symi 1ΜΥΘΟΣ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΑ

Ἡ ἱστορία τοῦ νησιοῦ πανάρχαια, χάνεται στήν ἀχλύ τῶν θρύλων καί τῶν παραδόσεων. Σύμφωνα μέ τόν Θουκυδίδη (Α΄,8) οἱ Φοίνικες πρέπει νά ἦταν οἱ πρῶτοι κάτοικοι τοῦ νησιοῦ. Ἀργότερα οἱ Κάρες γνωστοί πειρατές κατέλαβαν τό νησί τό ὁποῖο ἀπελευθερώθηκε στήν συνεχεία ἀπό τούς Πελασγούς καί τούς Ἀχαιούς.
Σχετικά μέ τήν προέλευση τῆς ὀνομασίας τοῦ νησιοῦ ὑπάρχουν διάφορες ἐκδοχές. Σύμφωνα μέ τόν Διόδωρο τόν Σικελιώτη τό μυθικό πρόσωπο τῆς Σύμης ζευγάρωσε μέ τόν Θεό τῆς θάλασσας τόν Ποσειδώνα καί ἔφερε στόν κόσμο τόν Χθόνιο πού ἔγινε ὁ ἀρχηγός τῶν πρώτων κατοίκων πού ἔφτασαν ἐκεῖ ἀπό τήν Θεσσαλία. Ὁ Στράβων, γνωστός Ἕλληνας γεωγράφος καί ἱστορικός (Α΄αἰ. π.Χ.) ἀναφέρει τίς ὀνομασίες τοῦ νησιοῦ στά πανάρχαια χρόνια ὅπως «Καρική», «Μεταποντίς», «Αἴγλη» καί «Ἕλκουσα» καί πώς σύμφωνα μέ τό μύθο, ὁ Γλαῦκος ἔκλεψε τήν Σύμη, κόρη τῆς Δώτιδας καί τοῦ Ἰαλυσοῦ καί τήν ἔφερε στό νησί, ὅπου ἀσχολήθηκε μέ τίς θαλασσινές τέχνες, ἰδιαίτερα τίς καταδύσεις καί τήν ναυπηγική καί κατασκεύασε τό πλοῖο τῆς Ἀργοναυτικῆς ἐκστρατείας τήν Ἀργώ. Ὁ Εὐστάθιος Θεσσαλονίκης στά «Γεωγραφικά» του (12ο αἰ. μ.Χ.), υἱοθετεῖ τίς προηγούμενες ὀνομασίες καί ἀποδίδει τό ὄνομα τοῦ νησιοῦ στήν Σύμη, τήν σύζυγο τοῦ Γλαύκου πού θεωρεῖται καί ὁ πρῶτος κάτοικος τοῦ νησιοῦ. Στά τουρκικά τό νησί λεγόταν sumbeki ἀπό τά γρήγορα πλοῖα πού ἔφτιαχναν οἱ κάτοικοί του.
Ἡ πρώτη ἔγγραφη μαρτυρία ὅμως, εἶναι ἡ ἀναφορά τῆς Σύμης στήν Ἰλιάδα τοῦ Ὁμήρου στόν κατάλογο τῶν Νηῶν, γιά τήν συμμετοχή τοῦ βασιλιᾶ τῆς Νηρέα στόν Τρωϊκό πόλεμο.

«Νιρεύς αὖ Σύμηθεν ἄγε τρεῖς νῆας ἐΐσας,
Νιρεύς, Ἀγλαΐης υἱός Χαρόποιό τ’ ἄνακτος,
Νιρεύς, ὅς κάλλιστος ἀνήρ ὑπό Ἴλιον ἦλθε
τῶν ἄλλων Δαναῶν μετ’ ἀμύμονα Πηλεΐωνα•
ἀλλ’ ἀλαπανδός ἔην, παῦρος δέ οἱ εἵπετο λαός.»
(Ἰλιαδ. Β΄ 671-675)

(Δηλαδή ὁ Νηρέας ἀπό τή Σύμη ὁδήγησε τρία πλοῖα καί ἦταν γιός τοῦ Βασιλιᾶ Χαρόπου καί τῆς Ἀγλαΐας ὁ πιό ὄμορφος ἄντρας πού πῆγε στήν Τροία ἀπό τούς ἄλλους Δαναούς, βέβαια μετά τόν Ἀχιλλέα, εἶχε ὅμως μικρή στρατιωτική δύναμη.)
Σύμφωνα μέ τίς ἐπικρατέστερες παραδόσεις βρῆκε τόν θάνατο πολεμώντας στήν Τροία, ὅπου καί ἐτάφη. Ὡς ἐπιτύμβιο ἐπίγραμμα γράφτηκε τό ἀκόλουθο:
«Ἐνθάδε τόν κάλλιστον ἐπιχθονίων ἔχε γαῖα Νηρέα τόν Χαρόπου παίδα καί Ἀγλαΐης».
Ἐνδεικτικά τῶν ἀναφορῶν αὐτῶν, εἶναι καί τά κατάλοιπα Μυκηναϊκῆς κεραμικῆς πού βρέθηκαν στήν Ἀκρόπολη τῆς Σύμης, ὅπως ἐπίσης καί λείψανα ἀπό Πελασγικά τείχη πού ὑπάρχουν ἐκεῖ.

ΚΛΑΣΣΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ

Κατά, τόν «πατέρα τῆς ἱστορίας» Ἡρόδοτο (480-420 π.Χ.), ἡ Σύμη συμμετεῖχε γύρω στό 700 π.Χ. στήν Δωρική ἀμφικτιονία-Δωρική ἑξάπολη, πού τήν συγκροτοῦσαν ἡ Ἰαλυσός, ἡ Λίνδος, ἡ Κάμειρος, ἡ Κῶς, ἡ Ἁλικαρνασσός καί ἡ Κνίδος μαζί μέ μικρότερα νησιά. Διοικητικά ἀνῆκε στή δικαιοδοσία τῆς Ἰαλυσοῦ καί λεγόταν τό «κοινόν Σύμης». Σ’ αὐτούς τούς χρόνους μᾶλλον ἀνάγονται καί τά ἐλάχιστα διασωθέντα νομίσματα μέ τήν κεφαλή τῆς Δήμητρας, ὅπως καί ἕνα συγκεκριμένο ψήφισμα τοῦ «κοινοῦ της Σύμης», σχετικό μέ τό Ναό τῆς «Ἄκρας Ἀθηνᾶς», τό ὁποῖο ἦρθε στό φῶς στό χῶρο τοῦ φρουρίου, ἐκεῖ πού τότε βρισκόταν ὁ Ναός αὐτός.
Ὁ Ἡρόδοτος (VII, 93) ἀναφερόμενος στή ναυμαχία τῆς Σαλαμίνας (480 π.Χ.), γράφει ὅτι οἱ Δωρικές πόλεις τῆς Καρίας καί τῶν ἄλλων νησιῶν – κατά συνέπεια καί ἡ Σύμη – ὑποχρεώθηκαν νά δώσουν στόν Ξέρξη 30 πλοῖα. Μετά τήν ἥττα του ὅμως προσχώρησαν στήν Ἀθηναϊκή Συμμαχία, μέ τήν ὑποχρέωση, ὅπως καί οἱ ἄλλες πόλεις «σύμμαχοι», νά πληρώνουν φόρο στήν Ἀθήνα. Οἱ Συμαῖοι συνεργάστηκαν ἀκόμα μέ τούς Ἀθηναίους, στίς ἀρχές τοῦ Πελοποννησιακοῦ πολέμου, προσφέροντας τό νησί τους, ὡς σταθμό τῶν στρατιωτικῶν τους δυνάμεων. Τό 378 π.Χ. λαμβάνουν μέρος στή Β΄ Ἀθηναϊκή συμμαχία, ἐνῶ κατόπιν συνέπραξαν μέ τόν Μέγα Ἀλέξανδρο.
Στή συνέχεια, κατά τούς Ρωμαϊκούς χρόνους ἡ Σύμη διοικητικά ἀνῆκε στό Δῆμο «Θυσσανουντίων» τῆς Περαίας. Ἐπί Διοκλητιανού (300 μ.Χ.) ἀποτέλεσε μέ ὅλα τά Δωδεκάνησα τήν «Provincia Insularum» μέ πρωτεύουσα τή Ρόδο.

ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

Κατά τή βυζαντινή περίοδο, ἡ Σύμη ἀρχικά ὑπάγεται στήν «Ἐπαρχία τῶν νήσων» πού εἶχε πρωτεύουσα τή Ρόδο, κατόπιν στό θέμα τῶν «Κιβυρραιωτῶν» ἀπό τό ὄνομα τῆς πόλης Κίβυρα τῆς Κιλικίας μέ ἐπικεφαλῆς «Δρουγγάριο». Τό θέμα αὐτό εἶναι ναυτικό καί οἱ Συμαῖοι, φημισμένοι ἤδη ἀπό τήν ἀρχαιότητα, ναυπηγοί καί ναυτικοί, χρησιμοποιοῦνται στήν κατασκευή Βυζαντινῶν δρομώνων καί στήν ἐπάνδρωσή τους. Τήν περίοδο αὐτή πραγματοποιήθηκαν μεγάλα ἔργα στό νησί, ὅπως ἡ ὑδατοδεξαμενή τῆς «Κουλουντρῆς» καί τό χτίσιμο τοῦ Κάστρου.
Μετά τήν πρώτη ἅλωση τῆς Κωνσταντινούπολης τό 1204 ἀπό τούς Φράγκους, ὁ διοικητής τῆς Ρόδου Λέων Γαβαλᾶς αὐτοχρίσθηκε «Καίσαρας» καί σχημάτισε δικό του ἀνεξάρτητο κράτος μέ ἕδρα τή Ρόδο, πού περιλάμβανε καί τή Σύμη. Ὅμως τό 1224 ὁ βυζαντινός στόλος τοῦ αὐτοκράτορα Ἰωάννη Βατάτζη, μέ ἐπικεφαλῆς τό Μέγα δομέστιχο Ἀνδρόνικο Παλαιολόγο κατέλαβε τή Ρόδο. Ἔτσι ἡ Σύμη περιῆλθε στήν αὐτοκρατορία τῆς Νικαίας καί τό 1261 μέ τήν κατάληψη τῆς Κωνσταντινούπολης ἀπό τόν Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο ἦταν καί πάλι τμῆμα τοῦ Βυζαντινοῦ κράτους. Τό 1278 ὁ διοικητής τῆς Ρόδου Κριβικιώτης ἔδωσε τή Ρόδο καί τά γύρω νησιά στόν Γενουάτη κουρσάρο Δελκάβο. Τό 1282 ὁ Γενουάτης ναύαρχος τοῦ Βυζαντινοῦ αὐτοκράτορα Ἀνδρόνικου Παλαιολόγου ἔλαβε μαζί μέ τόν ἀδελφό του Λουδοβίκο τά νησιά σάν «ἀνταμοιβή» γιά τήν ἀναχαίτιση Τούρκων καί Καταλανῶν.

ΙΠΠΟΤΟΚΡΑΤΙΑ

Ἀπό τό 1309, πού κατέλαβαν τή Ρόδο καί τά ὑπόλοιπα Δωδεκάνησα οἱ Ἰωαννίτες Ἱππότες, ὡς τό 1522, πού πέρασαν στήν κατοχή τοῦ Σουλεϊμάν τοῦ Μεγαλοπρεποῦς, ἡ Σύμη ἀποτελοῦσε τμῆμα τοῦ διεθνικοῦ ἰπποτικοῦ κράτους, πού εἶχε ὡς ἕδρα τή Ρόδο. Τήν περίοδο τῆς Ἰπποτοκρατίας στή Σύμη μαρτυροῦν οἱ ἐντοιχισμένοι στό κάστρο τοῦ νησιοῦ θυρεοί. Ὑπό τό καθεστώς τῆς Ἰπποτοκρατίας, ἡ Σύμη ἀπολάμβανε κάποιων προνομίων. Τό Νησί ἦταν αὐτοδιοίκητο καί οἱ κάτοικοι τοῦ προόδευαν στή ναυπηγική, τή ναυτιλία καί τό ἐμπόριο. Πλήρωναν μόνο στό τάγμα τῶν Ἱπποτῶν ἕνα φόρο , πού λεγόταν «Ἐπιτάφιος» (mortuario) καί τό 1352 ἔφθανε τά 500 ἄσπρα.

ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ

Τό 1522 καί ἡ Σύμη πέφτει στά χέρια τῶν Τούρκων, ἐξασφαλίζει ὅμως σημαντικά προνόμια ἀπό τό Σουλτάνο, Σουλεϊμάν τό Μεγαλοπρεπῆ. Μέ φιρμάνι πού ἐξέδωσε τό 1523, τό νησί πλήρωνε φόρο κατ’ ἀποκοπή καί πέτυχε αὐτοδιοίκηση. Ὅλες τίς διοικητικές, δικαστικές καί οἰκονομικές ἐξουσίες, τίς ἀσκοῦσαν τοπικοί ἄρχοντες, οἱ Δημογέροντες, - ὁ Πρωτόγερος, πού λεγόταν καί Προεστός καί δώδεκα σύμβουλοι - πού τούς ἐξέλεγαν οἱ νησιῶτες κάθε χρόνο σέ δημόσιες συγκεντρώσεις. Εἰδικότερα οἱ Δημογέροντες ἦταν Δήμαρχοι, ληξίαρχοι, εἰρηνοδίκες, συμβολαιογράφοι, ἀγορανόμοι, εἰσπράκτορες τῶν φόρων, ταμίες καί ἐπιπλέον ὀργάνωναν καί διοικοῦσαν τήν ἐκπαίδευση καί τή δημόσια περίθαλψη, καί φρόντιζαν γιά κάθε λογής δημόσια ἔργα καί καταστήματα.
Ὅλα αὐτά εἶχαν ὡς ἀποτέλεσμα οἱ κάτοικοι τοῦ νησιοῦ νά διακρίνονται στήν κατασκευή γοργοτάξιδων σκαριῶν «σιμπεκίρ», - γι’ αὐτό καί οἱ Ὀθωμανοί τούς ἀποκαλοῦσαν «σιμπεκιλί» - νά ξεχωρίζουν στό ναυτικό ἐπάγγελμα καί τήν ἁλιεία θαλασσινῶν καί σφουγγαριῶν, πού μποροῦσαν νά διεξάγουν χωρίς περιορισμούς, σ’ ὅλες τίς θάλασσες τῆς Αὐτοκρατορίας. Τό λιμάνι τῆς Σύμης, ἐξάλλου, εἶχε κηρυχθεῖ ἐλεύθερο γιά τίς ὑπηρεσίες πού πρόσφεραν οἱ Συμαῖοι μέ τά καράβια τους, μεταφέροντας ταχύτατα τό Ὀθωμανικό ταχυδρομεῖο. Ἔτσι τό νησί ἔζησε αὐτόνομο ως Βακούφι τοῦ Σουλτάνου, προσκολλημένο στό Βιλαέτι τῆς Ρόδου.
Ἀπό τήν ἐποχή αὐτή, ἐντυπωσιακές εἶναι οἱ περιγραφές διαφόρων ξένων περιηγητῶν, γιά τίς ἱκανότητες τῶν Συμιακῶν σφουγγαράδων στό κολύμπι, τίς βουτιές, καί τήν παραμονή κάτω ἀπό τό νερό. Ἐπισημαίνουν ἰδιαίτερα τήν τεχνική του ψαρέματος τῶν σφουγγαριῶν, πού ἐξάγονται σέ μεγάλες ποσότητες ἐπιφέροντας μεγάλα κέρδη στούς κατοίκους. Συνέπεια αὐτῶν ἐπῆλθε μεγάλη οἰκοδομική δραστηριότητα στό νησί καί ὡς σήμερα θαυμάζει κανείς, τόν ἐξαιρετικό οἰκισμό, ἔξοχο δεῖγμα τῆς ντόπιας ἀρχιτεκτονικῆς, μέ πολύ ἐπιμελημένη διακόσμηση: ζωγραφισμένους τοίχους καί ταβάνια, βοτσαλωτές αὐλές μέ ὡραῖα φυτικά καί γεωμετρικά σχέδια, ἀλλά καί πολυάριθμες Ἐκκλησίες καί Μοναστήρια.
Πρόοδος σημειώθηκε στά γράμματα καί ἱδρύθηκαν σχολεῖα, ὅπως ἡ Σχολή τῆς Ἁγίας Μαρίνας (1765-1821) στήν ὁποία δίδαξαν ἐπιφανεῖς δάσκαλοι καί μαθήτευσε ὁ Κωνσταντῖνος Βαρδαλάχος. Ἐπίσης ἀκμάζει στό νησί σχολή Ἁγιογραφίας καί Συμιακοί τεχνίτες, ὅπως οἱ ἱερομόναχοι Γρηγόριος καί Νεόφυτος οἱ Συμαῖοι, Κυριακός ὁ Καρακωστῆς κ.ἄ. εἶναι περιζήτητοι καί καλύπτουν τίς ἀνάγκες τῶν γύρω νησιῶν. Στή Σύμη λειτούργησε ἐπίσης τό ἀρχαιότερο Ἀναγνωστήριο τοῦ Αἰγαίου ἡ «Αἴγλη», πού ἱδρύθηκε τό 1872. Δείγματα τῆς πνευματικῆς ἀκμῆς τοῦ νησιοῦ ἀκόμα, εἶναι ἡ περίτεχνη εἰκόνα τῆς Δευτέρας Παρουσίας, τοῦ ὀνομαστοῦ Κρητικοῦ ζωγράφου Γεωργίου Κλόντζα (β΄ ἥμισυ 16ου αἰ.) πού σώζεται στή μεγάλη Παναγιά τοῦ Κάστρου, ἐκείνη τῆς Φιλοξενίας τοῦ Ἀβραάμ τῆς Μονῆς Ρουκουνιώτη κ.τ.λ.

ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ 1821

Ἡ εὐημερία στή ναυτιλία καί τό ἐμπόριο πρωτίστως, ἔδωσε τήν εὐκαιρία στούς Συμαίους νά ἐπαναστατήσουν ἀπό τούς πρώτους μῆνες τοῦ ἀγώνα. Ἦλθαν σέ ἐπαφή μέ τούς Ὑδραίους (29 Μαΐου 1821) καί ἀναμίχθηκαν σέ συγκρούσεις. Τό Μάϊο τοῦ 1823 μέ ἀπόφαση τῆς προσωρινῆς Διοίκησης καί ἡ Σύμη περιλήφθηκε στό διοικητικό σύστημα τῆς ἐπαναστατημένης Ἑλλάδας, στή 13η ἐπαρχία τοῦ Αἰγαίου. Στίς 13 Ἀπριλίου 1828 μέ τό ψήφισμα τοῦ Καποδίστρια περιλήφθηκε στό ΣΤ΄ τμῆμα τῶν νησιῶν τοῦ Αἰγαίου. Μέ τό πρωτόκολλο ὅμως τοῦ Λονδίνου (3 Φεβρουαρίου 1830) ἡ Σύμη καί τά ἄλλα Δωδεκάνησα ἔμειναν ἔξω ἀπό τά ὅρια τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, γεγονός πού ὁδήγησε τούς κατοίκους της, σέ σύνταξη ἐπιστολῆς διαμαρτυρίας πρός τόν Κυβερνήτη Ἰ. Καποδίστρια, στόν ὁποῖο ἀνακοίνωναν τήν ἀπόφαση τούς «νά ἑνωθοῦν μέ τήν ἑλληνικήν ὁλομέλειαν, καθώς ἀπ’ ἀρχῆς, τῆς ἐπαναστάσεως καί αὐτοί ὀρκισθέντες ἀπεφάσισαν». Ἀπάντηση τοῦ Καποδίστρια σώζεται μέχρι σήμερα στό Μουσεῖο τῆς Ι. Μονῆς Πανορμίτου.
Ἡ Ὑψηλή Πύλη στήν συνέχεια, περιορίζοντας σημαντικά τά προνόμια τῆς Σύμης καταργεῖ τήν ἐλευθερία τοῦ λιμανιοῦ της, ἐγκαθιστᾶ τελωνεῖο καί ἀνεβάζει ὑπερβολικά τούς φόρους. Παρά τίς ἀντιξοότητες ἡ οἰκονομική ἄνοδος τῆς Σύμης συνεχίστηκε. Οἱ ἐμπορικές συναλλαγές μέ τά μεγάλα λιμάνια τῆς Μεσογείου ἔδωσε τή δυνατότητα στούς Συμιακούς νά χτίσουν πολυώροφα ἀρχοντικά καί νά στολίσουν τό νησί μέ μεγάλες καί πλούσια διακοσμημένες ἐκκλησίες. Μοναστήρια, ὅπως ὁ Ρουκουνιώτης, ὁ Πανορμίτης, κ.ἄ. γνωρίζουν ἀκμή. Σχολεῖα πρωτοβάθμια καί δευτεροβάθμια λειτουργοῦν στό Γιαλό καί στό Χωριό. Ὑπάρχει κοινοτική ἰατρική καί φαρμακευτική περίθαλψη γιά τούς κατοίκους. Λειτουργεῖ τυπογραφεῖο καί κυκλοφορεῖ ἐφημερίδα καί περιοδικό.

ΙΤΑΛΟΚΡΑΤΙΑ

Στίς 19 Μαΐου 1912 τό νησί καταλήφθηκε ἀπό τούς Ἰταλούς καί ἄρχισε μία περίοδος ἀκόμη πιό σκληρή καί τυραννική γιά τούς κατοίκους , ὅπως καί τῶν λοιπῶν Δωδεκανήσων. Ἐπιχειρήθηκε ὁ ἀφελληνισμός τους καί ἡ ἀποκοπή τους ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο. Διωγμοί, ἐξορίες, καταπιέσεις, δέν λύγισαν τήν ἀντίσταση τοῦ Συμαϊκοῦ λαοῦ, ὑπῆρξαν ὅμως ὀδυνηρές συνέπειες στήν οἰκονομία τῆς Σύμης. Ἡ ἀντικατάσταση δέ τῶν ἱστιοφόρων μέ τά ἀτμοκίνητα πλοῖα ἔπληξε θανάσιμα τούς Συμιακούς καραβοκύρηδες, ἐνῶ οἱ ναῦτες στράφηκαν ἀναγκαστικά σέ ξένες ἰδιοκτησίες. Ἡ σπογγαλιεία συρρικνώθηκε. Ἡ ἄλλοτε εὐημεροῦσα Σύμη γνώρισε μέρες δυστυχίας καί φτώχειας. Ἡ μετανάστευση πῆρε τρομακτική ἔκταση. Τήν εἰκόνα ἦλθε νά ἐπιδεινώσει ἀκόμη περισσότερο ὁ Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος. Στά δύσκολα ἐκεῖνα χρόνια ἡ ἀντίσταση δέν κάμφθηκε. Ἡ Μονή Πανορμίτου εἶχε καταστεῖ κέντρο κατασκοπείας ὑπέρ τῶν συμμάχων μέ ἐπικεφαλῆς τόν Ἡγούμενο Χρύσανθο Μαρουλάκη. Οἱ Ἰταλοί ὅταν ἐντόπισαν τή δράση του τόν ἐκτέλεσαν μαζί μέ τούς συνεργάτες του, στρατιώτη Φλῶρο Ζουγανέλη καί Μιχαήλ Λάμπρου, ὑπάλληλο τοῦ Μοναστηριοῦ τόν Φεβρουάριο τοῦ 1944 κοντά στήν Παναγία τή Στρατερή στό δρόμο Πανορμίτη-Σύμης. Στή Μονή τοῦ Πανορμίτη εἶχε συνέλθει ἐπίσης τό 1919 καί τό Β΄ Πανδωδεκανησιακό Συνέδριο, πού ἐξέδωσε ψήφισμα γιά τήν ἕνωση τῶν Δωδεκανήσων μέ τήν Μητέρα Ἑλλάδα.
Οἱ βομβαρδισμοί καί οἱ ἀνατινάξεις προκάλεσαν στή διάρκεια τοῦ Β΄ παγκοσμίου πολέμου μεγάλες καταστροφές στά θαυμάσια νεοκλασικά ἀρχοντικά τῆς Σύμης, ἀρκετά ἀπό τά ὁποία ἐρειπώθηκαν. Τά πιό πολλά ἀπό αὐτά ἔχουν σήμερα ἀναστηλωθεῖ. Ἀνεπανόρθωτη καταστροφή ἔγινε στίς 24 Σεπτεμβρίου 1944, ὅταν γερμανικές δυνάμεις κατέστρεψαν τήν Μεγάλη Παναγιά τοῦ Κάστρου. Δυό δάσκαλοι τοῦ νησιοῦ, ὁ Ἀντώνης Ἀγγελίδης καί ὁ Ἀνδρέας Μοσχόβης πλήρωσαν μέ τό αἷμα τούς τότε, τήν ἀντιστασιακή τους δράση.

ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ

Στήν περίοδο τοῦ Β΄ παγκοσμίου πολέμου πολλοί Συμιακοί, ἐντός καί ἐκτός τοῦ νησιοῦ, ἄλλοι ἐξόριστοι καί μέλη τῶν παροικιῶν τῆς Ἀττικῆς καί τῆς Αἰγύπτου κατατάχτηκαν ἐθελοντικά στό Σύνταγμα Ἐθελοντῶν Δωδεκανησίων μέ πρῶτο διοικητή τό Συμαῖο Μάρκο Κλαδάκη καί στόν Ἱερό Λόχο πού συγκροτήθηκε στήν Αἴγυπτο τό 1942. Ἔτσι διακρίθηκαν στόν πανεθνικό ἀγώνα κατά τῶν κατακτητῶν καί ἀναδείχτηκαν σέ κύρια δύναμη κρούσεως, ἡ ὁποία ἐξανάγκασε τούς Γερμανούς νά παραδώσουν τή Δωδεκάνησο στούς συμμάχους. Γι’ αὐτό ἡ ὑπογραφή τοῦ Πρωτοκόλλου τῆς παράδοσης τῆς Δωδεκανήσου ἀπό τίς Γερμανικές δυνάμεις τοῦ Ν.Α. Αἰγαίου στούς συμμάχους, ἔγινε στίς 8 Μαΐου 1945 στή Σύμη (οἰκία Καμψοπούλου).
Ἐπικεφαλῆς τῶν Γερμανῶν ἦταν ὁ στρατηγός Wagener, ἐνῶ τῶν συμμάχων ὁ Συνταγματάρχης Auckland. Ὅμως ἡ Ἀγγλική διοίκηση παίρνει χαρακτήρα κατοχῆς καί οἱ νησιῶτες βλέπουν τήν ἕνωση μέ τήν Ἑλλάδα νά διακυβεύεται. Τότε ἱδρύεται στήν Κῶ τό Ἐθνικό Μέτωπο Πανδωδεκανησιακής Ἀπελευθέρωσης (Ε.Μ.Π.Α.). Τό Ε.Μ.Π.Α. διαδίδεται καί στή Σύμη. Ἡ Ἀγγλική διαχείριση κράτησε ὡς τό Μάρτιο τοῦ 1947, ὁπότε, σέ ἐκτέλεση τῶν ἀποφάσεων τῆς Συνθήκης Εἰρήνης (Παρίσι 10-2-1947) παρέλαβε ἡ Ἑλληνική Στρατιωτική Διοίκηση ὑπό τόν ἀντιναύαρχο Περικλῆ Ἰωαννίδη τήν Ἀρχή. Ὁ νόμος 518/48 «περί προσαρτήσεως τῆς Δωδεκανήσου στήν Ἑλλάδα», δημοσιεύεται στήν ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως τόν Ἰανουάριο τοῦ 1948.

Η ΣΥΜΗ ΣΗΜΕΡΑ

Στά μεταπελευθερωτικά χρόνια, ἡ Σύμη παραμελήθηκε δυστυχῶς, μέ ἀποτέλεσμα τό νησί νά ἀκολουθήσει φθίνουσα πορεία. Ὑποβαθμίστηκαν οἱ πρωτογενεῖς δραστηριότητες, ἔσβησε ἡ σπογγαλιεία καί ἀτόνησαν οἱ βιοτεχνικές ἀσχολίες. Παρατηρήθηκε ἰσχυρό κύμα μετανάστευσης πού ἐπέφερε ἡ μεγάλη οἰκονομική κρίση, μέ ἀρνητικές συνέπειες γιά τόν τόπο.
Σήμερα ἡ Σύμη ἐξακολουθεῖ νά δίνει τό στίγμα της. Ἡ εἰκόνα ἔχει ριζικά ἀλλάξει καί τό νησί ἀναπτύσσεται διαρκῶς. Ἡ ἀνάκαμψη ἦρθε μέ τήν ἀνάπτυξη τοῦ τουρισμοῦ, πού ἀποτελεῖ τή βασική δραστηριότητα τῶν κατοίκων. Τουριστικός δορυφόρος τῆς Ρόδου, διαθέτει σχεδόν τά πάντα, μά μέ τή δική της μοναδική φυσιογνωμία. Ὁ ἐπισκέπτης μπορεῖ νά θαυμάσει τόν πλέον καλοδιατηρημένο νεοκλασσικό οἰκισμό στόν Ἑλλαδικό χῶρο, ὁ ὁποῖος ἀπό τό 1972 ἔχει κηρυχθεῖ διατηρητέος.
Καθημερινά τούς περισσότερους μῆνες τοῦ χρόνου ὀργανώνονται ἡμερήσιες ἐκδρομές τουριστῶν στό νησί μέ ἐπιβατηγά πλοῖα, πού ξεκινοῦν ἀπό τό Μανδράκι τῆς Ρόδου. Οἱ ἀνάγκες καλύπτονται μέ ζηλευτή πληρότητα, ἀφοῦ ἡ τουριστική ὑποδομή βρίσκεται σέ πολύ ἱκανοποιητικό ἐπίπεδο. Τά ξενοδοχεῖα πολλά καί ἀκόμα περισσότερα τά παραδοσιακά σπίτια, τά ὁποῖα προσφέρονται γιά τή διαμονή τῶν ἑκατοντάδων παραθεριστῶν, πού καταγοητεύονται ἀπό τίς φυσικές ὀμορφιές τούτου τοῦ ἀνεπανάληπτου τόπου. Τό ξέγνοιαστο καλοκαιρινό πρωινό προσκαλεῖ δελεαστικά τόν ὁποιοδήποτε, νά γνωρίσει τό Πέδι, τή Νανοῦ, τή Μαραθούντα... μαγευτικές παραλίες τῆς Σύμης μέ ἄγρια ὀμορφιά. Τά μικρά πλοιάρια πού κάνουν καθημερινά τόν περίπλου, ἔχουν φροντίσει ὅλες τίς λεπτομέρειες τῆς ὑπέροχης κρουαζιέρας, πού ἀποκαλύπτει σταδιακά τίς ἄγνωστες ὀμορφιές τοῦ νησιοῦ στούς λάτρεις του, γιά νά κρατοῦν στή θύμησή τους γιά πάντα, τήν ἀρχόντισσα Σύμη.
Ἰδιαίτερος πόλος ἕλξης γιά τούς ἐπισκέπτες τοῦ νησιοῦ ἀποτελεῖ καί ἡ πασίγνωστη Μονή τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ τοῦ Πανορμίτου, χτισμένη στό μυχό ἑνός πανέμορφου ὅρμου, τοῦ Πανόρμου, ἀπ’ τόν ὁποῖο πῆρε καί τήν ὀνομασία της.
Δεκάδες πολιτιστικοί καί κοινωνικοί σύλλογοι, ἐπίσης μέ σημαντικότατο ἔργο δραστηριοποιοῦνται ἐντός καί ἐκτός Σύμης. Προϊόντα του ἔργου τούς αὐτοῦ, ἀποτελοῦν τά γνωστά ἔντυπα: «Συμαϊκόν Βῆμα», «Ὁ Συμιακός», «Ἡ Φωνή τῆς Σύμης» κ. ἄ.
Ξέχωρη πολιτιστική παρουσία εἶναι γιά τό νησί καί τό διακεκριμένο φεστιβάλ του, πού διοργανώνεται κάθε καλοκαίρι ἀπό τό Δῆμο Σύμης καί περιλαμβάνει πολλές πολιτιστικές ἐκδηλώσεις (μουσικές συναυλίες, θεατρικές παραστάσεις, ἐκθέσεις λαογραφίας, ἀθλητικές διοργανώσεις κλπ).
Τόσο ἡ ἄνοιξη ὅσο καί τό φθινόπωρο εἶναι πολύ γλυκές ἐποχές στή Σύμη καί ὁ καλός καιρός παρατείνει τό καλοκαίρι κατά τά 2/3 τοῦ ἔτους, προσελκύοντας καί τούς πιό ἀπαιτητικούς στό νησί, πού δίκαια ἔχει χαρακτηριστεῖ τό «μαργαριτάρι τοῦ Αἰγαίου».
Ἐκκλησιαστικῶς ἡ Σύμη ὑπάγεται σταθερά στό κλίμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί συγκεκριμένα στήν Μητρόπολη Ρόδου. Μέ Πατριαρχική καί Συνοδική Πράξη τήν 5η Φεβρουαρίου 1924, ἡ Μητρόπολις διχοτομεῖται, προκειμένου νά τακτοποιηθοῦν οἱ διωχθέντες Ἱεράρχες τῆς μαρτυρικῆς Μικρασίας. Ἔτσι μαζί μέ τήν Τῆλο, Χάλκη καί Νίσυρο, ὑπήχθη στήν Μητρόπολη Κυκλάδων. Τό προηγούμενο καθεστώς ἐπανέρχεται, ὥσπου καί πάλι μέ Πατριαρχική καί Συνοδική Ἀπόφαση τόν Ἀπρίλιο τοῦ 2004, ἱδρύεται ἡ Ἱερά Μητρόπολις Σύμης, Τήλου, Χάλκης καί Καστελλορίζου, ὅπου ἡ Σύμη ἀναβαθμίζεται καί ὁρίζεται ὡς Μητροπολιτική ἕδρα.

footer
Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ