Ἡ Μεγίστη, τό ἀκριτικότερο αὐτό νησί τῶν Δωδεκανήσων ἀπέχει 72 ν.μ. ἀπό τή Ρόδο καί μόλις 1 ν. μίλι ἀπό τίς ἀκτές τῆς Τουρκίας. Ἔχει ἔκταση 9,5 τ. χλμ. καί βραχῶδες ἔδαφος. Μικρό ἀλλά ἱστορικό νησάκι, τό Καστελλόριζο κατοικήθηκε ἤδη ἀπό τή νεολιθική ἐποχή ἐνῶ στή συνέχεια ἀποικήθηκε ἀπό τούς Δωριεῖς, οἱ ὁποῖοι ἔκτισαν καί τήν ἀκρόπολη στό Παλαιόκαστρο, στή δυτική πλευρά τοῦ λιμανιοῦ, τμήματα τῆς ὁποίας σώζονται ὡς τίς μέρες μας. Αὐτοί ἔδωσαν στό νησί καί τό πομπῶδες ὄνομα Μεγίστη ὅπως ἀκόμα ὀνομάζεται ἐπίσημα ὁ Δῆμος του. Τό ὄνομα Μεγίστη, τό πῆρε, σύμφωνα μέ τήν ἐπικρατέστερη ἐκδοχή, λόγω τοῦ ὅτι εἶναι τό μεγαλύτερο ἀπό ἕνα σύμπλεγμα δεκατεσσάρων μικρῶν νησιῶν μέ πιό γνωστή τή νησίδα Ρῶ. Ἕνας θρύλος ἀποδίδει τήν συγκεκριμένη ὀνοματοδοσία στόν πρῶτο οἰκιστή πού λεγόταν Μεγιστέας. Τό γνωστότερο ὄνομα Καστελλόριζο εἶναι δυτικῆς προέλευσης καί σημαίνει κόκκινο φρούριο (Castello rosso).
Στό νησί ἄνθησε καί Μυκηναϊκός πολιτισμός, ὅπως φαίνεται ἀπό τά εὐρήματα τῶν μυκηναϊκῶν τάφων πού ἔχουν φέρει στό φῶς οἱ ἀνασκαφές. Ἐξ ἄλλου κίονες ἀπό γρανίτη πού ἔχουν χρησιμοποιηθεῖ γιά τήν κατασκευή τοῦ ἐνοριακοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου, προέρχονται ἀπό τό ἱερό τοῦ Λυκίου Ἀπόλλωνος, πού βρισκόταν ἀντίκρυ στά Πάταρα τῆς Λυκίας. Τό 530 π.Χ. ἡ Μεγίστη περνάει στήν κυριαρχία τῶν Ροδίων καί ἀκολουθεῖ τήν ἴδια ἱστορική πορεία μέ τήν πρωτεύουσα τῶν Δωδεκανήσων. Ἕως τούς ρωμαϊκούς χρόνους ἀνῆκε στό κράτος τῆς Ρόδου ως τμῆμα τῆς Περαίας της.
Κατόπιν γνώρισε τή Ρωμαϊκή κυριαρχία, ἐλευθερώθηκε ἀπό τούς Βυζαντινούς καί τό 1306 πέρασε στή κατοχή τῶν Ἱπποτῶν τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη. Τότε κτίστηκε πάνω ἀπό τήν πόλη στή θέση τῆς ἀρχαίας ἀκρόπολης καί τό θρυλικό κάστρο, τό Castello rosso, ἀπό τό ὁποῖο, ὅπως ἤδη ἀνεφέρθη, τό νησί πῆρε καί τό ὄνομα Καστελλόριζο.
Τό 1523 περιέρχεται στούς Τούρκους καί ἀνήκει στά δώδεκα προνομιοῦχα νησιά τοῦ Ἀρχιπελάγους. Παίρνει μέρος στήν ἐπανάσταση τοῦ 1821 γιά νά ἐπανέλθει στήν τουρκική κυριαρχία. Στά χρόνια του Α' Παγκοσμίου πολέμου περιέρχεται στούς Γάλλους καί στή συνέχεια στούς Ἰταλούς. Κατά τή διάρκεια τῶν δυό παγκοσμίων πολέμων τό νησί βομβαρδίζεται καί ὑφίσταται μεγάλες καταστροφές, μέ ἀποτέλεσμα ἀπό 15.000 κατοίκους πού ἀριθμοῦσε τότε, σήμερα λόγω τῆς ἀθρόας μετανάστευσης, νά μετρᾶ περίπου 300 περήφανους ἀκρίτες. Τέλος τό 1943 ἐνώνεται μέ τήν μητέρα Ἑλλάδα.
Τά τελευταία χρόνια ὅμως, τό Καστελλόριζο ξαναβρίσκει τήν παλιά του αἴγλη. Τό νησί «ἀνακαλύφθηκε» τουριστικά καί ὁλοένα καί περισσότεροι φίλοι τῶν ταξιδιῶν ἀγκυροβολοῦν στό ὄμορφο αὐτό Αἰγαιοπελαγίτικο λιμάνι. Τό Καστελλόριζο προσφέρεται γιά ἥσυχες διακοπές καί ἀνταμείβει κάθε ἐπισκέπτη του μέ τίς μοναδικές ὀμορφιές του, τίς ἐκπληκτικές παραλίες του καί τήν μοναδική φιλοξενία τῶν κατοίκων του. Ἀναμφίβολα εἶναι ἕνα ἀναπτυσσόμενο τουριστικό θέρετρο. Οἱ ὑποδομές του καλύπτουν μέ πληρότητα τίς ἀνάγκες τῶν ἐπισκεπτῶν του. Λειτουργοῦν ξενοδοχεῖα καί ἐνοικιαζόμενα δωμάτια. Τό νησί συμπορεύεται μέ μία μεγάλη ναυτική παράδοση καί σηματοδοτεῖται ἔντονα ἀπό τή ναυτική καί ἐμπορική ἀνάπτυξη πού κάποτε γνώρισε.
Ὁ μόνος οἰκισμός ἀποτελεῖ ταυτόχρονα καί τήν πρωτεύουσα τοῦ νησιοῦ, ἡ ὁποία ἐκτείνεται κατά μῆκος τῆς ἀκτογραμμῆς τοῦ λιμανιοῦ, μπροστά ἀπό τόν κόκκινο βράχο. Σῆμα κατατεθέν τά παραδοσιακά ἀρχοντόσπιτα νεοκλασικοῦ τύπου διώροφα ἤ τριώροφα, λευκά ἤ χρωματιστά. Ἀξιόλογα δημόσια κτήρια καί μνημεῖα, εἶναι τό Δημαρχεῖο καί ἡ Νέα Ἀγορά, δυό ἀρχιτεκτονικά κοσμήματα μέ καμάρες, ἔργα τῆς ἐποχῆς τῆς ἰταλοκρατίας, τό τζαμί (18ος αἰ.), ἡ «Σαντραπεία Ἀστική Σχολή» κτίσμα τοῦ 1903 πού βρίσκεται δίπλα στό Ἱερό Ναό Ἁγ. Κωνσταντίνου καί Ἑλένης καί ἀποτελεῖ τό σπουδαιότερο ἐκπαιδευτικό ἵδρυμα τοῦ νησιοῦ. Ἐπίσης τό Ἐντευκτήριο (περιοχή Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Πηγαδιοῦ), ὅπου στεγαζόταν τό νηπιαγωγεῖο στίς ἀρχές τοῦ 20ου αἰώνα. Ἡ προτομή τῆς Κυρᾶς τῆς Ρῶ (πλατεία Χωραφιῶν) πού κατόρθωσε νά κατοικήσει καί νά κρατήσει ἑλληνικό τό ὁμώνυμο νησί, ἡ προτομή τοῦ ἥρωα Νικολάου Σάββα (Κάβος) τό μνημεῖο τῶν ἀγνώστων στρατιωτῶν (Λιμάνι). Ὑπάρχουν ἐπίσης διάσπαρτοι ἀρκετοί παλιοί ἀνεμόμυλοι. Μοναδικῆς ἀρχιτεκτονικῆς καλλιμάρμαρος Ναός εἶναι ὁ Ἅγιος Γεώργιος Σαντραπέ καί ἀκολουθοῦν ὁ Ἐνοριακός Ναός τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου, μέ τά λοιπά Μονύδρια τοῦ νησιοῦ.
Ἐκκλησιαστικῶς ἡ Μεγίστη ὑπάγεται στό κλίμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί μέχρι τό 2004 ἀνῆκε στήν Ἱερά Μητρόπολη Ρόδου. Τόν Ἀπρίλιο τοῦ ἔτους αὐτοῦ, μέ Πατριαρχική καί Συνοδική Ἀπόφαση, ἱδρύεται ἡ Ἱερά Μητρόπολις Σύμης, Τήλου, Χάλκης καί Καστελλορίζου, στήν ὁποία ἔκτοτε συμπεριλαμβάνεται καί τό ἀκριτικό Καστελλόριζο.
Ἡ Χάλκη βρίσκεται μόλις 5 ν. μίλια ἀπό τά δυτικά παράλια τῆς Ρόδου. Γιά τήν προέλευση τῆς ὀνομασίας τῆς Χάλκης ὑπάρχουν δυό ἐκδοχές: Εἴτε ὀνομάστηκε ἔτσι ἀπό τά ἐργαστήρια ἐπεξεργασίας χαλκοῦ, εἴτε ἀπό τή λέξη «κάλχη» ἤ «χάλκη», πού σημαίνει πορφύρα. Ὁ γεωγράφος Στράβων ἀναφερόταν στή Χάλκη ὡς «Χάλκια», ἐνῶ ὁ Θουκυδίδης τήν ἀνέφερε ὡς «Χάλκη».
Σύμφωνα μέ τή μυθολογία, οἱ Τιτάνες ἦταν οἱ πρῶτοι κάτοικοι. Οἱ Πελασγοί ἔζησαν στό νησί γιά πολλά χρόνια, ἀφήνοντας πίσω τους πολλά κτίσματα. Τούς διαδέχθηκαν οἱ Κάρες, οἱ Δωριεῖς καί ἀργότερα οἱ Φοίνικες. Ἡ βασίλισσα τοῦ νησιοῦ Ἀρετάνασσα, ἔζησε στή Χάλκη καί μετά τήν ἐξόρισαν στήν Κάρπαθο ὅπου αὐτοκτόνησε ὅταν ἔμαθε γιά τό θάνατο τοῦ συζύγου της. Στό νησί παρατηρεῖται τούς χρόνους αὐτούς λατρεία τοῦ θεοῦ Ἀπόλλωνα, ἀφοῦ λείψανα τριῶν ναῶν πρός τιμήν του, διασώζονται στήν τοποθεσία Πευκιά. Κατά τήν ἐποχή τῆς ἀκμῆς τοῦ Ἀθηναϊκοῦ κράτους, βρίσκουμε τή Χάλκη νά πληρώνει κι αὐτή τό συμμαχικό φόρο.
Κατά τούς πρώτους χριστιανικούς χρόνους, οἱ διάδοχοι καί συνεχιστές τοῦ ἔργου τῶν Ἀποστόλων, μέ κέντρα ἐξορμήσεως τίς γειτονικές πόλεις τῆς Φρυγίας, ἀγωνίστηκαν καί πέτυχαν τήν διάδοση τῆς πίστεως σ’ ὅλο τό νησιωτικό σύμπλεγμα τῶν νοτίων Σποράδων. Ἔτσι, κατά τήν παλαιοχριστιανική περίοδο (4ος ἕως 6ος αἰ. μ.Χ.) ἀναπτύχθηκαν στή Χάλκη σημαντικοί οἰκισμοί καί ἀνηγέρθησαν λατρευτικοί χῶροι, ἐρείπια τῶν ὁποίων διακρίνονται μέχρι σήμερα. Τόν 7ο αἰώνα τό νησί κυριεύουν οἱ Ἄραβες μέχρι τό 825 ὅποτε καί ἀπελευθερώνεται.
Οἱ Βενετοί καί Γενοβέζοι τήν καταλαμβάνουν τό 1204 καί ἐπισκευάζουν τήν ἀρχαία ἀκρόπολη, χτίζοντας ταυτόχρονα φρούριο καί στό γειτονικό νησάκι τῆς Ἀλιμιᾶς. Οἱ Ἰωαννίτες Ἱππότες παραχώρησαν τή Χάλκη ὡς φέουδο στήν οἰκογένεια Assanti ἀπό τήν Ischia. Τότε ἔχτισαν καί τό Κάστρο τούς πάνω στά ἐρείπια τῆς ἀρχαίας ἀκρόπολης. Ἀνάμεσα στά οἰκόσημα σώζεται τό οἰκόσημο τοῦ Μεγάλου Maγίστρου Aubusson (1476 – 1530), ὁ ὁποῖος ἐπισκεύασε τό φρούριο μετά ἀπό καταστροφική ἐπιδρομή πού δέχτηκε ἡ Χάλκη ἀπό τούς Βενετούς.
Τό 1523 καί ἡ Χάλκη κυριεύεται ἀπό τό Σουλτάνο, Σουλεϊμᾶν τό Μεγαλοπρεπῆ καί μοιράζεται τήν τύχη τῶν ὑπολοίπων νησιῶν. Τό 1821 λαμβάνει μέρος στήν ἐπανάσταση.
Ἀπό τά μέσα τοῦ 19ου αἰώνα ἡ τουρκοκρατούμενη Χάλκη φτάνει στό ἀπόγειο τῆς ἀκμῆς της: Μαζί μέ τή Σύμη, τήν Κάλυμνο καί τό Καστελλόριζο, ἀναπτύσσουν τό ἐμπόριο καί τή σπογγαλιεία, ἐνῶ ἱδρύονται σχολεῖα καί τό μορφωτικό ἐπίπεδο τοῦ πληθυσμοῦ σημειώνει κατακόρυφη ἄνοδο. Τά κεφάλαια πού εἰσρέουν στό νησί εἶναι μεγάλα καί ἔχουν ὡς συνέπεια τήν πολύπλευρη ἀνάπτυξή του. Ἐκεῖνα τά χρόνια, ἐγκαταλείπεται ὁ δυσπρόσιτος μεσόγειος μεσαιωνικός οἰκισμός καί ἀρχίζει μεγάλη οἰκοδομική δραστηριότητα μέ τήν δημιουργία τοῦ σημερινοῦ ἐξαιρετικοῦ οἰκισμοῦ, πού ἁπλώνεται στήν περιοχή τοῦ λιμανιοῦ.
Τό 1912 ἡ Χάλκη, ὅπως ὅλα τά Δωδεκάνησα, περιῆλθε ὑπό ἰταλική κυριαρχία. Ἀπό τά τελευταῖα χρόνια της Τουρκοκρατίας, ἀλλά ἰδιαιτέρως κατά τήν Ἰταλοκρατία, τά πατροπαράδοτα προνόμια καταργοῦνται. Πλήττεται τό ἐμπόριο κι ἡ σπογγαλιεία συρρικνώνεται. Ἡ ἄλλοτε εὐημεροῦσα Χάλκη γνώρισε μέρες δυστυχίας καί φτώχειας. Ἡ μετανάστευση πῆρε τρομακτική ἔκταση. Τήν εἰκόνα ἦλθε νά ἐπιδεινώσει ἀκόμη περισσότερο ὁ Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος. Κατά τή διάρκεια τοῦ πολέμου ἡ Χάλκη δοξάστηκε χάρη στούς ἀγῶνες τῶν ἄξιων τέκνων της, ὅπως τοῦ ὑπολοχαγοῦ Ἀλεξάνδρου Διάκου, τοῦ πρώτου νεκροῦ τοῦ Ἑλληνοϊταλικοῦ πολέμου καί τοῦ λοχαγοῦ Διογένη Φανουράκη.
Τό ἄλλοτε αὐτό πλούσιο νησί μέ τήν ναυτική παράδοση, ἦρθε τά τελευταῖα χρόνια στήν ἐπικαιρότητα ἀφοῦ χαρακτηρίστηκε τόπος συνάντησης τῶν νέων ὄλου τοῦ κόσμου. Στό μοναδικό οἰκισμό τοῦ νησιοῦ, τό Νημποριό βρίσκεται τό γραφικό λιμάνι, τό ὁποῖο τό καλοκαίρι γεμίζει ἀπό ἐπισκέπτες, οἱ ὁποῖοι ἀποζητοῦν τήν ἰδιαίτερη ὀμορφιά καί γαλήνη τοῦ τόπου.
Ἔξοχο δεῖγμα ἐκκλησιαστικῆς ἀρχιτεκτονικῆς, ἀποτελεῖ ὁ ἐνοριακός Ἱερός Ναός τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ὁ ὁποῖος βρίσκεται δίπλα στή θάλασσα καί διαθέτει μικρό ἐκκλησιαστικό Σκευοφυλάκιο. Ἡ Χάλκη τόν Ἀπρίλιο τοῦ 2004, συμπεριλαμβάνεται στήν νεοσύστατη Ἱερά Μητρόπολη Σύμης, Τήλου, Χάλκης καί Καστελλορίζου.
Ἡ Τῆλος ἔχει συνολική ἐπιφάνεια 64,3 Κm2, εἶναι τό ἕβδομο σέ μέγεθος νησί τῶν Δωδεκανήσων καί ἔχει νά ἐπιδείξει μία ἀξιόλογη καί μακρά ἱστορική διαδρομή, ἀφοῦ ἴχνη κατοικήσεως σύμφωνα μέ τά ἀρχαιολογικά εὑρήματα, ἐντοπίζονται ἐκεῖ ἀπό τή Μεσολιθική ἐποχή. Ἀξιοπερίεργα καί πολύ ἐνδιαφέροντα εἶναι τά ὀστά νάνων ἐλεφάντων, πού ἀνακαλύφθηκαν στό σπήλαιο «Χαρκαδιό» καί προέρχονται ἀπό τήν ἴδια περίοδο. Πῆρε τό ὄνομά της ἀπό τό μυθικό πρόσωπο Τῆλο. Τό νησί ἀναφέρεται στόν Ὅμηρο καί κατοικήθηκε ἀρχικά ἀπό Κρῆτες καί Μυκηναίους. Γύρω στό 1000 π.Χ. ἦρθαν οἱ Δωριεῖς. Τό 700 π.Χ. ἐποίκησαν Ρόδιοι ἀπό τή Λίνδο.
Κατά τό δεύτερο ἑλληνικό ἀποικισμό, τόν 7ο π.Χ. αἰώνα, οἱ Τήλιοι μέ ἀρχηγό τόν Τηλίνη, ἀποίκισαν στήν πόλη Γέλα τῆς Σικελίας. Ἐκτός τῆς ποιήτριας Ἤριννας, γιά κάποιους ἰσάξιας τῆς Σαπφοῦς, ἐκεῖ γεννήθηκαν οἱ δυό περιώνυμοι τύραννοι ὁ Γέλων καί ὁ Ἰέρων.
Περίοδο ἀκμῆς τό νησί γνώρισε τήν κλασσική ἐποχή, ὅπου διέθετε δικό του νόμισμα καί ἀναδείχθηκε σέ ὑπολογίσιμη ἐμπορική δύναμη. Ἡ Τῆλος φημίζονταν γιά τά μύρα της καί διάφορες φαρμακευτικές ἀλοιφές. Ἀξιομνημόνευτη χρονολογία τῆς ἀρχαίας ἱστορίας της εἶναι τό 227 – 226 π.Χ., ὅταν δυνατός σεισμός γκρέμισε τά τείχη τοῦ οἰκισμοῦ.
Τό 42 π.Χ. ἡ Τῆλος, ἀκολουθώντας τήν κοινή μοίρα τῶν ὑπολοίπων νησιῶν τῆς Δωδεκανήσου, κατακτήθηκε ἀπό τούς Ρωμαίους. Ἐπί Διοκλητιανού (300 μ.Χ.) ἀποτέλεσε μέ ὅλα τά Δωδεκάνησα τήν «Provincia Insularum» μέ πρωτεύουσα τή Ρόδο.
Κατά τή βυζαντινή περίοδο, ὑπάγεται στήν «Ἐπαρχία τῶν νήσων» πού εἶχε ἐπίσης πρωτεύουσα τή Ρόδο. Σύμφωνα μέ τήν παράδοση, ὁ Αὐτοκράτωρ Μέγας Κωνσταντῖνος μέ προτροπή τῆς μητέρας του, μετέφερε Τηλίους ἐποίκους στήν Κύπρο καί συγκεκριμένα στήν περιοχή πού σήμερα ὀνομάζεται Τηλλυρία. Ἀπό τό 1309, πού κατέλαβαν τή Ρόδο καί τά ὑπόλοιπα Δωδεκάνησα οἱ Ἰωαννίτες Ἱππότες, ὡς τό 1522 , πού πέρασαν στήν κατοχή τοῦ Σουλεϊμάν τοῦ Μεγαλοπρεποῦς, ἡ Τῆλος ἀποτελοῦσε τμῆμα τοῦ διεθνικοῦ ἰπποτικοῦ κράτους, πού εἶχε ἕδρα τή Ρόδο. Τήν περίοδο τῆς Ἰπποτοκρατίας τό νησί διατήρησε τή διοικητική του αὐτονομία καταβάλλοντας κάποιο φόρο, μέ ἀντάλλαγμα ἀνάλογα προνόμια. Ἡ Ἱπποτική δύναμη τῆς Τήλου, ἐνίσχυσε τήν ἄμυνά της, χτίζοντας ἤ ἐπισκευάζοντας κάστρα, φοβούμενη τίς συχνές πειρατικές ἐπιδρομές. Ἡ ἀσφάλεια καί ἡ συνεπακόλουθη οἰκονομική ἄνθιση, δημιούργησαν μεγάλη καλλιτεχνική δραστηριότητα, ἰδίως στόν τομέα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἁγιογραφίας.
Τόν 16ο αἰώνα ἡ Τῆλος ἀναφέρεται ἀπό περιηγητές ως "Ἐπισκοπή" ἤ "Πισκοπία". Τό 1675 καταστράφηκε ἀπό τό Γάλλο πειρατή Κρεβελιέ καί μέχρι τό τέλος τοῦ 18ου αἰώνα δοκιμάστηκε ἀπό ἐπιδρομές Ἀλγερινῶν ἀλλά καί Εὐρωπαίων πειρατῶν.
Τήν Τουρκοκρατία διαδέχτηκε τό 1912 ἡ Ἰταλοκρατία, ἐνῶ τό 1943 τήν κατέλαβαν οἱ Γερμανοί. Τό 1947 ἡ Τῆλος μαζί μέ τά ὑπόλοιπα Δωδεκάνησα, ἑνώθηκε μέ τήν μητέρα Ἑλλάδα.
Ἐκκλησιαστικῶς ἡ Τῆλος ὑπάγεται σταθερά στό κλίμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί ἀπό τόν 9ο μ.Χ. αἰώνα στήν Μητρόπολη Ρόδου. Μέ Πατριαρχική καί Συνοδική Πράξη τήν 5η Φεβρουαρίου 1924, ἡ Μητρόπολις διχοτομεῖται, προκειμένου νά τακτοποιηθοῦν οἱ διωχθέντες Ἱεράρχες τῆς μαρτυρικῆς Μικρασίας. Ἔτσι μαζί μέ τήν Σύμη, Χάλκη καί Νίσυρο, ὑπήχθη στήν Μητρόπολη Κυκλάδων. Τό προηγούμενο καθεστώς ἐπανέρχεται, ὥσπου καί πάλι μέ Πατριαρχική καί Συνοδική Ἀπόφαση τόν Ἀπρίλιο τοῦ 2004, ἱδρύεται ἡ Ἱερά Μητρόπολις Σύμης, Τήλου, Χάλκης καί Καστελλορίζου, ὅπου ἡ Τῆλος συμπεριελήφθη ὁριστικά.
Ἡ ἱστορία τοῦ νησιοῦ πανάρχαια, χάνεται στήν ἀχλύ τῶν θρύλων καί τῶν παραδόσεων. Σύμφωνα μέ τόν Θουκυδίδη (Α΄,8) οἱ Φοίνικες πρέπει νά ἦταν οἱ πρῶτοι κάτοικοι τοῦ νησιοῦ. Ἀργότερα οἱ Κάρες γνωστοί πειρατές κατέλαβαν τό νησί τό ὁποῖο ἀπελευθερώθηκε στήν συνεχεία ἀπό τούς Πελασγούς καί τούς Ἀχαιούς.
Σχετικά μέ τήν προέλευση τῆς ὀνομασίας τοῦ νησιοῦ ὑπάρχουν διάφορες ἐκδοχές. Σύμφωνα μέ τόν Διόδωρο τόν Σικελιώτη τό μυθικό πρόσωπο τῆς Σύμης ζευγάρωσε μέ τόν Θεό τῆς θάλασσας τόν Ποσειδώνα καί ἔφερε στόν κόσμο τόν Χθόνιο πού ἔγινε ὁ ἀρχηγός τῶν πρώτων κατοίκων πού ἔφτασαν ἐκεῖ ἀπό τήν Θεσσαλία. Ὁ Στράβων, γνωστός Ἕλληνας γεωγράφος καί ἱστορικός (Α΄αἰ. π.Χ.) ἀναφέρει τίς ὀνομασίες τοῦ νησιοῦ στά πανάρχαια χρόνια ὅπως «Καρική», «Μεταποντίς», «Αἴγλη» καί «Ἕλκουσα» καί πώς σύμφωνα μέ τό μύθο, ὁ Γλαῦκος ἔκλεψε τήν Σύμη, κόρη τῆς Δώτιδας καί τοῦ Ἰαλυσοῦ καί τήν ἔφερε στό νησί, ὅπου ἀσχολήθηκε μέ τίς θαλασσινές τέχνες, ἰδιαίτερα τίς καταδύσεις καί τήν ναυπηγική καί κατασκεύασε τό πλοῖο τῆς Ἀργοναυτικῆς ἐκστρατείας τήν Ἀργώ. Ὁ Εὐστάθιος Θεσσαλονίκης στά «Γεωγραφικά» του (12ο αἰ. μ.Χ.), υἱοθετεῖ τίς προηγούμενες ὀνομασίες καί ἀποδίδει τό ὄνομα τοῦ νησιοῦ στήν Σύμη, τήν σύζυγο τοῦ Γλαύκου πού θεωρεῖται καί ὁ πρῶτος κάτοικος τοῦ νησιοῦ. Στά τουρκικά τό νησί λεγόταν sumbeki ἀπό τά γρήγορα πλοῖα πού ἔφτιαχναν οἱ κάτοικοί του.
Ἡ πρώτη ἔγγραφη μαρτυρία ὅμως, εἶναι ἡ ἀναφορά τῆς Σύμης στήν Ἰλιάδα τοῦ Ὁμήρου στόν κατάλογο τῶν Νηῶν, γιά τήν συμμετοχή τοῦ βασιλιᾶ τῆς Νηρέα στόν Τρωϊκό πόλεμο.
«Νιρεύς αὖ Σύμηθεν ἄγε τρεῖς νῆας ἐΐσας,
Νιρεύς, Ἀγλαΐης υἱός Χαρόποιό τ’ ἄνακτος,
Νιρεύς, ὅς κάλλιστος ἀνήρ ὑπό Ἴλιον ἦλθε
τῶν ἄλλων Δαναῶν μετ’ ἀμύμονα Πηλεΐωνα•
ἀλλ’ ἀλαπανδός ἔην, παῦρος δέ οἱ εἵπετο λαός.»
(Ἰλιαδ. Β΄ 671-675)
(Δηλαδή ὁ Νηρέας ἀπό τή Σύμη ὁδήγησε τρία πλοῖα καί ἦταν γιός τοῦ Βασιλιᾶ Χαρόπου καί τῆς Ἀγλαΐας ὁ πιό ὄμορφος ἄντρας πού πῆγε στήν Τροία ἀπό τούς ἄλλους Δαναούς, βέβαια μετά τόν Ἀχιλλέα, εἶχε ὅμως μικρή στρατιωτική δύναμη.)
Σύμφωνα μέ τίς ἐπικρατέστερες παραδόσεις βρῆκε τόν θάνατο πολεμώντας στήν Τροία, ὅπου καί ἐτάφη. Ὡς ἐπιτύμβιο ἐπίγραμμα γράφτηκε τό ἀκόλουθο:
«Ἐνθάδε τόν κάλλιστον ἐπιχθονίων ἔχε γαῖα Νηρέα τόν Χαρόπου παίδα καί Ἀγλαΐης».
Ἐνδεικτικά τῶν ἀναφορῶν αὐτῶν, εἶναι καί τά κατάλοιπα Μυκηναϊκῆς κεραμικῆς πού βρέθηκαν στήν Ἀκρόπολη τῆς Σύμης, ὅπως ἐπίσης καί λείψανα ἀπό Πελασγικά τείχη πού ὑπάρχουν ἐκεῖ.
ΚΛΑΣΣΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ
Κατά, τόν «πατέρα τῆς ἱστορίας» Ἡρόδοτο (480-420 π.Χ.), ἡ Σύμη συμμετεῖχε γύρω στό 700 π.Χ. στήν Δωρική ἀμφικτιονία-Δωρική ἑξάπολη, πού τήν συγκροτοῦσαν ἡ Ἰαλυσός, ἡ Λίνδος, ἡ Κάμειρος, ἡ Κῶς, ἡ Ἁλικαρνασσός καί ἡ Κνίδος μαζί μέ μικρότερα νησιά. Διοικητικά ἀνῆκε στή δικαιοδοσία τῆς Ἰαλυσοῦ καί λεγόταν τό «κοινόν Σύμης». Σ’ αὐτούς τούς χρόνους μᾶλλον ἀνάγονται καί τά ἐλάχιστα διασωθέντα νομίσματα μέ τήν κεφαλή τῆς Δήμητρας, ὅπως καί ἕνα συγκεκριμένο ψήφισμα τοῦ «κοινοῦ της Σύμης», σχετικό μέ τό Ναό τῆς «Ἄκρας Ἀθηνᾶς», τό ὁποῖο ἦρθε στό φῶς στό χῶρο τοῦ φρουρίου, ἐκεῖ πού τότε βρισκόταν ὁ Ναός αὐτός.
Ὁ Ἡρόδοτος (VII, 93) ἀναφερόμενος στή ναυμαχία τῆς Σαλαμίνας (480 π.Χ.), γράφει ὅτι οἱ Δωρικές πόλεις τῆς Καρίας καί τῶν ἄλλων νησιῶν – κατά συνέπεια καί ἡ Σύμη – ὑποχρεώθηκαν νά δώσουν στόν Ξέρξη 30 πλοῖα. Μετά τήν ἥττα του ὅμως προσχώρησαν στήν Ἀθηναϊκή Συμμαχία, μέ τήν ὑποχρέωση, ὅπως καί οἱ ἄλλες πόλεις «σύμμαχοι», νά πληρώνουν φόρο στήν Ἀθήνα. Οἱ Συμαῖοι συνεργάστηκαν ἀκόμα μέ τούς Ἀθηναίους, στίς ἀρχές τοῦ Πελοποννησιακοῦ πολέμου, προσφέροντας τό νησί τους, ὡς σταθμό τῶν στρατιωτικῶν τους δυνάμεων. Τό 378 π.Χ. λαμβάνουν μέρος στή Β΄ Ἀθηναϊκή συμμαχία, ἐνῶ κατόπιν συνέπραξαν μέ τόν Μέγα Ἀλέξανδρο.
Στή συνέχεια, κατά τούς Ρωμαϊκούς χρόνους ἡ Σύμη διοικητικά ἀνῆκε στό Δῆμο «Θυσσανουντίων» τῆς Περαίας. Ἐπί Διοκλητιανού (300 μ.Χ.) ἀποτέλεσε μέ ὅλα τά Δωδεκάνησα τήν «Provincia Insularum» μέ πρωτεύουσα τή Ρόδο.
ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
Κατά τή βυζαντινή περίοδο, ἡ Σύμη ἀρχικά ὑπάγεται στήν «Ἐπαρχία τῶν νήσων» πού εἶχε πρωτεύουσα τή Ρόδο, κατόπιν στό θέμα τῶν «Κιβυρραιωτῶν» ἀπό τό ὄνομα τῆς πόλης Κίβυρα τῆς Κιλικίας μέ ἐπικεφαλῆς «Δρουγγάριο». Τό θέμα αὐτό εἶναι ναυτικό καί οἱ Συμαῖοι, φημισμένοι ἤδη ἀπό τήν ἀρχαιότητα, ναυπηγοί καί ναυτικοί, χρησιμοποιοῦνται στήν κατασκευή Βυζαντινῶν δρομώνων καί στήν ἐπάνδρωσή τους. Τήν περίοδο αὐτή πραγματοποιήθηκαν μεγάλα ἔργα στό νησί, ὅπως ἡ ὑδατοδεξαμενή τῆς «Κουλουντρῆς» καί τό χτίσιμο τοῦ Κάστρου.
Μετά τήν πρώτη ἅλωση τῆς Κωνσταντινούπολης τό 1204 ἀπό τούς Φράγκους, ὁ διοικητής τῆς Ρόδου Λέων Γαβαλᾶς αὐτοχρίσθηκε «Καίσαρας» καί σχημάτισε δικό του ἀνεξάρτητο κράτος μέ ἕδρα τή Ρόδο, πού περιλάμβανε καί τή Σύμη. Ὅμως τό 1224 ὁ βυζαντινός στόλος τοῦ αὐτοκράτορα Ἰωάννη Βατάτζη, μέ ἐπικεφαλῆς τό Μέγα δομέστιχο Ἀνδρόνικο Παλαιολόγο κατέλαβε τή Ρόδο. Ἔτσι ἡ Σύμη περιῆλθε στήν αὐτοκρατορία τῆς Νικαίας καί τό 1261 μέ τήν κατάληψη τῆς Κωνσταντινούπολης ἀπό τόν Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο ἦταν καί πάλι τμῆμα τοῦ Βυζαντινοῦ κράτους. Τό 1278 ὁ διοικητής τῆς Ρόδου Κριβικιώτης ἔδωσε τή Ρόδο καί τά γύρω νησιά στόν Γενουάτη κουρσάρο Δελκάβο. Τό 1282 ὁ Γενουάτης ναύαρχος τοῦ Βυζαντινοῦ αὐτοκράτορα Ἀνδρόνικου Παλαιολόγου ἔλαβε μαζί μέ τόν ἀδελφό του Λουδοβίκο τά νησιά σάν «ἀνταμοιβή» γιά τήν ἀναχαίτιση Τούρκων καί Καταλανῶν.
ΙΠΠΟΤΟΚΡΑΤΙΑ
Ἀπό τό 1309, πού κατέλαβαν τή Ρόδο καί τά ὑπόλοιπα Δωδεκάνησα οἱ Ἰωαννίτες Ἱππότες, ὡς τό 1522, πού πέρασαν στήν κατοχή τοῦ Σουλεϊμάν τοῦ Μεγαλοπρεποῦς, ἡ Σύμη ἀποτελοῦσε τμῆμα τοῦ διεθνικοῦ ἰπποτικοῦ κράτους, πού εἶχε ὡς ἕδρα τή Ρόδο. Τήν περίοδο τῆς Ἰπποτοκρατίας στή Σύμη μαρτυροῦν οἱ ἐντοιχισμένοι στό κάστρο τοῦ νησιοῦ θυρεοί. Ὑπό τό καθεστώς τῆς Ἰπποτοκρατίας, ἡ Σύμη ἀπολάμβανε κάποιων προνομίων. Τό Νησί ἦταν αὐτοδιοίκητο καί οἱ κάτοικοι τοῦ προόδευαν στή ναυπηγική, τή ναυτιλία καί τό ἐμπόριο. Πλήρωναν μόνο στό τάγμα τῶν Ἱπποτῶν ἕνα φόρο , πού λεγόταν «Ἐπιτάφιος» (mortuario) καί τό 1352 ἔφθανε τά 500 ἄσπρα.
ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ
Τό 1522 καί ἡ Σύμη πέφτει στά χέρια τῶν Τούρκων, ἐξασφαλίζει ὅμως σημαντικά προνόμια ἀπό τό Σουλτάνο, Σουλεϊμάν τό Μεγαλοπρεπῆ. Μέ φιρμάνι πού ἐξέδωσε τό 1523, τό νησί πλήρωνε φόρο κατ’ ἀποκοπή καί πέτυχε αὐτοδιοίκηση. Ὅλες τίς διοικητικές, δικαστικές καί οἰκονομικές ἐξουσίες, τίς ἀσκοῦσαν τοπικοί ἄρχοντες, οἱ Δημογέροντες, - ὁ Πρωτόγερος, πού λεγόταν καί Προεστός καί δώδεκα σύμβουλοι - πού τούς ἐξέλεγαν οἱ νησιῶτες κάθε χρόνο σέ δημόσιες συγκεντρώσεις. Εἰδικότερα οἱ Δημογέροντες ἦταν Δήμαρχοι, ληξίαρχοι, εἰρηνοδίκες, συμβολαιογράφοι, ἀγορανόμοι, εἰσπράκτορες τῶν φόρων, ταμίες καί ἐπιπλέον ὀργάνωναν καί διοικοῦσαν τήν ἐκπαίδευση καί τή δημόσια περίθαλψη, καί φρόντιζαν γιά κάθε λογής δημόσια ἔργα καί καταστήματα.
Ὅλα αὐτά εἶχαν ὡς ἀποτέλεσμα οἱ κάτοικοι τοῦ νησιοῦ νά διακρίνονται στήν κατασκευή γοργοτάξιδων σκαριῶν «σιμπεκίρ», - γι’ αὐτό καί οἱ Ὀθωμανοί τούς ἀποκαλοῦσαν «σιμπεκιλί» - νά ξεχωρίζουν στό ναυτικό ἐπάγγελμα καί τήν ἁλιεία θαλασσινῶν καί σφουγγαριῶν, πού μποροῦσαν νά διεξάγουν χωρίς περιορισμούς, σ’ ὅλες τίς θάλασσες τῆς Αὐτοκρατορίας. Τό λιμάνι τῆς Σύμης, ἐξάλλου, εἶχε κηρυχθεῖ ἐλεύθερο γιά τίς ὑπηρεσίες πού πρόσφεραν οἱ Συμαῖοι μέ τά καράβια τους, μεταφέροντας ταχύτατα τό Ὀθωμανικό ταχυδρομεῖο. Ἔτσι τό νησί ἔζησε αὐτόνομο ως Βακούφι τοῦ Σουλτάνου, προσκολλημένο στό Βιλαέτι τῆς Ρόδου.
Ἀπό τήν ἐποχή αὐτή, ἐντυπωσιακές εἶναι οἱ περιγραφές διαφόρων ξένων περιηγητῶν, γιά τίς ἱκανότητες τῶν Συμιακῶν σφουγγαράδων στό κολύμπι, τίς βουτιές, καί τήν παραμονή κάτω ἀπό τό νερό. Ἐπισημαίνουν ἰδιαίτερα τήν τεχνική του ψαρέματος τῶν σφουγγαριῶν, πού ἐξάγονται σέ μεγάλες ποσότητες ἐπιφέροντας μεγάλα κέρδη στούς κατοίκους. Συνέπεια αὐτῶν ἐπῆλθε μεγάλη οἰκοδομική δραστηριότητα στό νησί καί ὡς σήμερα θαυμάζει κανείς, τόν ἐξαιρετικό οἰκισμό, ἔξοχο δεῖγμα τῆς ντόπιας ἀρχιτεκτονικῆς, μέ πολύ ἐπιμελημένη διακόσμηση: ζωγραφισμένους τοίχους καί ταβάνια, βοτσαλωτές αὐλές μέ ὡραῖα φυτικά καί γεωμετρικά σχέδια, ἀλλά καί πολυάριθμες Ἐκκλησίες καί Μοναστήρια.
Πρόοδος σημειώθηκε στά γράμματα καί ἱδρύθηκαν σχολεῖα, ὅπως ἡ Σχολή τῆς Ἁγίας Μαρίνας (1765-1821) στήν ὁποία δίδαξαν ἐπιφανεῖς δάσκαλοι καί μαθήτευσε ὁ Κωνσταντῖνος Βαρδαλάχος. Ἐπίσης ἀκμάζει στό νησί σχολή Ἁγιογραφίας καί Συμιακοί τεχνίτες, ὅπως οἱ ἱερομόναχοι Γρηγόριος καί Νεόφυτος οἱ Συμαῖοι, Κυριακός ὁ Καρακωστῆς κ.ἄ. εἶναι περιζήτητοι καί καλύπτουν τίς ἀνάγκες τῶν γύρω νησιῶν. Στή Σύμη λειτούργησε ἐπίσης τό ἀρχαιότερο Ἀναγνωστήριο τοῦ Αἰγαίου ἡ «Αἴγλη», πού ἱδρύθηκε τό 1872. Δείγματα τῆς πνευματικῆς ἀκμῆς τοῦ νησιοῦ ἀκόμα, εἶναι ἡ περίτεχνη εἰκόνα τῆς Δευτέρας Παρουσίας, τοῦ ὀνομαστοῦ Κρητικοῦ ζωγράφου Γεωργίου Κλόντζα (β΄ ἥμισυ 16ου αἰ.) πού σώζεται στή μεγάλη Παναγιά τοῦ Κάστρου, ἐκείνη τῆς Φιλοξενίας τοῦ Ἀβραάμ τῆς Μονῆς Ρουκουνιώτη κ.τ.λ.
ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ 1821
Ἡ εὐημερία στή ναυτιλία καί τό ἐμπόριο πρωτίστως, ἔδωσε τήν εὐκαιρία στούς Συμαίους νά ἐπαναστατήσουν ἀπό τούς πρώτους μῆνες τοῦ ἀγώνα. Ἦλθαν σέ ἐπαφή μέ τούς Ὑδραίους (29 Μαΐου 1821) καί ἀναμίχθηκαν σέ συγκρούσεις. Τό Μάϊο τοῦ 1823 μέ ἀπόφαση τῆς προσωρινῆς Διοίκησης καί ἡ Σύμη περιλήφθηκε στό διοικητικό σύστημα τῆς ἐπαναστατημένης Ἑλλάδας, στή 13η ἐπαρχία τοῦ Αἰγαίου. Στίς 13 Ἀπριλίου 1828 μέ τό ψήφισμα τοῦ Καποδίστρια περιλήφθηκε στό ΣΤ΄ τμῆμα τῶν νησιῶν τοῦ Αἰγαίου. Μέ τό πρωτόκολλο ὅμως τοῦ Λονδίνου (3 Φεβρουαρίου 1830) ἡ Σύμη καί τά ἄλλα Δωδεκάνησα ἔμειναν ἔξω ἀπό τά ὅρια τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, γεγονός πού ὁδήγησε τούς κατοίκους της, σέ σύνταξη ἐπιστολῆς διαμαρτυρίας πρός τόν Κυβερνήτη Ἰ. Καποδίστρια, στόν ὁποῖο ἀνακοίνωναν τήν ἀπόφαση τούς «νά ἑνωθοῦν μέ τήν ἑλληνικήν ὁλομέλειαν, καθώς ἀπ’ ἀρχῆς, τῆς ἐπαναστάσεως καί αὐτοί ὀρκισθέντες ἀπεφάσισαν». Ἀπάντηση τοῦ Καποδίστρια σώζεται μέχρι σήμερα στό Μουσεῖο τῆς Ι. Μονῆς Πανορμίτου.
Ἡ Ὑψηλή Πύλη στήν συνέχεια, περιορίζοντας σημαντικά τά προνόμια τῆς Σύμης καταργεῖ τήν ἐλευθερία τοῦ λιμανιοῦ της, ἐγκαθιστᾶ τελωνεῖο καί ἀνεβάζει ὑπερβολικά τούς φόρους. Παρά τίς ἀντιξοότητες ἡ οἰκονομική ἄνοδος τῆς Σύμης συνεχίστηκε. Οἱ ἐμπορικές συναλλαγές μέ τά μεγάλα λιμάνια τῆς Μεσογείου ἔδωσε τή δυνατότητα στούς Συμιακούς νά χτίσουν πολυώροφα ἀρχοντικά καί νά στολίσουν τό νησί μέ μεγάλες καί πλούσια διακοσμημένες ἐκκλησίες. Μοναστήρια, ὅπως ὁ Ρουκουνιώτης, ὁ Πανορμίτης, κ.ἄ. γνωρίζουν ἀκμή. Σχολεῖα πρωτοβάθμια καί δευτεροβάθμια λειτουργοῦν στό Γιαλό καί στό Χωριό. Ὑπάρχει κοινοτική ἰατρική καί φαρμακευτική περίθαλψη γιά τούς κατοίκους. Λειτουργεῖ τυπογραφεῖο καί κυκλοφορεῖ ἐφημερίδα καί περιοδικό.
ΙΤΑΛΟΚΡΑΤΙΑ
Στίς 19 Μαΐου 1912 τό νησί καταλήφθηκε ἀπό τούς Ἰταλούς καί ἄρχισε μία περίοδος ἀκόμη πιό σκληρή καί τυραννική γιά τούς κατοίκους , ὅπως καί τῶν λοιπῶν Δωδεκανήσων. Ἐπιχειρήθηκε ὁ ἀφελληνισμός τους καί ἡ ἀποκοπή τους ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο. Διωγμοί, ἐξορίες, καταπιέσεις, δέν λύγισαν τήν ἀντίσταση τοῦ Συμαϊκοῦ λαοῦ, ὑπῆρξαν ὅμως ὀδυνηρές συνέπειες στήν οἰκονομία τῆς Σύμης. Ἡ ἀντικατάσταση δέ τῶν ἱστιοφόρων μέ τά ἀτμοκίνητα πλοῖα ἔπληξε θανάσιμα τούς Συμιακούς καραβοκύρηδες, ἐνῶ οἱ ναῦτες στράφηκαν ἀναγκαστικά σέ ξένες ἰδιοκτησίες. Ἡ σπογγαλιεία συρρικνώθηκε. Ἡ ἄλλοτε εὐημεροῦσα Σύμη γνώρισε μέρες δυστυχίας καί φτώχειας. Ἡ μετανάστευση πῆρε τρομακτική ἔκταση. Τήν εἰκόνα ἦλθε νά ἐπιδεινώσει ἀκόμη περισσότερο ὁ Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος. Στά δύσκολα ἐκεῖνα χρόνια ἡ ἀντίσταση δέν κάμφθηκε. Ἡ Μονή Πανορμίτου εἶχε καταστεῖ κέντρο κατασκοπείας ὑπέρ τῶν συμμάχων μέ ἐπικεφαλῆς τόν Ἡγούμενο Χρύσανθο Μαρουλάκη. Οἱ Ἰταλοί ὅταν ἐντόπισαν τή δράση του τόν ἐκτέλεσαν μαζί μέ τούς συνεργάτες του, στρατιώτη Φλῶρο Ζουγανέλη καί Μιχαήλ Λάμπρου, ὑπάλληλο τοῦ Μοναστηριοῦ τόν Φεβρουάριο τοῦ 1944 κοντά στήν Παναγία τή Στρατερή στό δρόμο Πανορμίτη-Σύμης. Στή Μονή τοῦ Πανορμίτη εἶχε συνέλθει ἐπίσης τό 1919 καί τό Β΄ Πανδωδεκανησιακό Συνέδριο, πού ἐξέδωσε ψήφισμα γιά τήν ἕνωση τῶν Δωδεκανήσων μέ τήν Μητέρα Ἑλλάδα.
Οἱ βομβαρδισμοί καί οἱ ἀνατινάξεις προκάλεσαν στή διάρκεια τοῦ Β΄ παγκοσμίου πολέμου μεγάλες καταστροφές στά θαυμάσια νεοκλασικά ἀρχοντικά τῆς Σύμης, ἀρκετά ἀπό τά ὁποία ἐρειπώθηκαν. Τά πιό πολλά ἀπό αὐτά ἔχουν σήμερα ἀναστηλωθεῖ. Ἀνεπανόρθωτη καταστροφή ἔγινε στίς 24 Σεπτεμβρίου 1944, ὅταν γερμανικές δυνάμεις κατέστρεψαν τήν Μεγάλη Παναγιά τοῦ Κάστρου. Δυό δάσκαλοι τοῦ νησιοῦ, ὁ Ἀντώνης Ἀγγελίδης καί ὁ Ἀνδρέας Μοσχόβης πλήρωσαν μέ τό αἷμα τούς τότε, τήν ἀντιστασιακή τους δράση.
ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ
Στήν περίοδο τοῦ Β΄ παγκοσμίου πολέμου πολλοί Συμιακοί, ἐντός καί ἐκτός τοῦ νησιοῦ, ἄλλοι ἐξόριστοι καί μέλη τῶν παροικιῶν τῆς Ἀττικῆς καί τῆς Αἰγύπτου κατατάχτηκαν ἐθελοντικά στό Σύνταγμα Ἐθελοντῶν Δωδεκανησίων μέ πρῶτο διοικητή τό Συμαῖο Μάρκο Κλαδάκη καί στόν Ἱερό Λόχο πού συγκροτήθηκε στήν Αἴγυπτο τό 1942. Ἔτσι διακρίθηκαν στόν πανεθνικό ἀγώνα κατά τῶν κατακτητῶν καί ἀναδείχτηκαν σέ κύρια δύναμη κρούσεως, ἡ ὁποία ἐξανάγκασε τούς Γερμανούς νά παραδώσουν τή Δωδεκάνησο στούς συμμάχους. Γι’ αὐτό ἡ ὑπογραφή τοῦ Πρωτοκόλλου τῆς παράδοσης τῆς Δωδεκανήσου ἀπό τίς Γερμανικές δυνάμεις τοῦ Ν.Α. Αἰγαίου στούς συμμάχους, ἔγινε στίς 8 Μαΐου 1945 στή Σύμη (οἰκία Καμψοπούλου).
Ἐπικεφαλῆς τῶν Γερμανῶν ἦταν ὁ στρατηγός Wagener, ἐνῶ τῶν συμμάχων ὁ Συνταγματάρχης Auckland. Ὅμως ἡ Ἀγγλική διοίκηση παίρνει χαρακτήρα κατοχῆς καί οἱ νησιῶτες βλέπουν τήν ἕνωση μέ τήν Ἑλλάδα νά διακυβεύεται. Τότε ἱδρύεται στήν Κῶ τό Ἐθνικό Μέτωπο Πανδωδεκανησιακής Ἀπελευθέρωσης (Ε.Μ.Π.Α.). Τό Ε.Μ.Π.Α. διαδίδεται καί στή Σύμη. Ἡ Ἀγγλική διαχείριση κράτησε ὡς τό Μάρτιο τοῦ 1947, ὁπότε, σέ ἐκτέλεση τῶν ἀποφάσεων τῆς Συνθήκης Εἰρήνης (Παρίσι 10-2-1947) παρέλαβε ἡ Ἑλληνική Στρατιωτική Διοίκηση ὑπό τόν ἀντιναύαρχο Περικλῆ Ἰωαννίδη τήν Ἀρχή. Ὁ νόμος 518/48 «περί προσαρτήσεως τῆς Δωδεκανήσου στήν Ἑλλάδα», δημοσιεύεται στήν ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως τόν Ἰανουάριο τοῦ 1948.
Η ΣΥΜΗ ΣΗΜΕΡΑ
Στά μεταπελευθερωτικά χρόνια, ἡ Σύμη παραμελήθηκε δυστυχῶς, μέ ἀποτέλεσμα τό νησί νά ἀκολουθήσει φθίνουσα πορεία. Ὑποβαθμίστηκαν οἱ πρωτογενεῖς δραστηριότητες, ἔσβησε ἡ σπογγαλιεία καί ἀτόνησαν οἱ βιοτεχνικές ἀσχολίες. Παρατηρήθηκε ἰσχυρό κύμα μετανάστευσης πού ἐπέφερε ἡ μεγάλη οἰκονομική κρίση, μέ ἀρνητικές συνέπειες γιά τόν τόπο.
Σήμερα ἡ Σύμη ἐξακολουθεῖ νά δίνει τό στίγμα της. Ἡ εἰκόνα ἔχει ριζικά ἀλλάξει καί τό νησί ἀναπτύσσεται διαρκῶς. Ἡ ἀνάκαμψη ἦρθε μέ τήν ἀνάπτυξη τοῦ τουρισμοῦ, πού ἀποτελεῖ τή βασική δραστηριότητα τῶν κατοίκων. Τουριστικός δορυφόρος τῆς Ρόδου, διαθέτει σχεδόν τά πάντα, μά μέ τή δική της μοναδική φυσιογνωμία. Ὁ ἐπισκέπτης μπορεῖ νά θαυμάσει τόν πλέον καλοδιατηρημένο νεοκλασσικό οἰκισμό στόν Ἑλλαδικό χῶρο, ὁ ὁποῖος ἀπό τό 1972 ἔχει κηρυχθεῖ διατηρητέος.
Καθημερινά τούς περισσότερους μῆνες τοῦ χρόνου ὀργανώνονται ἡμερήσιες ἐκδρομές τουριστῶν στό νησί μέ ἐπιβατηγά πλοῖα, πού ξεκινοῦν ἀπό τό Μανδράκι τῆς Ρόδου. Οἱ ἀνάγκες καλύπτονται μέ ζηλευτή πληρότητα, ἀφοῦ ἡ τουριστική ὑποδομή βρίσκεται σέ πολύ ἱκανοποιητικό ἐπίπεδο. Τά ξενοδοχεῖα πολλά καί ἀκόμα περισσότερα τά παραδοσιακά σπίτια, τά ὁποῖα προσφέρονται γιά τή διαμονή τῶν ἑκατοντάδων παραθεριστῶν, πού καταγοητεύονται ἀπό τίς φυσικές ὀμορφιές τούτου τοῦ ἀνεπανάληπτου τόπου. Τό ξέγνοιαστο καλοκαιρινό πρωινό προσκαλεῖ δελεαστικά τόν ὁποιοδήποτε, νά γνωρίσει τό Πέδι, τή Νανοῦ, τή Μαραθούντα... μαγευτικές παραλίες τῆς Σύμης μέ ἄγρια ὀμορφιά. Τά μικρά πλοιάρια πού κάνουν καθημερινά τόν περίπλου, ἔχουν φροντίσει ὅλες τίς λεπτομέρειες τῆς ὑπέροχης κρουαζιέρας, πού ἀποκαλύπτει σταδιακά τίς ἄγνωστες ὀμορφιές τοῦ νησιοῦ στούς λάτρεις του, γιά νά κρατοῦν στή θύμησή τους γιά πάντα, τήν ἀρχόντισσα Σύμη.
Ἰδιαίτερος πόλος ἕλξης γιά τούς ἐπισκέπτες τοῦ νησιοῦ ἀποτελεῖ καί ἡ πασίγνωστη Μονή τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ τοῦ Πανορμίτου, χτισμένη στό μυχό ἑνός πανέμορφου ὅρμου, τοῦ Πανόρμου, ἀπ’ τόν ὁποῖο πῆρε καί τήν ὀνομασία της.
Δεκάδες πολιτιστικοί καί κοινωνικοί σύλλογοι, ἐπίσης μέ σημαντικότατο ἔργο δραστηριοποιοῦνται ἐντός καί ἐκτός Σύμης. Προϊόντα του ἔργου τούς αὐτοῦ, ἀποτελοῦν τά γνωστά ἔντυπα: «Συμαϊκόν Βῆμα», «Ὁ Συμιακός», «Ἡ Φωνή τῆς Σύμης» κ. ἄ.
Ξέχωρη πολιτιστική παρουσία εἶναι γιά τό νησί καί τό διακεκριμένο φεστιβάλ του, πού διοργανώνεται κάθε καλοκαίρι ἀπό τό Δῆμο Σύμης καί περιλαμβάνει πολλές πολιτιστικές ἐκδηλώσεις (μουσικές συναυλίες, θεατρικές παραστάσεις, ἐκθέσεις λαογραφίας, ἀθλητικές διοργανώσεις κλπ). Τόσο ἡ ἄνοιξη ὅσο καί τό φθινόπωρο εἶναι πολύ γλυκές ἐποχές στή Σύμη καί ὁ καλός καιρός παρατείνει τό καλοκαίρι κατά τά 2/3 τοῦ ἔτους, προσελκύοντας καί τούς πιό ἀπαιτητικούς στό νησί, πού δίκαια ἔχει χαρακτηριστεῖ τό «μαργαριτάρι τοῦ Αἰγαίου».
Ἐκκλησιαστικῶς ἡ Σύμη ὑπάγεται σταθερά στό κλίμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί συγκεκριμένα στήν Ἱερά Μητρόπολη Ρόδου. Μέ Πατριαρχική καί Συνοδική Πράξη τήν 5η Φεβρουαρίου 1924, ἡ Μητρόπολις διχοτομεῖται, προκειμένου νά τακτοποιηθοῦν οἱ διωχθέντες Ἱεράρχες τῆς μαρτυρικῆς Μικρασίας. Ἔτσι μαζί μέ τήν Τῆλο, Χάλκη καί Νίσυρο, ὑπήχθη στήν Μητρόπολη Κυκλάδων. Τό προηγούμενο καθεστώς ἐπανέρχεται, ὥσπου καί πάλι μέ Πατριαρχική καί Συνοδική Ἀπόφαση, ἡ ὁποία ἀπαρτίζει τόν ὑπ’ ἀριθ. πρωτ. 478/28-4-2004 Ἱδρυτικό Τόμο της, ἱδρύεται ἡ Ἱερά Μητρόπολις Σύμης, Τήλου, Χάλκης καί Καστελλορίζου, ὅπου ἡ Σύμη ἀναβαθμίζεται καί ὁρίζεται ὡς Μητροπολιτική ἕδρα.
Πρῶτος Μητροπολίτης τῆς ἀρτισυστάτου Ἱερᾶς Μητροπόλεως Σύμης, Τήλου, Χάλκης καί Καστελλορίζου, ὑπέρτιμος καί ἔξαρχος Νοτίου Αἰγαίου Πελάγους, ἐξελέγη ὑπό τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ὁ ἀπό Παμφίλου Χρυσόστομος (κατά κόσμον Ἰωάννης Δημητριάδης), μακαρίᾳ τῇ λήξει γενόμενος τῇ 9ῃ Ἰανουαρίου 2018. Ὁ μακαριστός Ἱεράρχης ἐγεννήθη κατά τό ἔτος 1944, ἐν Ἀγριδίοις Ἴμβρου, ὅπου καί ἤκουσε τά πρῶτα γράμματα. Ἐν συνεχείᾳ ἐφοίτησεν εἰς τό Λυκειακόν Τμῆμα τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Χάλκης. Κατόπιν ἐνεγράφη εἰς τὴν Θεολογικήν Σχολήν τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, τῆς ὁποίας κατέστη πτυχιοῦχος. Ἀνῆκε εἰς τήν ἀδελφότητα τῆς Ἱερᾶς Πατριαρχικῆς καί Σταυροπηγιακῆς Μονῆς τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας ἐν Χαλκιδικῇ. Τήν 13ην Ἰουνίου 1968 ἐχειροτονήθη Διάκονος καί τήν 6ην Αὐγούστου τοῦ ἰδίου ἔτους ἐχειροτονήθη Πρεσβύτερος ἐν Θεσσαλονίκῃ. Κατά τά ἔτη 1974 ἕως 1976 ὑπηρέτησεν ὡς ἐφημέριος, εἰς τήν Ἱεράν Ἀρχιεπισκοπήν Βορείου καί Νοτίου Ἀμερικῆς. Ἐν συνεχείᾳ, μεταβάς εἰς Γερμανίαν, ἐτοποθετήθη Ἐφημέριος εἰς τήν Ἑλληνικήν Ὀρθόδοξον Ἐνορίαν Ἁγίου Βασιλείου, τῆς πόλεως τοῦ Ἁννοβέρου. Τόν Ὀκτώβριον τοῦ ἔτους 1980 ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τόν ἐξέλεξε βοηθόν Ἐπίσκοπον τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Γερμανίας, ὑπό τόν τίτλον τῆς πάλαι ποτέ διαλαμψάσης Ἐπισκοπῆς Παμφίλου, τῆς χειροτονίας αὐτοῦ γενομένης τήν 8ην Νοεμβρίου τοῦ ἰδίου ἔτους, ἐν τῷ Μητροπολιτικῷ Ναῷ Ἁγίας Τριάδος Βόννης. Ὡς βοηθός Ἐπίσκοπος ἀνέλαβε καθήκοντα Ἀρχιερατικῶς Προϊσταμένου τῆς ἐνορίας Ἁννοβέρου καί Ἀρχιερατικοῦ Ἐπιτρόπου Βορείου Γερμανίας. Κατά τά ἔτη 1995-2000 διετέλεσε Πρωτοσυγκελλεύων τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Γερμανίας.
![]()
Μετά τήν ἐκδημία καί τόν ἐνταφιασμόν ἐν Σύμῃ τοῦ Μακαριστοῦ Μητροπολίτου Χρυσοστόμου τοῦ Α΄, συμφώνως μέ τό ἐπίσημον Ἀνακοινωθέν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, «Συνῆλθεν, ὑπό τήν προεδρίαν τῆς Α. Θ. Παναγιότητος, ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος εἰς τήν τακτικήν συνεδρίαν αὐτῆς τήν Τετάρτην, 7ην Φεβρουαρίου 2018, πρός ἐξέτασιν τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένων θεμάτων. Κατά τήν συνεδρίαν ταύτην, προτάσει τῆς Α. Θ. Παναγιότητος, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου, ψήφων κανονικῶν γενομένων ὑπό τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου ἐν τῷ Πανσέπτῳ Πατριαρχικῷ Ναῷ ἐξελέγη παμψηψεί ὁ Πανοσιολ. Ἀρχιμανδρίτης κ. Χρυσόστομος Πίτσης, Πρωτοσύγκελλος τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Κώου καί Νισύρου, Μητροπολίτης Σύμης». Ἐπί τῷ ἀκούσματι τοῦ χαροποιοῦ γεγονότος, ἤχησαν χαρμοσύνως οἱ κώδωνες τῶν Ἱ. Ναῶν καί τῶν τεσσάρων ἀκριτικῶν μας Νήσων καί ὁ εὐλαβής Κλῆρος καί ὁ εὐσεβής Λαός τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως, ἐξέφρασε πηγαίως τήν χαρά καί ἱκανοποίησίν του διά τήν ἐπιλογή τοῦ συγκεκριμένου προσώπου, τό ὁποῖον τυγχάνει ἐγνωσμένου ἐκκλησιαστικοῦ ἤθους καί πολυποικίλων χαρισμάτων.
Ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Σύμης, ὑπέρτιμος καί ἔξαρχος Νοτίου Αἰγαίου Πελάγους, κ. Χρυσόστομος Β΄ (κατά κόσμον Νικόλαος) Πίτσης, ἐγεννήθη ἐν Κῷ Δωδεκανήσου τό ἔτος 1967. Διήκουσε τά ἐγκύκλια μαθήματα ἐν αὐτῇ. Τό δέ ἔτος 1981 ἐνεγράφη εἰς τήν ἐν Ἁγίῳ Ὄρει Ἀθωνιάδα Σχολή ἐκ τῆς ὁποίας ἔλαβε τό Ἀπολυτήριον τοῦ Λυκείου. Τυγχάνει ἀπόφοιτος τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν. Τό ἔτος 1985 ἐκάρη μοναχός εἰς τήν Ἱεράν Πατριαρχικήν καί Σταυροπηγιακήν Μονήν Σταυρονικήτα ὑπό τοῦ Καθηγουμένου Ἀρχιμ. Βασιλείου Γοντικάκη. Διάκονος ἐχειροτονήθη ὑπό τοῦ Θεοφιλ. Ἐπισκόπου Ροδοστόλου κ. Χρυσοστόμου, τῇ 8ῃ Ἀπριλίου 1991 καί Πρεσβύτερος ὑπό τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Σεβαστείας (νῦν Γέροντος Πριγκηποννήσων) κ. Δημητρίου τῇ 25ῃ Σεπτεμβρίου 1995 ἐν τῷ Καθολικῷ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τῆς μετανοίας του. Τό ἔτος 1998 ἐπέστρεψεν εἰς τήν γενέτειράν του καί ἐτοποθετήθη ἱερατικῶς προϊστάμενος ἐν τῇ Ἐνορίᾳ Ἁγίου Παύλου Λινοποτίου, τήν ὁποίαν ἀνεκαίνισεν ἐκ βάθρων, οἰκοδομήσας διά τάς ἀνάγκας τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως, ἰδίᾳ μερίμνῃ καί φροντίδι, Ἱερόν Ναόν-Βαπτιστήριον ἐπ᾿ ὀνόματι τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου. Τό ἔτος 2004 διωρίσθη ἱερατικῶς προϊστάμενος ἐν τῇ Ἐνορίᾳ Ἁγίας Παρασκευῆς πόλεως Κῶ καί ἐτοποθετήθη ὑπό τοῦ Μητροπολίτου Κώου καί Νισύρου κυροῦ Αἰμιλιανοῦ, Πρωτοσύγκελλος, θέσιν εἰς τήν ὁποίαν ἐπανετοποθετήθη τό ἔτος 2009 ὑπό τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Κώου καί Νισύρου κ. Ναθαναήλ, ἥν διετήρησε μέχρι τῆς ἐκλογῆς του τήν 7ην Φεβρουαρίου 2018. Τήν 11ην τοῦ ἰδίου μηνός ἐχειροτονήθη εἰς Ἐπίσκοπον ὑπό τοῦ Οἰκουμενικοῦ ἡμῶν Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου καί τῶν Συνοδικῶν Ἀρχιερέων ἐν τῷ Πανσέπτῳ Πατριαρχικῷ Ναῷ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου εἰς Φανάριον. Τό Σάββατον 17ην Μαρτίου 2018 ἔλαβε χώραν ἐν Σύμῃ μετά τῆς δεούσης ἐκκλησιαστικῆς τάξεως καί τῆς συμμετοχῆς εὐαρίθμου λαοῦ ἐκ τῶν νήσων Κῶ καί Σύμης, ἡ ἐνθρόνησις τοῦ Σεβασμιωτάτου Ποιμενάρχου μας κ. Χρυσοστόμου, τά δέ ὀνομαστήρια Αὐτοῦ ἑορτάζονται κατ' ἔτος τήν 13ην Νοεμβρίου.


