ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΥΠΟΜΟΝΗΣ ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΚΕΧΑΡΙΤΩΜΕΝΗ ΣΥΜΗΣ ΚΑΙ ΕΠΙΜΝΗΜΟΣΥΝΗ ΔΕΗΣΙΣ ΕΠΙ ΤΗ ΑΛΩΣΕΙ ΚΑΙ ΤΗ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ

001

Τήν Κυριακή 29η Μαΐου 2022, ἡμέρα μνήμης τῆς Ἁγίας Ὑπομονῆς μητρός τοῦ τελευταίου Αὐτοκράτορος τῆς Κωνσταντινουπόλεως, Κωνσταντίνου τοῦ Παλαιολόγου καί θλιβερά ἐπέτειος τῆς Ἁλώσεως αὐτῆς, ὡς καί συμπλήρωσις ἑκατό ἐτῶν ἀπό τῆς Μικρασιατικῆς καταστροφῆς, ὁ Σεβ. Μητροπολίτης μας κ. Χρυσόστομος θά προστῇ τοῦ Ὄρθρου καί τῆς Θ. Λειτουργίας εἰς τόν Ἐνοριακό Ἱ. Ναό Παναγίας Κεχαριτωμένης Σύμης καί εἰς τό τέλος θά τελεσθῆ Ἐπιμνημόσυνος Δέησις ὑπέρ ἀναπαύσεως πάντων τῶν οἰκτρῷ θανάτῳ καί πικρᾷ δουλείᾳ τελειωθέντων ἀδελφῶν Χριστιανῶν.

Καί τοῦτο, διότι εἰς τόν ὡς ἄνω Ἱ. Ναόν εὑρίσκονται ἀποτεθησαυρισμέναι αἱ Ἱεραί Εἰκόνες τῆς Παναγίας «Καμαριανῆς» καί «Καραμακιανῆς», προερχόμεναι ἀπό τά ἀπέναντι τῆς Σύμης Μικρασιατικά παράλια, τίς ὁποῖες μετέφεραν γιά νά διασωθοῦν ἀπό τήν καταστροφή οἱ Συμαίοι Ἐπιστάται τῶν Ἱερῶν αὐτῶν Μονυδρίων.

Χρέος ἱερόν καί καθῆκον, ἡ ὡς ἄνω λατρευτική ἐκδήλωσις τιμῆς καί μνήμης, διά πάντας τούς ἀειμνήστους προγόνους μας καί ὑπενθύμησις διά πάντας ἡμᾶς, τῶν ἡρωϊκῶν των κατορθωμάτων καί τῆς μέχρι θανάτου αὐτοθυσίας των.

Κατά δέ τό δεύτερον δεκαπενθήμερον μηνός Αὐγούστου τρέχοντος ἔτους θά πραγματοποιηθῆ εἰς τό πλατύ τοῦ ὡς ἄνω Ἱεροῦ Ναοῦ, σέ συνεργασία μέ τόν Σύλλογο Συμαίων Ρόδου «ὁ Γλαῦκος» τό β΄ μέρος τιμῆς καί μνήμης πού θά περιλαμβάνει πολιτιστικές μουσικοχορευτικές ἐκδηλώσεις ἀπό τίς ἀλησμόνητες Πατρίδες.

Ἀκολουθεῖ ἀδημοσίευτη ἱστορική ἀναφορά τοῦ κ. Ἐμμανουήλ Ἀντώνογλου, εἰς τά δύο αὐτά Ἱερά Μονύδρια Παναγίας «Καμαριανῆς» καί «Καραμακιανῆς», ἀπογόνου τοῦ ἀειμνήστου Ἐπιστάτου τοῦ Ἱ. Μονυδρίου Παναγίας «Καμαριανῆς» Μικρᾶς Ἀσίας Πέτρου Κατσιμπρῆ.

ΠΑΝΑΓΙΑ ΚΑΜΑΡΙΑΝΗ

Kamariani 1«Ἀκριβῶς ἀπέναντι ἀπό τόν Κούτσουμπα στόν κόλπο τῆς Μικρᾶς Ἀσίας βρίσκεται τό νησί Καμάρι. Ἕνας μικρός παράδεισος κατάφυτος ἀπό ἐλιές, κληματαριές καί χαρουπιές, μέ τό Μοναστήρι τῆς Παναγιᾶς τῆς Καμαριανῆς νά δεσπόζει στήν πλαγιά τοῦ λόφου. Τό μοναστήρι μέ τό περίτεχνο χαλικόστρωτο πλατύ καί τίς αἰωνόβιες ἐλιές, τά τρία νεοκλασικά κελιά μέ τίς κεραμοσκεπές, τούς δυό ἀνεμόμυλους καί τό μικρό φιλόξενο λιμανάκι νά περιμένει τούς προσκυνητές...

Προσκυνητές ἀπό τή Σύμη, τή Σμύρνη, τό Λιβίσι τά Μύρα τῆς Λυκίας, τήν Καππαδοκία …ὡς καί Μουσουλμάνους ἀπό τίς γύρω περιοχές πού γινόντουσαν ἕνα, ἀνήμερα τῆς Μεγάλης γιορτῆς τοῦ Δεκπενταύγουστου.

Ἄν καί τό νησί ζοῦσε τήν καθημερινότητά του μέ τούς ἐργάτες νά φροντίζουν γιά τό κάθε τί ὥστε νά πάει καλά ἡ σοδειά τῆς ἐλιᾶς καί τοῦ τρύγου, ὅσον ἐπλησίαζε τό καλοκαίρι ἡ οἰκογέννεια τοῦ Πέτρου Κατσιμπρῆ φρόντιζε γιά τή φιλοξενία τῶν ἑκατοντάδων προσκυνητῶν πού κατέκλυζαν τό νησί ἀπ’ ἄκρη σ’ ἄκρη ἀπό τίς πρῶτες κιόλας ἡμέρες τοῦ Αὐγούστου. Ἡ γιαγιά τό Μαριώ πού ἦταν ‘’μίμιστρο’’ στήν καθαριότητα φρόντιζε νά εἶναι ὅλα στήν ἐντέλεια.

Ἀπό τῆς Πεντηκοστῆς καί ὕστερα ξεκινοῦσαν τά χιλιάσματα τῶν κελιῶν καί τοῦ Μοναστηριοῦ, τά βουρτσίσματα τῶν σουφάδων καί τῶν ναουμάδων, τά γυαλίσματα τῶν μπακιρένιων σκευῶν, τά γανώματα τῶν μεγάλων κατζανιῶν, ἄλλα γιά τούς καφέδους καί ἄλλα γιά τά λοόντων λογιῶν φαγιά. «Τόσον γκόσμον ἔχουν ἅ ταΐσουν κι ἔμπρεπει α τούς ναελάσουν». Γιά τό ξιμάτζωμα τοῦ χαλικόστρωτου πλατιοῦ μέ τίς ἐξαιρετικές ἀπεικονίσεις, χρόνια τώρα καταπιάνεται ἡ τούρκα ἡ Ἀϊσέ μέ τίς κόρες της … Τάξιμο λέει τόχουν ἀπό μάνα σέ κόρη… Σάμματι κι εἶναι οἱ μόνες ποῦ πιστεύγουν στή χάρη της; Ἑκατοντάδες εἶναι οἱ μουσουλμάνοι πού ἔρχονται γονατιστοί στή Μεγαλόχαρη καί μυριάδες τά κουρελλάκια – τάματα κρεμασμένα στίς αἰωνόβιες ἐλιές ὑπέρ εὐόδωσης καί ὑγείας ἀλλοθρήσκων.

Δυό γυιούς καί ὀκτώ κόρες εἶχαν ὁ Πέτρος καί ἡ Μαρία Κατσιμπρή, ἔμπορος ἀπό τή Σύμη, ἰδιοκτήτης τοῦ νησιοῦ Καμάρι καί κτήτορας τοῦ Μοναστηριοῦ. Τό κάθε παιδί εἶχε τό δικό του διακόνημα νά ἐπιτελέσει.

Ἡ μεγάλη ἡ κόρη τό Δικισσάκι μέ τήν δευτερότοκη τό Φωτενάκι φρόντιζαν σάν «οἰκοδέσποινες» γιά τήν φιλοξενία τῶν προσκυνητῶν. Ἡ Σουλτάνα μέ τήν Καμαριανή γιά τά φαγητά. Νηστίσιμα γιά τή νηστεία καί μαγειρίτσα, γιαπράκια καί κατσικάκι μέ τό κριθαράκι γιά ἀνήμερα τῆς Γιορτῆς τῆς Μεγαλόχαρης.

Ὁ Νικόλας ἀναλαμβάνει μέρος τῆς μεταφορᾶς, μέ τό καΐκι τους τήν ‘’Καμαριανή’’, τῶν προσκυνητῶν καί ἀπό τή Σύμη καί ἀπό τά παρακείμενα Μικρασιατικά Παράλια.

Ἡ Οὐρανία μέ τή Δέσποινα καί τήν Ἑλένη δέν προφταίνουν νά δίνουν κλινοσκεπάσματα στούς πιστούς καί μέ τήν βοήθεια τοῦ Ἀγάπιου φρόντιζαν τά τοῦ Μοναστηριοῦ. Τέσσερις σειρές σημαιάκια πολύχρωμα στόλιζαν τό μεγάλο πλατύ κι ἡ Παναγιά φάνταζε ἀπό μακρυά πελώρια καί ἐπιβλητική σάν νυφούλα στολισμένη στή μέση του πελάου. Κι ὁ ἦχος τῆς καμπάνας, τάμα τοῦ Κωστῆ Νεαμονήτου ἀπό τή Χίο, ἄντρα τῆς πρωτοκόρης τοῦ Πέτρου Κατσιμπρῆ διαλαλοῦσε τό χαρμόσυνο γεγονός ἴσα μέ τά βάθη τῆς Ἀνατολῆς.

Ἦταν τόσο γλυκός ὁ ἦχος τῆς καμπάνας πού νόμιζες κι ἀντάμωνε μέ τούς ψαλμούς τῶν Ἀγγέλων μέ τά Χερουβείμ καί τά Σεραφείμ. Τριάντα λίρες χρουσές καί δυό ἀρμαθιές φλουριά, ἀπό τήν προίκα τῆς γυναίκας του ἔριξε ὁ Νεαμονητός στό χυτήριο τοῦ γνωστοῦ καμπανοποιοῦ τῆς Σύμης Ἀναστασιάδη γιά τήν μεγάλη καμπάνα. Γιά νά φτάνει παντοῦ ὁ ἦχος της• παντοῦ καί νά ἀφυπνίζει τό θρησκευτικό μας συναίσθημα.

Δέν ἦταν λίγες οἱ φορές πού στόν Μεγάλο Ἑσπερινό καί ἀνήμερα τῆς γιορτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου συμμετεῖχαν καί Ἱερεῖς καί πρωτοψάλτες, πού ἐρχόντουσαν κυρίως ἀπό τή Σμύρνη καί τό Λεβίσι, δίνοντας ἰδιαίτερη λαμπρότητα στόν ἑορτασμό.

Πέτρο ἐφέντη καί μαμά Μαρία φώναζαν τούς Πέτρο Κατσιμπρή καί τήν γυναίκα του οἱ κάτοικοι τῶν γύρω περιοχῶν ἀπό τό Καμάρι. Ὑπῆρχαν στενοί δεσμοί ἀλληλοεκτίμησης καί ἀγάπης πού πήγαιναν ἀπό γενιά σέ γενιά.

Ἄλλωστε δέν ἦταν λίγοι αὐτοί πού εἶχε στή δούλεψη τοῦ ὁ Πέτρος Κατσιμπρής. ‘Αλλους γιά τήν καλλιέργεια τῆς ἐλιᾶς καί τῶν ἀμπελιῶν, ἄλλους γιά τήν γονιμότητα τῆς γῆς καί ἄλλους γιά τήν ἐκτροφή τῶν ἀμνοεριφίων, ἄλλους γιά τή φύλαξη τοῦ Μοναστηριοῦ καί τοῦ νησιοῦ ἀπό ἐπικίνδυνους ἐπισκέπτες. Ἐκεῖ στό νησάκι εὕρισκαν φιλοξενία καί θαλπωρή κυρίως ψαράδες ἀπό τή Σύμη καί ἔμποροι ὅταν ἀντάμωναν φουρτοῦνες στά ταξίδια τους.

Μέ τό πρῶτο χάραγμα τῆς μέρας ἀπό τήν πρώτη του Αὐγούστου χτυποῦσε ἡ καμπάνα γιά τόν ὄρθρο καί ἡ γιαγιά τό Μαριώ μέ στεντόρεια φωνή καί ἰδιαίτερη εὐλάβεια ἔψελνε τόν ἑξάψαλμο, βοηθώντας τόν Ἱερομόναχο πού μέ τήν ἐπιβλητική καί ἀσκητική του μορφή δέν ξεχώριζε ἀπό τίς εἰκόνες τῶν Ἁγίων.

Καί τό δείλι μέ τό φῶς τῶν καντηλιῶν ξεκινοῦσε ἡ Παράκληση στήν Παναγία μέ τό ‘’Ἀπόστολοι ἐκ περάτων…’’ νά φτάνει σέ κάθε γωνιά τοῦ νησιοῦ ἀπό τά στόματα ὅλων μικρῶν μεγάλων, Ρωμιῶν καί Μικρασιατῶν, Χριστιανῶν καί Μουσουλμάνων.

Ὅλοι μαζί ἀδελφωμένοι συνεργάζονταν γιά τό Πάσχα τοῦ καλοκαιριοῦ καί κάθιζαν στό ἴδιο τραπέζι Ἀγάπης πού ἁπλόχερα πρόσφερε τό Μοναστήρι στούς ἐπισκέπτες του. Οἱ εὐχές διαδεχόντουσαν ἡ μία τήν ἄλλη τσουγκρίζοντας τά ποτήρια τους μέ κόκκινο μυρωδάτο κρασί μέ τήν ὑπόσχεση νά ἀνταμώσουν ξανά τοῦ χρόνου. Καί ἀκολούθει τό γλέντι …

Δυό ὀρχήστρες ἔπαιρναν μέρος στή χάρη της. Μία ἀπό τή Σύμη μέ τό βιολί, τή λύρα, τό σαντούρι, τή τσαμπούνα καί τό λαοῦτο καί μία ἀπό τή Σμύρνη γιά τούς Μικρασιάτικους καί τούς Εὐρωπαϊκούς χορούς. Φρόντιζαν γι’ αὐτό οἱ δυό γιοί τοῦ Κατσιμπρῆ γιά νά ἱκανοποιήσουν ὅλα τά γοῦστα καί τίς ἀπαιτήσεις τῶν πανηγυριωτῶν.

Τόν χορό ξεκινοῦσε ὁ Πέτρος Κατσιμπρής πάντοτε μέ τόν πολίτικο συρτό μέ τήν γυναίκα του τό Μαριώ πού εἶχε τήν τιμητική της καί τόν γυιό του τόν Ἀγάπιο. Ἀκολουθοῦσε τό ‘’πούσσαι’’ καί τό ‘’ναμμαι’’ μέ τίς ὀκτώ κόρες τοῦ Κατσιμπρῆ νά ἐναλλάσσονται στόν χορό κάτω ἀπό τό περήφανο βλέμμα τοῦ πατέρα των. Καί τό τσούρι ἔπεφτε βροχή πρός τέρψη τῶν μικρῶν παιδιῶν.

Ἀκολουθοῦσε ὁ χορός τῆς Μουχούρτας μέ τόν κάθε καβαλιέρο νά πλειοδοτεῖ γιά νά χορέψει τήν ντάμα του, ὑπέρ ἐνίσχυσης ἀναξιοπαθούντων. Ἀκολουθοῦσαν καρσιλαμάδες, ὁ χορός τῶν μαχαιριῶν, σοῦστες, συρτά, ὁ κόνιαλλης καί ἄλλοι πιό νεότεροι: Βάλς, τανγκό, μαντζοῦρκες… μέ τούς χορευτές νά ἐπιδεικνύουν τήν χάρη τους καί τήν λεβεντιά τους προκαλώντας αἰσθήματα θαυμασμοῦ στούς παρευρισκόμενους.

Καί τό γλέντι κρατοῦσε μέχρι τό ξημέρωμα μέ γέλια, τραγούδια, καί χορούς καί τό κρασί ἔρεε ἄφθονο ἀπό τίς νταμιτζάνες τοῦ μοναστηριοῦ. Καί συνέχιζε τό γλέντι μέχρι τήν ὥρα τ’ ἀποχαιρετισμοῦ… Μέ τόν ἦχο τῆς καμπάνας νά τούς ἀποχαιρετᾶ ἕναν ἕναν ξεχωριστά …

Καί φτάνουμε στόν μαῦρο Σεπτέμβρη τοῦ 1922.
Ἡ Σμύρνη καίγεται καί μαζί της ἡ καρδιά τοῦ Ἑλληνισμοῦ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καί ὄχι μόνο. Στή Σύμη μέ ἀκατάλυτους δεσμούς οἰκονομικούς, κοινωνικούς, ἐμπορικούς καί θρησκευτικούς ἐπικρατεῖ ἀναστάτωση. Ἔχουν ἤδη φτάσει οἱ πρῶτοι πρόσφυγες ἀπό τή Σμύρνη, τή Σταδιά, τό Λεβίσι τά Καράμακκα, τήν Μάκρη καί ἡ κατάσταση εἶναι δραματική. Εἶναι ἄνθρωποι πού σκοτώθηκαν, εἶναι περιουσίες πού χάθηκαν, φιλίες πού ξεριζώθηκαν ἀπό τή μία στιγμή στήν ἄλλη.

Ὅμως εἶναι καί κάτι ἀκόμα.
Τά Ἱερά καί τά Ὅσια πού δέν μ-πρέπει νά πέσουν σέ βέβηλα χέρια. Μέ κάθε μυστικότητα στίς 30 τοῦ Σεπτέμβρη τοῦ 1922, ἀπόντε μεσάνυχτα φεύγει ἀπό τό Πέδι τό ‘’Παναγία Καμαριανή’’ κάτω ἀπό τό ἄγρυπνο μάτι τῶν Ἰταλῶν καταχτητῶν, δῆθεν γιά τή Ρόδο γιά νά κάνει σκωληκοειδίτιδα ἡ μικρή Θεολογία. Εἶναι μέσα ὁ Πέτρος Κατσιμπρής, ἡ γυναίκα του τό Μαριώ, ὁ Ἀγάπιος μέ τό Φωτενάκι καί ὁ γαμπρός του ὁ Θοδωρής ὁ Μακρόπουλος, ἄντρας τῆς κόρης του τῆς Σουλτάνας καί ὁ πάπα Γιώργης.

Μέ κάθε προφύλαξη φτάνουν στήν Καμαριανή. Ἐκεῖ τούς περιμένουν ἡ Ἀϊσσέ ἡ Τούρκα μέ τόν ἄντρα της τόν Μουσταφά καί τρεῖς ἀκόμη ἀπό τό χωριό Σουλεϊμανιγιέ κοντά στό νησάκι. Χρόνια στή δούλεψη τοῦ Πέτρου Κατσιμπρῆ καί τόν αἰσθάνονται σάν πατέρα τους.

Ὁ πάπα Γιώργης μέ τρεμάμενη φωνή ἀρχίζει νά ψέλνει καί οἱ παρευρισκόμενοι μέ γρήγορες κινήσεις ἀρχίζουν μέ εὐλάβεια νά ξηλώνουν εἰκονίσματα ἀπό τό τέμπλο, τά ἀσημένια καντήλια, τά θυμιατά τά Ἱερά σκεύη τόν Ἐσταυρωμένο καί τά ὀστά τῶν Ἁγίων ἀπό τήν Ἁγία Τράπεζα.

Μοναδικός ἀκοίμητος φρουρός ἔμεινε ὁ Ἰησοῦς Χριστός ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἐκεῖ στήν Ἱερά Πρόθεση γιά νά θυμίζει στό διάβα τῶν αἰώνων τά ὅσα ἔζησε ὁ τόπος αὐτός ὁ Ἱερός. Τελευταία ἔμεινε ἡ μεγάλη καμπάνα μέ τό σήμαντρο.

Βουβές σκιές μέ τό πολύτιμο φορτίο στούς ὤμους κατεβαίνουν πρός τό λιμανάκι… Μόνη της ἡ Θεολογία ἔρχεται στό τέλος τῆς πομπῆς μέ ἕνα κλωνάρι ἀπό τήν αἰωνόβια ἐλιά. Καθ’ ὑπόδειξη τοῦ πατέρα της ἔμεινε τελευταῖα γιά νά κρύψει σέ σίγουρο μέρος τά κλειδιά τοῦ Μοναστηριοῦ μέ τά χρυσά τάματα τῆς Παναγίας. Κάποια στιγμή, κάποτε κάποιοι θά ξαναγυρίσουν καί ὅλα θά εἶναι ὅπως πρῶτα. Σιωπηλοί μπαίνουν στό καΐκι γιά τόν γυρισμό. Ἡ γιαγιά τό Μαριώ ἔχει στήν ἀγκάλη της τόν ἀνεκτίμητο θησαυρό, τό Μεγάλο κειμήλιο τῆς Χριστιανοσύνης, τό εἰκόνισμα τῆς Παναγίας.

Τά δάκρυα φεύγουν ἀσταμάτητα ἀπό τά μάτια τους καί γίνονται ἕνα μέ τήν ἁλμύρα τῆς θάλασσας. Ἀποχαιρετοῦν τό νησάκι τους, τόν τόπο τους… Ἀπό τό νησί ἀκούγεται ἕνας λυγμός… Εἶναι τό μοιρολόϊ τῆς Ἀϊσέ πρός τήν Παρθένο Μαρία: «Ἐν τῇ Γεννήσει τήν παρθενίαν ἐφύλαξας, ἐν τῇ Κοιμήσει τόν κόσμον οὐ κατέλιπες Θεοτόκε…».

1) Τά εἰκονίσματα τῆς Παναγίας τῆς Καμαριανῆς πῆγαν στήν Παναγία τήν Χαριτωμένη καί κάποια στόν Ἄη Νικήτα στό Ξίσος.

2) Τά Ἱερά σκεύη καί τό Εὐαγγέλιο δόθηκαν στήν Ἐκκλησία τοῦ Εὐαγγελισμοῦ.

3) Ἡ μεγάλη καμπάνα στήν ἐκκλησία τοῦ Ἄη Γιάννη.

4) Τά Κωνσταντινάτα τῆς Παναγίας δόθηκαν ἀπό τή Φωτεινή Κάτσικα δευτερότοκη κόρη τοῦ Πέτρου Κατσιμπρῆ, διά μέσου τῆς ἀνηψιᾶς τῆς Καμαριανῆς Μακρῆ στήν Παναγία τήν Χαριτωμένη γιά νά μποῦν μπροστά στό εἰκόνισμα τῆς Παναγίας».

Πηγές: 1) Φωτεινή Κάτσικα – Κατσιμπρῆ, 2) Μαρία Ἀραπούδη, 3) Γιάννης Νεαμονητός, 4) Θεολογία Κατσιμπρῆ, 5) Σούλα Ἀντωνόγλου, 6) Καμαριανή Μακρῆ & 7) Ἀριστείδης Μακρόπουλος.

Kamariani 2Kamariani 3

 

Karamakkiani 1ΠΑΝΑΓΙΑ ΚΑΡΑΜΑΚΙΑΝΗ

Ἀνάλογη μέ τήν Ἱστορία τῆς Καμαριανῆς εἶναι τῆς Παναγίας τῆς Καραμακκιανῆς ἀπό τά Καράμακκα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας.

Στή Χερσόνησο τοῦ Ἀλωποῦ, ἐκεί πού βρίσκονται τά ἀρχαία Λώρυμα, ὑπῆρχαν τά Καράμακκα, μετόχι τῶν Συμιακῶν, χωριό μέ ἀνεπτυγμένη τήν γεωργία καί τήν κτηνοτροφία. Προστάτιδα τοῦ χωριοῦ ἦταν ἡ Παναγία ἡ Καραμακκιανή! Ἀκριβῶς πάνω στό λόφο τοῦ Ἀλωποῦ, βλέποντας τήν Σύμη, στό ὕψος τῆς Νανούς. Μετά τήν Μικρασιατική καταστροφή οἱ Καραμακκιῶτες ἀναγκάστηκαν νά ἐγκαταλείψουν τό χωριό τους καί νά ἐγκατασταθοῦν μόνιμα στή Σύμη.

Μέ πρωτοβουλία τοῦ Λευτέρη Χατζηπέτρου φρόντισαν νά φέρουν στή Σύμη τά εἰκονίσματα τοῦ Μοναστηριοῦ τά ὁποία τοποθέτησαν ἀρχικά στήν Παναγία τήν Χαριτωμένη, στήν Παναγιά τή Μεγάλη καί στόν Ἱερό Ναό τοῦ Ἰωάννη τοῦ Προδρόμου στόν Γιαλό.

Ὁ Λευτέρης ὁ Χατζηπέτρος μέ τά παιδιά του: τόν Νούφρη, τόν Νικόλα, τόν Σωτήρη, τόν Γιάννη, τήν Καθολική, καί τήν Ἄννα φρόντιζαν κάθε χρόνο νά γιορτάζεται ἡ Κοίμηση τῆς Θεοτόκου στήν Παναγία τή Χαριτωμένη ὅπως καί ἡ μνήμη τῆς Ἁγίας Ἄννης τό εἰκόνισμα τῆς ὁποίας μεταφέρθηκε ἐκεῖ.

Τήν δεκαετία τοῦ 1960 ὁ Σωτήρης Χατζηπέτροςγυιός του Λευτέρη Χατζηπέτρου φρόντισε καί μεταφέρθηκαν στήν Παναγία τήν Χαριτωμένη ὅλα τά εἰκονίσματα τῆς Παναγίας τῆς Καραμακκιανῆς.

Πηγές: 1) Ἄννα Ἔλ. Χατζηπέτρου &  2) Ἄννα Σωτ. Χατζηπέτρου - Καραγιάννη

 

 

 

 

 

 

  Φωτογραφίες ἀπό τό προσωπικό ἀρχεῖο τοῦ κ. Μιχαήλ Τσαβαρῆ.

Karamakkiani 2

Karamakkiani 3