάββα τοῦ Ἠγιασμένου. Ἡ ἐπίσημη ἁγιοκατάταξη τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Σάββα τοῦ Νέου ἔγινε διὰ Πατριαρχικῆς καί Συνοδικῆς Πράξεως τοῦ Οἰκουμενικοῦ ἡμῶν Πατριαρχείου τήν 19η Φεβρουαρίου 1992.

Ἀκολουθεῖ φωτογραφικό λεύκωμα τῆς λειτουργικῆς συνάξεως.